
Η κλιματική αλλαγή θέτει κινδύνους για τα δημόσια οικονομικά μέσω διαφόρων διαύλων. Τα μέτρα προσαρμογής και μετριασμού ενδέχεται να απαιτήσουν υψηλότερες δημόσιες δαπάνες, οι κυβερνήσεις ενδέχεται να χρειαστεί να εκτρέψουν πόρους από παραγωγικές επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ενδέχεται να επηρεάσουν τις τιμές των κρατικών ομολόγων.
Το κόστος της έκτακτης βοήθειας και της ανοικοδόμησης έπειτα από τέτοια καταστροφή μπορεί να έχει άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο, ενώ οι έμμεσες επιπτώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν χαμηλότερα φορολογικά έσοδα που προκαλούνται από διαταραχές στην παραγωγή ή πρόσθετες δαπάνες σε προγράμματα στήριξης τροφίμων και ενέργειας ως αποτέλεσμα των αλλαγών στις τιμές των βασικών προϊόντων. Αυτοί οι μηχανισμοί μπορούν να αλληλεπιδράσουν με τη δυναμική του κρατικού χρέους με πολύπλοκους τρόπους.
Στις χώρες με χαμηλό χρέος οι φυσικές καταστροφές έχουν, κατά μέσο όρο, μικρότερο αντίκτυπο, καθώς οι κυβερνήσεις έχουν τη δημοσιονομική ικανότητα να εφαρμόσουν στρατηγικές μετριασμού και να αντέξουν οικονομικές διαταραχές που προκαλούνται από κλιματικά σοκ. Για να θέσουμε αυτά τα αποτελέσματα στο σωστό πλαίσιο, μπορούμε να μεταφράσουμε αυτές τις αλλαγές στο λογαριθμικό σημείο σε αλλαγές αποδόσεων χρησιμοποιώντας τις μέσες δεκαετείς αποδόσεις κρατικών ομολόγων στο δείγμα μας, κάτι που μας επιτρέπει να δούμε πώς θα φαινόταν το αποτέλεσμα για μια τυπική προηγμένη ή αναδυόμενη οικονομία.
Στην περίπτωση των πλημμυρών, οι χώρες με υψηλό χρέος μπορεί ακόμη και αρχικά να δουν χαμηλότερες αποδόσεις, αντανακλώντας τις προσδοκίες για εξωτερική υποστήριξη και βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση έκτακτης ανάγκης. Αλλά καθώς συσσωρεύονται δημοσιονομικές πιέσεις, οι αποδόσεις αρχίζουν να αυξάνονται και παραμένουν υψηλές, σηματοδοτώντας αυξανόμενα ασφάλιστρα κινδύνου. Στις χώρες με χαμηλό χρέος μια βραχυπρόθεσμη αύξηση της ζήτησης δανεισμού ωθεί τις αποδόσεις προς τα πάνω. Αλλά η αρχική αύξηση των αποδόσεων τείνει να σταθεροποιείται έπειτα από λίγα χρόνια, υποδηλώνοντας ότι οι αγορές αναγνωρίζουν την ικανότητα της κυβέρνησης να απορροφήσει το σοκ χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του χρέους.
Οσον αφορά ειδικά μεγάλες καταιγίδες, οι χώρες με υψηλό χρέος βιώνουν τις μεγαλύτερες και πιο επίμονες αυξήσεις αποδόσεων στο δείγμα μας. Οι ξηρασίες προκαλούν επίσης σημαντικές επιπτώσεις, αλλά με διαφορετικό μοτίβο ανάλογα με τα επίπεδα χρέους.
Η κλιματική αλλαγή αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου, ειδικά για τις χώρες με υψηλό χρέος και δημοσιονομικά ευάλωτες. Επιπλέον, η αυξανόμενη συχνότητα και ένταση ακραίων καιρικών φαινομένων και φυσικών καταστροφών – μια τάση που μπορεί να συνεχιστεί ή ακόμη και να επιταχυνθεί τις επόμενες δεκαετίες – θέτει περαιτέρω προκλήσεις. Οι χώρες με υψηλό χρέος είναι λιγότερο εξοπλισμένες για να διαχειριστούν τις επιπτώσεις των σοβαρών καιρικών φαινομένων παράλληλα με τις οικονομικές και δημοσιονομικές απαιτήσεις της πράσινης μετάβασης. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να εμβαθύνουν την κατανόησή τους για το πώς οι προσπάθειες μετάβασης επηρεάζουν το κόστος δανεισμού και να εντείνουν τις διεθνείς προσπάθειές τους για την αντιμετώπιση τόσο των κλιματικών προκλήσεων όσο και των προκλήσεων του δημόσιου χρέους.
Σοφία Ανυφαντάκη (οικονομολόγος ΕΚΤ), Μαριάνα Μπλιξ Γκριμάλντι (Κεντρική Τράπεζα Σουηδίας), Κάρλος Μαντέιρα (Κεντρική Τράπεζα Χιλής), Σιμόνα Μαλοβάνα (Κεντρική Τράπεζα Τσεχίας), Γεώργιος Παπαδόπουλος (Τράπεζα της Ελλάδος)