Η κατανάλωση τροφίμων που περιέχουν ορισμένες χρωστικές και συντηρητικά συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, διαβήτη, υπέρτασης και καρδιαγγειακών παθήσεων, δείχνουν τρεις γαλλικές μελέτες που ενισχύουν τις γνώσεις σχετικά με τις επιπτώσεις των τροποποιημένων τροφίμων στην υγεία.
Ανάλυση των στοιχείων πραγματοποιήθηκε από τις Sanam Shah και Anaïs Hasenböhler υπό την εποπτεία της επιδημιολόγου Mathilde Touvier, διευθύντριας έρευνας στο Inserm.
Ερευνήθηκε η κατανάλωση ορισμένων πρόσθετων, χρωστικών τροφίμων από το E100 μέχρι το E199, και συντηρητικών και αντιοξειδωτικών, από το E200 ως το E299 και από το E300 ως το E399, σε δείγμα 100.000 ατόμων (NutriNet-Santé).
Οι μελέτες δημοσιεύονται στις επιθεωρήσεις Diabetes Care, European Journal of Epidemiology et European Heart Journal και στόχος τους είναι «να διαφωτίσουν την δημόσια πολιτική» σχετικά με την σύνδεση ορισμένων ασθενειών με την κατανάλωση πρόσθετων που περιέχονται στα τρόφιμα.
Για πρώτη φορά αναδεικνύεται η σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση χρωστικών τροφίμων και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 και καρκίνου, καθώς και ανάμεσα στην κατανάλωση συντηρητικών και τον κίνδυνο εμφάνισης υπέρτασης και καρδιαγγειακών παθήσεων.
Έτσι, οι μεγαλύτεροι καταναλωτές χρωστικών έχουν, σε σχέση με τα άτομα που εκτίθενται λιγότερο στις ουσίες αυτές, αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 (+38%), καρκίνου (+14%) και καρκίνου του μαστού (+21% και +32% μετά την εμμηνόπαυση).
Από την πλευρά τους, οι μεγαλύτεροι καταναλωτές συντηρητικών -κυρίως σορβικού καλίου E202 και κιτρικού οξέος E330 -διατρέχουν αυξημένο κατά 24% κίνδυνο να εμφανίσουν υπέρταση σε σχέση με τα άτομα με χαμηλή έκθεση και αυξημένο κατά 16% κίνδυνο για την εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων.
Αν και αυτές οι μελέτες δεν αποδεικνύουν καθαυτές σχέση αιτίου-αιτιατού, προστίθενται σε ένα ευρύ corpus που δείχνει τις επιπτώσεις της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων στην υγεία, υπενθυμίζει η Mathilde Touvier.
Σε παγκόσμιο επίπεδο «στις 104 μελέτες που εξετάζουν την σχέση ανάμεσα στα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα και την υγεία, 93 δείχνουν με πολύ συγκροτημένο τρόπο τις αρνητικές επιπτώσεις.
«Η δέσμη των επιχειρημάτων είναι αρκετά ισχυρή ώστε να υποστηρίξει κανείς ότι πρέπει να υπάρξουν μέτρα σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής», λέει.
Οι νέες μελέτες αυξάνουν την ανάγκη για τον περιορισμό της έκθεσης του πληθυσμού στα μη σημαντικά πρόσθετα και για την επιλογή τροφίμων καθόλου ή τροποποιημένων σε μικρό βαθμό.
Για την ΜΚΟ Foodwatch, οι μελέτες αυτές «πρέπει να προκαλέσουν πολιτικό ηλεκτροσόκ». Η ΜΚΟ υπενθυμίζει ότι εδώ και χρόνια διατυπώνεται το αίτημα της απαγόρευσης των νιτρικών αλάτων, που έχουν αποδεδειγμένη σχέση με τον καρκίνο που παχέος εντέρου και της ασπαρτάμης, που θεωρείται πιθανώς καρκινογόνα.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΕΙΛΗ
Επίσης, μια νέα σειρά άρθρων που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «The Lancet» εντοπίζει ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα (UPF) εκτοπίζουν τα φρέσκα και ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα και γεύματα, υποβαθμίζουν την ποιότητα της διατροφής και συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο πολλών χρόνιων ασθενειών.
Τα UPFs είναι εμπορικά προϊόντα κατασκευασμένα από φθηνά βιομηχανικά συστατικά, όπως υδρογονωμένα έλαια, καθώς και πρόσθετα τροφίμων, όπως χρωστικές, τεχνητά γλυκαντικά, γαλακτωματοποιητές.
Το πρώτο άρθρο του Lancet εξετάζει τα επιστημονικά στοιχεία για τα UPFs και την υγεία και παρουσιάζει δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία τα UPFs εκτοπίζουν καθιερωμένα διατροφικά πρότυπα, υποβαθμίζουν την ποιότητα της διατροφής και συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο πολλών χρόνιων ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή.
Σύμφωνα με στοιχεία από εθνικές έρευνες, η εκτιμώμενη συμβολή των UPFs στις συνολικές αγορές τροφίμων των νοικοκυριών ή στην ημερήσια πρόσληψη έχει τριπλασιαστεί στην Ισπανία (από 11% σε 32%) και την Κίνα (από 4% σε 10%) τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, και έχει αυξηθεί (από 10% σε 23%) στο Μεξικό και τη Βραζιλία τις προηγούμενες τέσσερις δεκαετίες.
Στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκε ελαφρώς τα τελευταία είκοσι χρόνια, διατηρώντας επίπεδα άνω του 50%.
Επισημαίνεται ότι η διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε UPFs συνδέεται με υπερκατανάλωση τροφής, κακή διατροφική ποιότητα (υπερβολική ζάχαρη και ανθυγιεινά λιπαρά, πολύ λίγες φυτικές ίνες και πρωτεΐνες) και μεγαλύτερη έκθεση σε επιβλαβείς χημικές ουσίες και πρόσθετα.
Επιπλέον, μια συστηματική ανασκόπηση 104 μακροχρόνιων μελετών εντόπισε ότι οι 92 από αυτές ανέφεραν αυξημένο κίνδυνο για μία ή περισσότερες χρόνιες ασθένειες, με μετα-αναλύσεις να δείχνουν σημαντικές συσχετίσεις για δώδεκα παθήσεις, μεταξύ των οποίων η παχυσαρκία, ο διαβήτης τύπου 2, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, η κατάθλιψη και η πρόωρη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες.
συγγραφείς αναγνωρίζουν πάντως ότι η έλλειψη μακροχρόνιων κλινικών και κοινοτικών δοκιμών αποτελούν σημαντική ανάγκη για μελλοντική έρευνα, όπως και ο εντοπισμός υποομάδων τροφίμων με διαφορετική θρεπτική αξία.
Το δεύτερο άρθρο περιγράφει την ανάγκη θέσπισης συγκεκριμένων πολιτικών που θα συμπληρώσουν την υπάρχουσα νομοθεσία για τη ρύθμιση και μείωση της παραγωγής, της προώθησης και της κατανάλωσης των UPFs, ώστε οι μεγάλες εταιρείες να λογοδοτούν για τον ρόλο τους στην προώθηση ανθυγιεινής διατροφής.
Μεταξύ άλλων προτείνουν αυστηρότερους περιορισμούς μάρκετινγκ, ειδικά για διαφημίσεις που απευθύνονται σε παιδιά, απαγόρευση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων σε δημόσιους φορείς, όπως σχολεία και νοσοκομεία, και θέσπιση ορίων στην πώλησή τους και στον χώρο που καταλαμβάνουν στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Ως επιτυχημένο παράδειγμα αναδεικνύουν το εθνικό πρόγραμμα σχολικής σίτισης της Βραζιλίας, το οποίο έχει εξαλείψει τα περισσότερα UPF και θα απαιτεί το 90% των τροφίμων να είναι φρέσκα ή ελάχιστα επεξεργασμένα έως το 2026.
Τέλος, το τρίτο άρθρο σημειώνει ότι πολυεθνικές εταιρείες – και όχι οι ατομικές επιλογές – καθοδηγούν την άνοδο των UPFs, και ότι μια παγκόσμια υγειονομική απάντηση απέναντι σε αυτή την πρόκληση είναι επείγουσα και εφικτή.
Με παγκόσμιες ετήσιες πωλήσεις 1,9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τα UPFs αποτελούν τον πιο κερδοφόρο τομέα τροφίμων. Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι εταιρείες UPFs χρησιμοποιούν φθηνά συστατικά και βιομηχανικές μεθόδους για τη μείωση του κόστους, σε συνδυασμό με επιθετικό μάρκετινγκ, ελκυστικό σχεδιασμό για να ενισχύσουν την κατανάλωση και πολιτικές πιέσεις.
The post Καρκίνος, διαβήτης, καρδιαγγειακές παθήσεις appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.