
«Ποιος είναι;». Η χαρακτηριστική, μπάσα φωνή του Γιάννη Οικονομίδη ακούστηκε από το πουθενά όταν μπήκα στην πολυκατοικία της οδού Ζαΐμη στα Εξάρχεια όπου βρίσκονται τα γραφεία της εταιρείας Αργοναύτες. Ηταν το σημείο του ραντεβού μας γι’ αυτό το γεύμα. «Ο φίλος σου», απάντησα στο κενό αφού δεν έβλεπα κανέναν. «Σε ποιον όροφο έρχομαι;». «Κατέβα στο υπόγειο!», η απάντηση. Κατέβηκα τα σκαλιά και βρέθηκα σε έναν χώρο όπου αρκετός κόσμος εργαζόταν. Ο Γιάννης Οικονομίδης δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Φυσικό. Η προετοιμασία για τη διανομή της τελευταίας ταινίας του, «Σπασμένη φλέβα» (προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη), ήταν πυρετώδης και με πολλές απαιτήσεις. Οπότε θα τσιμπούσαμε κάτι εκεί. Τρεις φορές στη διάρκεια της μιας αυτής ώρας που καθίσαμε μαζί ο Γιάννης μού είπε ότι πρέπει να κόψω το τσιγάρο. Το εκτίμησα πολύ.
Γνώρισα τον Γιάννη Οικονομίδη πριν από 22 χρόνια, τότε που η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Σπιρτόκουτο», έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αφήνοντας κόκαλο όλους όσοι την είδαν. Ενας νέος σκηνοθέτης είχε γεννηθεί. Ενας πολύ οργισμένος νέος σκηνοθέτης που ξεμπρόστιαζε χωρίς πολλά πολλά ένα πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας που όλοι ξέραμε αλλά δεν θέλαμε να βλέπουμε και να θυμόμαστε. Τότε μιλήσαμε για πρώτη φορά. Επρόκειτο να ακολουθήσουν συνεντεύξεις για όλες τις κατοπινές ταινίες του. Ο οργισμένος νέος μεγάλωνε (κάποια στιγμή έγινε και πατέρας), όμως η οργή του δεν κόπαζε. Και οι ταινίες του, από την «Ψυχή στο στόμα» και τον «Μαχαιροβγάλτη» ως το «Μικρό ψάρι» και την «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς», είναι η απόδειξη.
Συμπτωματικά, στο δωμάτιο όπου αποφασίσαμε να συζητήσουμε, ο Οικονομίδης κάθισε κάτω από μια ταμπέλα που έλεγε «Good vibes». Το παρατήρησα και γέλασε. Πάντα τα vibes ανάμεσά μας ήταν εξαιρετικά. Θυμηθήκαμε για λίγο μία από τις παλαιότερες συνεντεύξεις μας, για τον «Μαχαιροβγάλτη», που είχε γίνει στο πρώην καφέ Κοραή στην Ιπποκράτους. Παρόντος του ηθοποιού Βαγγέλη Μουρίκη που παίζει εκεί, αν και όχι στη «Σπασμένη φλέβα», της οποίας το σενάριο συνυπογράφει με τον Οικονομίδη. «Πάει κι ο Κοραής…». Νιώθω παράπονο στη φωνή του Γιάννη. Είναι άνθρωπος που δένεται με πρόσωπα και χώρους και εκείνο το καφέ ήταν αγαπημένο του σημείο. Το ίδιο αισθάνεται και για τους συνεργάτες του. «Οι ηθοποιοί με τους οποίους συνεργάζομαι έχουν αποκτήσει μια εμπιστοσύνη, έχουν καταλάβει τη μέθοδό μου και αν είμαι ικανοποιημένος τόσο με την απόδοσή τους όσο και με τη σχέση που έχουμε χτίσει μαζί, προσπαθώ να το συνεχίσω. Ασε που γινόμαστε και φίλοι στην πορεία. Αλλά δεν είναι το φιλικό. Αμα δεν υπάρχει ρόλος, δεν θα “φυτέψω” κάποιον στη διανομή επειδή είναι φίλος. Ολη η δουλειά μου είναι να φέρω τον ηθοποιό στο χείλος του γκρεμού και όλη η δουλειά του ηθοποιού είναι να αφεθεί και να πέσει, ενώ μια κάμερα και ένα μικρόφωνο τον καταγράφουν».
Σύντομα στην κουβέντα προέκυψε η τελευταία ταινία του. Του μίλησα για την υψηλού επιπέδου παραγωγή που εμφανώς είναι η «Σπασμένη φλέβα». Σε όλα. Αλλά και πολύ «μαύρη». Αυτό το κολασμένο οδοιπορικό ενός αποτυχημένου επιχειρηματία (Βασίλης Μπισμπίκης) που έχοντας φτάσει στον απόλυτο πάτο, το απόλυτο οικονομικό αδιέξοδο, θα κάνει ό,τι πιο φρικώδες μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους για να ξελασπώσει, είναι μια ταινία πιο «μαύρη» ακόμα και από το «Μικρό ψάρι». Προκαλεί βαθιά στεναχώρια. Ενα ερώτημα είναι, γιατί τόσο μαύρη;
Το πεπρωμένο και ο θάνατος
«Γιατί η μεγάλη τέχνη είναι πάντα μαύρη», απάντησε ο Οικονομίδης. «Είναι αυτό που έλεγε ο Γκοντάρ στην ταινία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ (σ.σ.: “Nouvelle Vague” – προβάλλεται στις αίθουσες), “δύο πράγματα απασχολούν τα μεγάλα έργα τέχνης: το πεπρωμένο και ο θάνατος”. Αυτά είναι τα βασικά θέματα στην ταινία μου. Γιατί, βλέπεις, υπάρχει το μαύρο και το μαύρο. Υπάρχει το μονοδιάστατο μαύρο, όπως το αποκαλούν οι διευθυντές φωτογραφίας και οι “κολορίστες”, και υπάρχει και το μαύρο με αποχρώσεις. Αυτό που λέμε “γράφει καλά στο μαύρο”. Είναι το τρισδιάστατο μαύρο, έχει γκάμα και ποιότητα. Αυτό κάνει ένα έργο τέχνης ελκυστικό. Ενδιαφέρον. Εργο που να μας αφορά. Το μονοδιάστατο μαύρο απωθεί και γίνεται βαρετό».
Στη «Σπασμένη φλέβα» όλα τα παραπάνω φαίνονται ξεκάθαρα στον (αντι)ήρωα του Βασίλη Μπισμπίκη (ο οποίος μάλιστα εμφανίστηκε κάποια στιγμή στην αίθουσα), που ποτέ δεν ξέρεις ποια θα είναι η εξέλιξή του. Για τον Οικονομίδη «ο ήρωας του Βασίλη είναι ένας χαρακτήρας που και τον αντιπαθείς αλλά και τον συμπαθείς. Η σχέση του θεατή με τον πρωταγωνιστή νομίζω ότι είναι πολύ ενδιαφέρουσα σε αυτή την ταινία. Γιατί είναι μια σχέση κρύου – ζέστης· περίεργης θερμοκρασίας. Τη μια σε βγάζει από τα ρούχα σου, την άλλη θες να τον αγκαλιάσεις». Ακόμα ένα χαρακτηριστικό των ταινιών του Οικονομίδη. Ομως ο ίδιος θεωρεί ότι στη συγκεκριμένη ταινία έχει εξελιχθεί πάρα πολύ. «Είναι φτιαγμένο με πιο μεγάλη μαστοριά. Γιατί ο ήρωας του Βασίλη είναι διαβολικά ελκυστικός».
Το σενάριο της «Σπασμένης φλέβας» δουλεύτηκε πολύ. Ο Οικονομίδης το ξεκίνησε με τον Βαγγέλη Μουρίκη στις αρχές του κορωνοϊού. Μάλιστα, ο σκηνοθέτης είχε και μια περιπέτεια υγείας, την οποία όμως ξεπέρασε. «Το παιδέψαμε πολύ. Το παίξαμε, το σπικάραμε». Το σύστημά τους ήταν να βρίσκονται μαζί όταν δεν είχαν άλλες δεσμεύσεις και να το επεξεργάζονται. Η ιδέα ήταν του ίδιου του Οικονομίδη, «χαλαρή» την αποκάλεσε. Ο Μουρίκης τον βοήθησε στο «νετάρισμα». «Ο Βαγγέλης με βοήθησε να βάλω σε ένα καλούπι το σκόρπιο. Και μετά μπήκαν όλα τα άλλα – η ιστορία, η πλοκή, οι χαρακτήρες. Πάντα το πιο δύσκολο είναι να γραφτεί το πρώτο draft. Οταν αυτό γίνει, έχεις έναν μπούσουλα. Επίσης σημασία έχουν οι πολλές κουβέντες που κάνεις πριν ακόμα ξεκινήσεις να γράφεις. Πού θέλουμε να το πάμε, ήταν το ερώτημα. Τι ταινία θέλουμε να κάνουμε τώρα. Γιατί όταν ξεκινήσαμε με τον Βαγγέλη, ξέραμε ότι αυτή η ταινία θα βγει ύστερα από πέντε χρόνια. Τουλάχιστον. Θα είμαστε ξεπερασμένοι μέχρι τότε; Θα μας έχει ξεπεράσει η πραγματικότητα; Ποια Ελλάδα θα υπάρχει σε πέντε χρόνια; Είναι σημαντικά ερωτήματα».
«Είδαμε αυτό που έρχεται»
Ομως τελικά «καταφέραμε να δούμε αυτό που έρχεται», συνέχισε ο σκηνοθέτης. «Οπως το καταφέραμε με το “Σπιρτόκουτο” και τον εγκλεισμό, με την “Ψυχή στο στόμα” και την άνοδο του φασισμού και όλη αυτή τη σπατάλη της νιότης που βρίσκει καταφύγιο στους ακροδεξιούς. Ή με το “Μικρό ψάρι”, όταν βγήκαν στη φόρα όλα αυτά τα αποτρόπαια ζητήματα με τους παιδόφιλους και τους παιδεραστές. Οταν γυρίζω μια ταινία, γυρίζω την κοινωνικοπολιτική εποχή που ζω εκείνη την ώρα. Και αυτό το λέω γιατί γίνονται συνέχεια αλλαγές, χωρίς να αλλάζει βέβαια ποτέ ο στόχος».
Ο Γιάννης Οικονομίδης μπήκε στον χώρο του σινεμά κάπως τυχαία. «Χοντρικά μιλώντας, αναζητούσα μια αφορμή για να αφήσω τη Νομική», είπε. «Ούτως ή άλλως στη Σχολή Καλών Τεχνών ήθελα να πάω, αλλά πιέστηκα και λίγο από το σπίτι μου… Στη Νομική πήγα για έναν χρόνο, φρίκαρα τελείως και συμπτωματικά είδα στη λεωφόρο Αλεξάνδρας μια σχολή κινηματογράφου, της Ευγενείας Χατζίκου, και γράφτηκα. Από εκεί τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Ομως από εκείνη την περίοδο κρατάω τα χρόνια της Ταινιοθήκης, τότε στην Κανάρη. Εκεί κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Βλέποντας τη μία ταινία πίσω από την άλλη, χειμώνα – καλοκαίρι. Εκεί μου αποκαλύφθηκε τι είναι το σινεμά, τι είναι οι ηθοποιοί στο σινεμά, τι σημαίνει παίξιμο, εκεί ένιωσα την αγανάκτηση συγκρίνοντας το πώς έπαιζαν οι ξένοι ηθοποιοί με τους δικούς μας, όλα αυτά…».
Πλησιάζοντας προς το τέλος, ρώτησα τον Οικονομίδη αν έχει αγωνία που σε λίγο καιρό μία ακόμη ταινία του θα δοκιμαστεί με το κοινό. Ο Οικονομίδης έχει φτιάξει έναν γερό πυρήνα θεατών που τον ακολουθούν πιστά. Δεν είναι όμως και βάρος όλο αυτό; «Ο,τι ήταν να κάνω, το ‘κανα», απάντησε. «Το κατοστάρικό μου το ‘τρεξα. Πάμε γι’ άλλα τώρα. Αλλά, ναι, είναι ο κόσμος. Πώς θ’ ανταποκριθεί; Το μόνο που στ’ αλήθεια με απασχολεί είναι πώς θα τιμήσω αυτόν τον κόσμο. Από την πρώτη μου ταινία αυτό με ενδιέφερε. Ο άλλος που θα ‘ρθει να δώσει οκτώ ευρώ για να δει την ταινία μου να μην κλαίει μετά τα λεφτά του. Είναι θέμα τιμής για μένα ο κόσμος να μην κλαίει τα λεφτά του έχοντας δει ταινία μου. Θέμα τιμής γιατί μπορεί να μην είχε λεφτά και να ‘ρθε. Με το υστέρημά του πήγε να δει μια ταινία. Ε, από αυτόν θέλω να ακούσω να λέει “άξιζε τον κόπο”».
Στο περασμένο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είδα τον Γιάννη Οικονομίδη ως ηθοποιό στην ταινία «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάτυ» του Γιώργου Γεωργόπουλου που ήταν και η καλύτερη ελληνική ταινία της διοργάνωσης. Αν και επιλεκτικός στις εμφανίσεις του, έχει κάνει πολύ ωραία περάσματα είτε ως «χρυσαυγίτης» στην ταινία «Μαζί ή τίποτα» του Φατίχ Ακίν είτε ως «μεσάζοντας» στον υπόκοσμο, παλαιότερα, στην «Αγρύπνια» του Νίκου Γραμματικού. Η κουβέντα μας στρέφεται για λίγο προς το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης γιατί έχει ενδιαφέρον που ο Γιάννης Οικονομίδης ανήκει σε μια γενιά σκηνοθετών που προέκυψε μετά τα «πέτρινα χρόνια» του ελληνικού σινεμά, στις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Τότε που, πλην εξαιρέσεων όπως οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου ή του Παντελή Βούλγαρη ή κάποιες αναλαμπές νέων σκηνοθετών όπως ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης («Από την άκρη της πόλης»), ο Σωτήρης Γκορίτσας («Βαλκανιζατέρ») και ο Αντώνης Κόκκινος («Τέλος εποχής»), στην ουσία κανείς δεν ενδιαφερόταν για το ελληνικό σινεμά. «Ολος ο στόχος της πλειοψηφίας των ελληνικών ταινιών που γυρίζονταν στα “πέτρινα χρόνια” του ελληνικού σινεμά ήταν για να παιχτούν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης», είπε ο Οικονομίδης. «Προβολές με δύο – τρία άτομα… Ακόμα και οι σκηνοθέτες τους είχαν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ότι θα βρουν κανονικό κοινό στην Αθήνα. Αυτό το κατάλοιπο παραμένει ακόμα στη συνείδηση μιας μερίδας του κινηματογραφικού κόσμου. Υπάρχει ακόμα αυτή η παλιά νοοτροπία, ότι κινηματογραφικά όλα γίνονται για να καταλήξουν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ομως αυτό έχει τελειώσει προ πολλού. Σήμερα, ευτυχώς, υπάρχει κοινό που βλέπει ελληνικό σινεμά. Ασχολείται. Υπάρχει κοινωνικό ενδιαφέρον. Οι ελληνικές ταινίες άρχισαν να ξυπνούν την κοινωνία των Ελλήνων. Υπάρχουν ταινίες που το έχουν καταφέρει και κουνάνε τα θεμέλια. Κάτι γίνεται».