Οι αντιδράσεις επί των φορολογικών μεταρρυθμίσεων που προβλέπονται στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό όχι μόνο δεν καταλαγιάζουν, αλλά και εντείνονται, ενώ η κυβέρνηση Albanese φέρεται «πιο ανοιχτή» στο να προχωρήσει σε αλλαγές… επί των αλλαγών που ανακοινώθηκαν.
Στον απόηχο δημοσκοπήσεων που καταγράφουν αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια υπό εξέταση -σύμφωνα με δημοσιεύματα των εφημερίδων του Ομίλου Nine- είναι τροποίηση της πρότασης για επιβολή φόρου 30% σε καταπιστεύματα (discretionary testamentary trusts).
Η αντιπολίτευση κάνει λόγο για «φόρο θανάτου» (death tax – κληρονομιάς), με την κυβέρνηση να επιμένει ότι «κλείνει φορολογικά ‘παραθυράκια’».
Τα discretionary testamentary trusts (καταπιστεύματα κληρονομιάς με διακριτική ευχέρεια) χρησιμοποιούνται από ορισμένες εύπορες οικογένειες για τη διανομή χρημάτων μέσω διαθήκης, διασφαλίζοντας παράλληλα προστασία περιουσιακών στοιχείων, ευελιξία και έλεγχο στον τρόπο μεταβίβασης του πλούτου, εξήγησε στο AAP, η Geraldine Magarey, στέλεχος της Chartered Accountants ANZ.
«Συνήθως χρησιμοποιούνται από οικογένειες με σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, συχνά ακίνητα, επενδύσεις ή πλούτο από μικρές επιχειρήσεις, και είναι ιδιαίτερα χρήσιμα όταν υπάρχουν παιδιά, ευάλωτοι δικαιούχοι ή επιθυμία διαχείρισης του πλούτου μεταξύ γενεών», επισήμανε.
Ο «σκιώδης υπουργός» Οικονομικών, Tim Wilson, σχολιάζοντας τις αλλαγές που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών, Jim Chalmers, υποστήριξε ότι «η κυβέρνηση Albanese έκρυψε έναν ‘φόρο θανάτου’ 30% στον προϋπολογισμό κακής πίστης».
«Ήλπιζε ότι θα περνούσε στα κρυφά την επίθεσή της στις οικογενειακές αποταμιεύσεις χωρίς να το αντιληφθούν οι Αυστραλοί».
Τα σχόλια του κ. Wilson έγιναν μετά από αναφορές της εφημερίδας The Australian, ότι στα έγγραφα του προϋπολογισμού κρύβεται «φόρος θανάτου» 30%, που στοχεύει δημοφιλή οικογενειακά καταπιστεύματα.
«Οι νέοι που επενδύουν σε ETFs, κρυπτονομίσματα και μετοχές έχουν καταλάβει ότι αυτός ο προϋπολογισμός στοχεύει να ‘γονατίσει’ τις αποταμιεύσεις τους, επιβάλλοντας φόρο στις επενδυμένες καταθέσεις για πρώτη κατοικία, και τώρα βάζουν στο στόχαστρο ακόμη και οποιαδήποτε κληρονομιά», επισήμανε ο κ. Wilson.
Ο πρωθυπουργός, Anthony Albanese, ερωτηθείς -επανειλημμένα- σχετικά αρνήθηκε ότι οι αλλαγές που ανακοινώθηκαν ισοδυναμούν με «φόρο κληρονομιάς».
«Υπάρχει μια σειρά εξαιρέσεων που περιγράφηκαν (στον προϋπολογισμό)», δήλωσε.
«Αν, για παράδειγμα, υπάρχει ήδη discretionary testamentary trust, αυτό συνεχίζει να ισχύει στο μέλλον, ενώ και τα fixed trusts συνεχίζουν επίσης να εξαιρούνται».
Ωστόσο, ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, Angus Taylor, επέμεινε ότι ο φόρος 30% στα νέα discretionary testamentary trusts αποτελεί ξεκάθαρα έναν «φόρο κληρονομιάς από την πίσω πόρτα».
«Αυτή είναι μια δομή (καταπιστεύματος) που χρησιμοποιεί η πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων σε αυτή τη χώρα … μέσα σε αυτή την επίθεση της κυβέρνησης κατά της φιλοδοξίας, θέλουν να αναγκάσουν καθεμία από αυτές τις μικρές επιχειρήσεις να αναδιαρθρωθεί», είπε.
Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις στη φορολόγηση των καταπιστευμάτων κλείνουν «παραθυράκια».
Ο Δρ Chalmers επιμένει ότι δεν υπάρχουν «φόροι κληρονομιάς» ή «death duties» στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Τόνισε επίσης, όπως ο κ. Albanese. ότι οι κληρονομιές (deceased estates), τα fixed trusts και τα ήδη υπάρχοντα testamentary discretionary trusts θα παραμείνουν εξαιρούμενα από τις αλλαγές, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση στοχεύει στα «παραθυράκια» που επιτρέπουν σε κάποιους να πληρώνουν λιγότερο φόρο και όχι στον ίδιο τον κληρονομικό πλούτο.
Υπογράμμισε δε ότι οι οικογένειες θα εξακολουθούν να μπορούν να δημιουργούν fixed testamentary trusts μέσω διαθηκών, εάν θέλουν να αποφύγουν τον προτεινόμενο ελάχιστο φορολογικό συντελεστή 30% για ορισμένες discretionary trust δομές.
Ο Δρ Chalmers κατηγόρησε τους αντιπάλους της κυβέρνησης ότι διεξάγουν «εκστρατεία φόβου» γύρω από τις αλλαγές, επιμένοντας ότι η κυβέρνηση ήταν εξαρχής διαφανής σχετικά με τα μέτρα.
Στα πιο πρόσφατα στοιχεία του Australian Taxation Office (ΑΤΟ), τα οποία αφορούν το οικονομικό έτος 2022-23, υπήρχαν 10.516 testamentary trusts στη χώρα, συμπεριλαμβανομένων fixed και discretionary.
Οι Εργατικοί, σημειώνεται, έχουν απόλυτη πλειοψηφία στην Κάτω Βουλή, ωστόσο για να περάσει οποιαδήποτε αλλαγή στη νομοθεσία η κυβέρνηση χρειάζεται τη στήριξη άλλων κομμάτων και ανεξάρτητων γερουσιαστών στην Άνω Βουλή (Γερουσία).
Επί του παρόντος, οι Πράσινοι αναφέρουν ότι οι αμφιλεγόμενες φορολογικές αλλαγές του προϋπολογισμού (σε σχέση με την αρνητική μόχλευση -negative gearing- και τον φόρο υπεραξία κεφαλαίου – CGT- εκτός από τα καταπιστεύματα) αποτελούν ένα «βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», όμως θέλουν το Εργατικό Κόμμα να προχωρήσει «πιο μακριά» προτού δεσμευτούν ότι θα τις στηρίξουν.
Ο εκπρόσωπος των Πράσινων για οικονομικά ζητήματα, Nick McKim, μιλώντας στο ABC, δήλωσε ότι «αντιμέτωποι με μια ευκαιρία που παρουσιάζεται μία φορά ανά γενιά για να μεταφερθεί μεγαλύτερο μέρος του φορολογικού βάρους στους υπερπλούσιους ανθρώπους, και ιδιαίτερα στους υπερπλούσιους κερδοσκόπους ακινήτων, οι Εργατικοί έκαναν πίσω».
Οι αλλαγές, είπε, αποτελούν ένα «βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», όμως, οι Πράσινοι θα «συγκρουστούν» με την κυβέρνηση για την απόφασή της να εξαιρέσει από τις αλλαγές τους υφιστάμενους επενδυτές ακινήτων.
«Εμείς θα ανακτούσαμε πολύ περισσότερα από τους υπερπλούσιους επενδυτές ακινήτων και θα επενδύαμε αυτά τα χρήματα σε μια πραγματική φορολογική ελάφρυνση για τους εργαζόμενους, που θα τους βοηθούσε αυτή τη στιγμή καθώς συνθλίβονται από την αύξηση των τιμών παντού», ανέφερε ο κ. McKim.
Την ίδια ώρα, επιχειρηματικές οργανώσεις έχουν καλέσει την κυβέρνηση να μην επισπεύσει την ψήφιση του «φορολογικού πακέτου», με τη σχετική νομοθεσία να αναμένεται να κατατεθεί στο επόμενο δεκαπενθήμερο συνεδριάσεων, το οποίο αρχίζει αυτή τη Δευτέρα.
ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΩΝ
Τα έγγραφα του προϋπολογισμού κάνουν λόγο για «ελάχιστο φόρο 30%» επί των discretionary trusts, από την 1η Ιουλίου 2028.
Η εισαγωγή του «θα σημαίνει έναν πιο δίκαιο φορολογικό συντελεστή που καταβάλλεται επί του εισοδήματος από discretionary trusts, ευθυγραμμίζοντας καλύτερα τον φορολογικό συντελεστή επί του εισοδήματος από καταπιστεύματα με τους φορολογικούς συντελεστές που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι».
Η αυξανόμενη χρήση των καταπιστευμάτων γίνεται «όλο και πιο μη βιώσιμη».
Από το 2001–02, ο αριθμός τους στην Αυστραλία έχει διπλασιαστεί, ξεπερνώντας την αύξηση των εταιρειών (οι οποίες έχουν αυξηθεί κατά 70%).
Η Αυστραλία έχει πλέον πάνω από ένα εκατομμύριο καταπιστεύματα, εκ των οποίων περίπου 840.000 (80%) είναι discretionary.
Αυτά το 2022–23 προχώρησαν σε διανομή 142,4 δισ. δολ. εισοδήματος σε άλλες οντότητες, με μέση ετήσια αύξηση εισοδήματος 7,8% από το 2011–12.
Τα καταπιστεύματα, συμπεριλαμβανομένων των discretionary, μπορούν να συμβάλουν στην προστασία των περιουσιακών στοιχείων και στον σχεδιασμό της διαδοχής.
Ωστόσο, τα discretionary επιτρέπουν επίσης την επίτευξη χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών μέσω της «διαίρεσης εισοδήματος», όπου οι διαχειριστές τους κατανέμουν το σύνολο ή μέρος του εισοδήματός τους σε άλλους που έχουν χαμηλότερο οριακό φορολογικό συντελεστή, ενώ συχνά διατηρούν το εισόδημα.
Πολλές αναθεωρήσεις του φορολογικού συστήματος τα τελευταία 50 χρόνια έχουν εγείρει ανησυχίες ότι διαφορετικές δομές που χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση περιουσιακών στοιχείων ή την απόκτηση εισοδήματος μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικά φορολογικά αποτελέσματα για άτομα με παρόμοια επίπεδα εισοδήματος.
Η εισαγωγή ενός ελάχιστου φόρου 30% φέρνει το φορολογικό αποτέλεσμα για το εισόδημα που αποκτάται σε ένα διακριτικό καταπίστευμα πιο κοντά σε αυτό των μισθωτών που πληρώνουν οριακό συντελεστή 30% για εισοδήματα μεταξύ 45.001 και 135.000 δολαρίων. Αυτό βελτιώνει τη δικαιοσύνη και τη βιωσιμότητα του φορολογικού συστήματος.
Οι βασικές πτυχές των αλλαγών θα οριστικοποιηθούν μετά από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Η αναστολή φόρου θα είναι διαθέσιμη για να βοηθήσει τις μικρές επιχειρήσεις και άλλους που επιθυμούν να αναδιαρθρωθούν από ένα διακριτικό καταπίστευμα σε άλλες ρυθμίσεις, όπως μια εταιρεία ή ένα σταθερό καταπίστευμα.
Από την 1η Ιανουαρίου 2027, ο Διαμεσολαβητής για τις Μικρές Επιχειρήσεις και τις Οικογενειακές Επιχειρήσεις της Αυστραλίας θα είναι διαθέσιμος για να βοηθήσει τις μικρές επιχειρήσεις να κατανοήσουν τις επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους και πού μπορούν να λάβουν περαιτέρω συμβουλές.
Ο ελάχιστος φόρος δεν θα ισχύει για άλλους τύπους καταπιστευμάτων, όπως τα σταθερά και ευρέως διαδεδομένα καταπιστεύματα, τα συμμορφούμενα superannuation funds, τα ειδικά καταπιστεύματα για άτομα με αναπηρία, τις κληρονομιές αποθανόντων (deceased estates) και τα φιλανθρωπικά καταπιστεύματα (charitable trusts).
Ορισμένοι τύποι εισοδήματος, όπως το εισόδημα από πρωτογενή παραγωγή, ορισμένα εισοδήματα που σχετίζονται με ευάλωτους ανηλίκους, ποσά στα οποία εφαρμόζεται παρακράτηση φόρου μη κατοίκων, καθώς και εισόδημα από περιουσιακά στοιχεία από καταπιστεύματα διαθηξών που υφίστανται κατά την ανακοίνωση, θα εξαιρούνται επίσης.
Ο Stephen Bartos, καθηγητής οικονομικών στο University of Canberra, δήλωσε στο SBS ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν φόρος κληρονομιάς, επειδή οι προτεινόμενες αλλαγές αφορούν μόνο μια συγκεκριμένη φορολογική δομή κατασπιστευμάτων.
«Στην ουσία, οι αλλαγές σημαίνουν ότι στο μέλλον οι άνθρωποι δεν θα μπορούν να δημιουργούν trusts με τρόπο που να επιτρέπει τον κατακερματισμό εισοδήματος και, κατά συνέπεια, την αποφυγή φόρων», είπε.
«Άρα δεν εφαρμόζονται αναδρομικά. Πρόκειται για μια αλλαγή που θα ισχύσει στο μέλλον και στόχος της είναι ουσιαστικά να κλείσει αυτό το ‘παραθυράκι’».
Τεχνικά, ανέφερε το SBS, η Αυστραλία εξακολουθεί να μην διαθέτει επίσημο φόρο κληρονομιάς ή estate duty.
Οι δικαιούχοι δεν φορολογούνται απλώς και μόνο επειδή λαμβάνουν χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία από μια κληρονομιά, ενώ οι φόροι κληρονομιάς καταργήθηκαν πανεθνικά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Ωστόσο, φοροτεχνικοί επισημαίνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από ό,τι αφήνουν να εννοηθεί τα πολιτικά συνθήματα.
Διάφοροι φόροι μπορούν ήδη να προκύψουν μετά τον θάνατο, ιδιαίτερα μέσω της υπερημερίας (superannuation), των κεφαλαιακών κερδών και των trust structures.
Αν και τα κληρονομούμενα περιουσιακά στοιχεία συνήθως μεταβιβάζονται αρχικά χωρίς φόρο, οι δικαιούχοι ενδέχεται αργότερα να φορολογηθούν για το εισόδημα που παράγουν αυτά τα στοιχεία ή να πληρώσουν φόρο κεφαλαιακών κερδών αν αυτά πωληθούν.
Οι φόροι που αφορούν παροχές superannuation μετά θάνατον θεωρείται ότι δεν είναι ευρέως κατανοητοί.
Το superannuation που καταβάλλεται σε σύζυγο ή οικονομικά εξαρτώμενο πρόσωπο είναι γενικά αφορολόγητη, όμως ενήλικα παιδιά που κληρονομούν υπόλοιπα super μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπα με φόρο σε μέρος αυτών των ποσών, ανάλογα με τη δομή του λογαριασμού.
The post Πολιτική σύγκρουση για τις αλλαγές στη φορολογία appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.