Η αμερικανική ομαδική συνομιλία για Υεμένη, στο διεθνή Τύπο

Η εβδομάδα που πέρασε χαρακτηρίστηκε από μια σοβαρή παραβίαση πρωτοκόλλων ασφαλείας στις ΗΠΑ

Η εβδομάδα που πέρασε χαρακτηρίστηκε από μια σοβαρή παραβίαση πρωτοκόλλων ασφαλείας στις ΗΠΑ, με το περιστατικό με τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας Μάικλ Γουόλτς να κυριαρχεί στην επικαιρότητα. Οι δύο αξιωματούχοι πρόσθεσαν κατά λάθος τον αρχισυντάκτη του The Atlantic, Τζέφρι Γκόλντμπεργκ, σε μια ομαδική συνομιλία στο Signal όπου συζητούσαν απόρρητα σχέδια βομβαρδισμού στόχων των Χούθι στην Υεμένη.

Το περιστατικό χαρακτηρίστηκε από αναλυτές ως μια «εξαιρετικά σοβαρή παραβίαση» με πολλαπλές επιπτώσεις: διπλωματική ζημιά, στρατιωτικό κίνδυνο και υπονόμευση της στρατιωτικής κουλτούρας και επαγγελματισμού. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική ήταν η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης που υποβάθμισε το περιστατικό, ενώ σε παρόμοιες περιπτώσεις οποιοσδήποτε στρατιωτικός θα αντιμετώπιζε άμεση απομάκρυνση και ποινική έρευνα.

Παράλληλα, σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον της δημοκρατίας στις ΗΠΑ εξέφρασε ο καθηγητής του Χάρβαρντ StevenLevitsky, υποστηρίζοντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ μετατρέπει τη χώρα σε αυταρχικό κράτος, ακολουθώντας το «ουγγρικό μοντέλο» του Βίκτορ Όρμπαν, αλλά με πιο ανοιχτά αυταρχικό τρόπο.

Στη Μέση Ανατολή, η κατάσταση στη Γάζα παραμένει κρίσιμη. Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση των 59 ομήρων, οι “Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις” επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους, περικυκλώνοντας το Τελ Σουλτάν στη Ράφα και εισχωρώντας σε περιοχές της Χαν Γιουνίς. Την ίδια στιγμή, έκκληση για αποκατάσταση της εξουσίας των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου απηύθυναν οι Bassam Aramin, Rami Elhanan και JavierBardem, καταγγέλλοντας την παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και τη συνέχιση της γενοκτονίας στη Γάζα.

Στην Ασία, η Ιαπωνία και η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθούν βαθύτερους στρατηγικούς δεσμούς μέσα σε έναν ασταθή κόσμο, έχοντας ήδη συνάψει τη Σύμπραξη Ασφάλειας και Άμυνας ΕΕ-Ιαπωνίας. Με την Ιαπωνία να στοχεύει στην αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ και την ΕΕ σε επιπλέον αμυντικές δαπάνες έως €800 δισεκατομμύρια, διαφαίνεται μια σημαντική ευκαιρία για ενίσχυση των δεσμών τους.

Τέλος, μια αχτίδα ελπίδας προσφέρουν οι πρόσφατες συνομιλίες μεταξύ των αντιπροσωπειών των ΗΠΑ και της Ρωσίας στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας για μια περιορισμένη κατάπαυση του πυρός στη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας, ενώ ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν συνεχίζει τις προσπάθειες να ηγηθεί της ευρωπαϊκής άμυνας, ανακοινώνοντας νέο πακέτο στρατιωτικής βοήθειας 2 δισ. ευρώ για την Ουκρανία.

Ο Τύπος της Δύσης

Ο David French, σε ανάλυση του με τίτλο «Το χειρότερο μέρος του σκανδάλου της ομαδικής συνομιλίας του Πιτ Χέγκσεθ» που δημοσιεύθηκε στις 25 Μαρτίου στην New York Times, αναλύει την σοβαρή παραβίαση πρωτοκόλλων ασφαλείας από στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης. Το περιστατικό αφορά τον υπουργό άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας Μάικλ Γουόλτς, οι οποίοι πρόσθεσαν κατά λάθος τον Τζέφρι Γκόλντμπεργκ, αρχισυντάκτη του The Atlantic, σε μια ομαδική συνομιλία στο Signal όπου συζητούσαν σχέδια βομβαρδισμού στόχων των Χούθι στην Υεμένη. Ο French, πρώην στρατιωτικός νομικός, χαρακτηρίζει αυτό το περιστατικό ως «εξαιρετικά σοβαρή παραβίαση των πρωτοκόλλων ασφαλείας» με πολλαπλές επιπτώσεις: Διπλωματική ζημιά λόγω αποκάλυψης ιδιωτικών συζητήσεων, στρατιωτικό κίνδυνο επειδή οι Χούθι θα μπορούσαν να μετακινήσουν στόχους ή να αντεπιτεθούν και υπονόμευση της στρατιωτικής κουλτούρας και επαγγελματισμού. Ο French τονίζει την υποκρισία της αμερικανικής κυβέρνησης που υποβαθμίζει το περιστατικό, ενώ υπό άλλες συνθήκες οποιοσδήποτε στρατιωτικός θα αντιμετώπιζε άμεση απομάκρυνση και ποινική έρευνα για παρόμοια παραβίαση. Καταλήγει ότι η διατήρηση του Χέγκσεθ στη θέση του σηματοδοτεί επικίνδυνη μετατόπιση προς έναν πολιτικοποιημένο στρατό όπου η πολιτική πίστη υπερισχύει του επαγγελματισμού, γεγονός που μειώνει την αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεων.

Στο άρθρο της Marina Hyde με τίτλο «Πόλεμος και Ειρήνη με τον Ντόναλντ και τον Πιτ – και η χειρότερη ομαδική συνομιλία που είδε ποτέ ο κόσμος», που δημοσιεύτηκε στις 25 Μαρτίου στην The Guardian, περιγράφεται μια σοβαρή παραβίαση ασφαλείας από υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ. Συγκεκριμένα περιγράφεται η κατά λάθος προσθήκη του αρχισυντάκτη του περιοδικού Atlantic Τζέφρι Γκόλντμπεργκ σε μια ομάδα συνομιλίας Signal από τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Μάικ Γουόλτς. Σε αυτή τη συνομιλία, όπου συμμετείχαν και ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, τα μέλη μοιράζονταν απόρρητες πληροφορίες για στρατιωτική επιχείρηση στην Υεμένη. Στη συνομιλία, οι αξιωματούχοι χρησιμοποιούσαν emojis όπως «γροθιά», «αμερικανική σημαία» και «φλόγες» ενώ συζητούσαν για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, εξέφραζαν περιφρόνηση προς την Ευρώπη, με τον Χέγκσεθ να χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή στρατιωτική συνεισφορά ως «άθλια» και τον Βανς να παραπονιέται για τη «διάσωση της Ευρώπης ξανά». Αντί να αναλάβουν την ευθύνη, η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε να επιτεθεί στον δημοσιογράφο, με τον Χέγκσεθ να αποκαλεί τον Γκόλντμπεργκ «δόλιο και αναξιόπιστο και δήθεν δημοσιογράφο». Αυτό συμβαίνει παρά τις προηγούμενες δηλώσεις τους για αυστηρή τιμωρία όσων διαρρέουν διαβαθμισμένες πληροφορίες, όπως συνέβη με την Χίλαρι Κλίντον. Το περιστατικό αποκαλύπτει τόσο την υποκρισία όσο και την επικίνδυνη ανικανότητα της αμερικανικής κυβέρνησης σε θέματα εθνικής ασφάλειας.

Στο άρθρο με τίτλο «Για την ασφάλεια και ένα λαμπρό μέλλον για την Παλαιστίνη και το Ισραήλ», που δημοσιεύτηκε από τους Bassam Aramin, Rami Elhanan και Javier Bardem στην El Pais (ημερομηνία πρόσβασης 27 Μαρτίου), εκφράζεται έντονη καταδίκη για τις βίαιες επιθέσεις της κυβέρνησης Νετανιάχου στη Γάζα. Οι συγγραφείς καταγγέλλουν την παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και τη συνέχιση της γενοκτονίας με την έγκριση των ΗΠΑ, θυσιάζοντας τόσο αθώους Παλαιστίνιους όσο και Ισραηλινούς ομήρους στη Γάζα. Απευθύνουν έκκληση σε όλη την ανθρωπότητα για αποκατάσταση της εξουσίας των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου, προειδοποιώντας για έναν κόσμο όπου επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Η σιωπή για τις φρικαλεότητες στη Γάζα, όπου ο πληθυσμός στερείται τροφής, νερού, φαρμάκων και ηλεκτρικού, καθώς και για τις καταστροφές στη Δυτική Όχθη, ενθαρρύνει τη συνέχιση αυτής της καταστροφικής πολιτικής. Οι Elhanan και Aramin καλούν όλες τις χώρες να αναγνωρίσουν επίσημα το Κράτος της Παλαιστίνης ακολουθώντας το παράδειγμα της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, της Νορβηγίας και της Πολωνίας. Εκ μέρους περισσότερων από 800 παλαιστινιακών και ισραηλινών οικογενειών του Φόρουμ Πενθούντων Οικογενειών, απαιτούν την απελευθέρωση όλων των ομήρων από τη Χαμάς και των αθώων Παλαιστίνιων κρατουμένων από τις ισραηλινές φυλακές, τον τερματισμό κάθε μορφής βίας και την επιστροφή στον διάλογο. Τα παιδιά της Παλαιστίνης και του Ισραήλ έχουν δικαίωμα να ζήσουν με ασφάλεια και να έχουν ένα λαμπρό μέλλον.

Ο καθηγητής του Χάρβαρντ και συγγραφέας του πολυσυζητημένου βιβλίο του «Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες», Steven Levitsky, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Der Spiegel («Αυτή τη στιγμή, οι ΗΠΑ παύουν να είναι δημοκρατία», ημερομηνία πρόσβασης 27η Μαρτίου), υποστηρίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ μετατρέπει τις ΗΠΑ σε αυταρχικό κράτος. Σύμφωνα με τον Levitsky, βιώνουμε την κατάρρευση της αμερικανικής δημοκρατίας και τη στροφή προς μια μορφή «ανταγωνιστικού αυταρχισμού». Τα τυπικά δημοκρατικά θεσμικά όργανα διατηρούνται, αλλά η ουσία της δημοκρατίας διαβρώνεται. Ο Τραμπ στελεχώνει κρίσιμους θεσμούς διορίζοντας πιστούς οπαδούς του και χρησιμοποιώντας το κράτος ως όπλο κατά των αντιπάλων του. Ο Levitsky επισημαίνει ότι η κυβέρνηση Τραμπ ακολουθεί το «ουγγρικό μοντέλο» του Βίκτορ Όρμπαν, αλλά με πιο ανοιχτά αυταρχικό τρόπο. Παράλληλα, τονίζει τον απροσδόκητο ρόλο του Ίλον Μασκ, που αποτελεί νέο στοιχείο στο αυταρχικό εγχειρίδιο λόγω της πρωτοφανούς συγκέντρωσης πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής εξουσίας στο πρόσωπό του. Οι συνταγματικοί έλεγχοι και ισορροπίες αποτυγχάνουν καθώς το Ρεπουμπλικανικό κόμμα υπακούει τυφλά στον πρόεδρο. Ο Levitsky εκφράζει ανησυχία για την αυτολογοκρισία και τη συμμόρφωση επιχειρηματικών και ακαδημαϊκών ηγετών. Παρά την απαισιοδοξία του, πιστεύει ότι ο Τραμπ μπορεί ακόμη να ανασχεθεί λόγω της περιορισμένης δημοτικότητάς του. Καλεί τους πολίτες να υπερασπιστούν τη δημοκρατία, τονίζοντας ότι αυτή η μορφή αυταρχισμού δεν είναι μη αναστρέψιμη, αλλά απαιτεί συλλογική δράση από οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων, πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και το Δημοκρατικό κόμμα.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Ο Αμπντέλ-Μονέιμ Σαΐντ, στο άρθρο του «Το συριακό ζήτημα» που ήταν δημοσιευμένο στην Al Ahram στις 26 Μαρτίου, αναλύει ιστορικά το πρόβλημα της ενότητας στη Συρία. Διαχρονικά, το ζήτημα αφορά τη διατήρηση ενός κράτους ικανού να εγκαθιδρύσει ένα σταθερό εθνικό σύστημα διακυβέρνησης που να ενσωματώνει την πολιτική πολυφωνία και την εθνοτική και θρησκευτική ποικιλομορφία. Μετά την ανατροπή του καθεστώτος Μπάαθ από την Χαγιάτ Ταχρίρ Αλ-Σαμ (HTS), οι ελπίδες επικεντρώνονται στη μετάβαση προς ένα τέτοιο σύστημα. Ο συγγραφέας αναφέρεται στη θεωρία του Τζέιμς Ρόζεναου για τη δυναμική των κρατών μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, που ταλαντεύεται μεταξύ ολοκλήρωσης και διάσπασης. Στον αραβικό κόσμο, η εθνικιστική σχολή υποστήριζε ότι η κοινή συμμετοχή στην «αραβική πατρίδα» έπρεπε να δημιουργήσει έναν υπερκείμενο δεσμό που θα υπερίσχυε των θρησκευτικών και εθνοτικών διαφορών. Στο παρελθόν στην περίπτωση της Συρίας αυτό εφαρμόστηκε μέσω μηχανισμών που καταπίεζαν τις διαφορετικές παραδόσεις και την ποικιλομορφία. Αντίθετα, η φιλελεύθερη σχολή προσφέρει λύσεις που βασίζονται στον ατομικισμό και την ισότητα των πολιτών ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή φύλου. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Συρία μπορεί να υιοθετήσει αυτή την προσέγγιση όπως άλλες αραβικές χώρες που δεν είναι βυθισμένες στον σεκταρισμό και τις θρησκευτικές πολιτοφυλακές.

Σύμφωνα με το κύριο άρθρο της Jerusalem Post με τίτλο «Η επιστροφή στη μάχη εναντίον της Χαμάς μπορεί να είναι η μόνη επιλογή που απομένει για το Ισραήλ», που δημοσιεύτηκε στις 26 Μαρτίου, οι εκπρόσωποι της ισραηλινής κυβέρνησης πρέπει να εξηγήσουν στο έθνος γιατί είναι αναγκαία η επέκταση της στρατιωτικής επιχείρησης στη Γάζα. Σχεδόν χίλιοι στρατιώτες έχουν χάσει τη ζωή τους και 16.000 έχουν τραυματιστεί από την έναρξη της εισβολής μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023. Με την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση των 59 ομήρων, οι IDF επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους, περικυκλώνοντας το Τελ Σουλτάν στη Ράφα και εισχωρώντας σε ανατολικές περιοχές της Χαν Γιουνίς. Η Χαμάς δημοσίευσε άλλο ένα προπαγανδιστικό βίντεο με τους ομήρους Ελκάνα Μποχμπότ και Γιοσέφ-Χαΐμ Οχάνα, που απήχθησαν από το μουσικό φεστιβάλ Nova, δείχνοντας τις δύσκολες συνθήκες κράτησης. Το Ισραήλ είναι πλέον διχασμένο, με τις διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης για την πολιτική που, σύμφωνα με τους διαδηλωτές, θέτει την εξάλειψη της Χαμάς πάνω από την απελευθέρωση των ομήρων να συνεχίζονται . Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι οι διαμαρτυρίες δεν στρέφονται κατά της Χαμάς, που είναι η βασική αιτία παραμονής των ομήρων στη Γάζα. Η επιστροφή στις εχθροπραξίες ίσως είναι η μόνη επιλογή, αλλά όπως τονίζει το άρθρο υπάρχει άμεση ανάγκη να εξηγηθούν οι πολιτικές της κυβέρνησης με σαφήνεια προς το έθνος και να εξασφαλιστεί η εσωτερική νομιμοποίηση για μια εκστρατεία που θα απαιτήσει τεράστιες θυσίες.

Ο Τύπος της Ασίας

Οι Lionel Laurent και Gearoid Reidy, στο άρθρο τους με τίτλο «Ιαπωνία-Ευρώπη: Η συμμαχία ασφαλείας που χρειάζεται τώρα ο κόσμος» που ήταν δημοσιευμένο στις 27 Μαρτίου στην Japan Times, υποστηρίζουν ότι το Τόκιο και οι Βρυξέλλες πρέπει να προωθήσουν βαθύτερους στρατηγικούς δεσμούς μέσα σε έναν ασταθή κόσμο. Η Ιαπωνία και η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιράζονται πολλά κοινά στοιχεία ως σύμβολα της αμερικανικής ανασυγκρότησης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και οι δύο παρακολουθούν με ανησυχία τις απειλές ασφαλείας που συσσωρεύονται στα σύνορά τους υπό τη μορφή της Ρωσίας και της Κίνας, ενώ αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο στρατηγικής εγκατάλειψης από τις ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο, λίγο πριν την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, το Τόκιο και οι Βρυξέλλες σύναψαν τη Σύμπραξη Ασφάλειας και Άμυνας ΕΕ-Ιαπωνίας. Όμως οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι πρέπει να προχωρήσουν περαιτέρω, καθώς η διοίκηση Τραμπ επιτίθεται στους Ευρωπαίους συμμάχους και αμφισβητεί τη στήριξή της στο ΝΑΤΟ. Η Ιαπωνία, η οποία είναι η 10η χώρα παγκοσμίως σε στρατιωτικές δαπάνες, στοχεύει να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το διμερές εμπόριο ΕΕ-Ιαπωνίας ύψους €188,6 δισεκατομμυρίων μπορεί να βοηθήσει στην άμυνα κατά των δασμών του Τραμπ. Με την ΕΕ να στοχεύει σε επιπλέον αμυντικές δαπάνες έως €800 δισεκατομμύρια, υπάρχει τεράστια ευκαιρία για την Ιαπωνία να ενισχύσει τον τομέα εξαγωγών του αμυντικού της εξοπλισμού. Το Πρόγραμμα Παγκόσμιου Μαχητικού Αεροσκάφους μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Ιαπωνίας και Ιταλίας αποτελεί δοκιμαστική βάση για μελλοντικά έργα. Η πρόκληση για το Τόκιο είναι να χαλαρώσει περαιτέρω τους κανόνες για τις αμυντικές εξαγωγές, ενώ η ΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις δικές της αντιφάσεις, ιδίως σχετικά με την Κίνα και τη δέσμευση για προβολή ισχύος εκτός της περιοχής της.

Το κύριο άρθρο της China Daily με τίτλο «Δραματική πρόοδος εκτός εμβέλειας» που δημοσιεύτηκε στις 25 Μαρτίου, αναφέρει ότι οι πρόσφατες συνομιλίες μεταξύ των αντιπροσωπειών των ΗΠΑ και της Ρωσίας στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας προσφέρουν μια αχτίδα ελπίδας για πρόοδο προς μια περιορισμένη κατάπαυση του πυρός στη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας. Παρόλο που οι δύο πλευρές εξακολουθούν να έχουν διαφορές σε βασικά ζητήματα, το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες με τις αντιπροσωπείες των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Ουκρανίας στον ίδιο χώρο, σηματοδοτεί μια πιθανή στροφή από την κλιμάκωση του πεδίου μάχης στη διπλωματική δέσμευση. Οι συζητήσεις διάρκειας 12 ωρών επικεντρώθηκαν κυρίως στην εξασφάλιση προσωρινής παύσης των επιθέσεων στη ναυτιλία της Μαύρης Θάλασσας και στην αναβίωση της Πρωτοβουλίας για τα Σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας. Η κατάπαυση του πυρός 30 ημερών που διαμεσολαβήθηκε από τις ΗΠΑ είναι ένα μικρό αλλά ουσιαστικό βήμα προόδου. Η Κίνα διατηρεί από καιρό τη θέση ότι η στρατιωτική δύναμη δεν θα επιλύσει τις γεωπολιτικές κρίσεις και προωθεί ενεργά την ειρήνη μέσω πρωτοβουλιών όπως η Ομάδα Φίλων για την Ειρήνη. Για να επιτύχει οποιαδήποτε ειρηνευτική διαδικασία, η διεθνής κοινότητα —ιδιαίτερα οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες— θα πρέπει να υιοθετήσουν μια ισορροπημένη προσέγγιση. Ενώ οι πρόσφατες προσπάθειες διαμεσολάβησης της Ουάσιγκτον είναι αξιέπαινες, η διαρκής ειρήνη θα είναι δυνατή μόνο αν ληφθούν υπόψη δίκαια τα συμφέροντα ασφαλείας τόσο της Ρωσίας όσο και της Ουκρανίας. Η διεθνής κοινότητα πρέπει να συνεργαστεί για να δημιουργήσει συνθήκες ευνοϊκές για άμεσες διαπραγματεύσεις Ρωσίας-Ουκρανίας, απαλλαγμένες από εξωτερικό εξαναγκασμό.

Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας

«Η Ζαχάροβα κατηγόρησε τις προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις για την καταστροφή των σχέσεων με τη Ρωσία» ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος της Izvestia στις 27 Μαρτίου, σύμφωνα με το οποίο η εκπρόσωπος του Ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα δήλωσε ότι οι διμερείς σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Ουάσινγκτον παραμένουν εξαιρετικά δύσκολες λόγω της μακροχρόνιας πολιτικής των προηγούμενων αμερικανικών κυβερνήσεων. Σχολιάζοντας τα καθήκοντα του νέου Ρώσου Πρέσβη στις ΗΠΑ Αλεξάντερ Ντάρτσιεφ, η Ζαχάροβα τόνισε ότι θα εφαρμόσει την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας στη χώρα υποδοχής. Πρόσθεσε ότι ο Ντάρτσιεφ θα πρέπει να εργαστεί για την επανέναρξη των επαφών με την αμερικανική πλευρά, μια κατάσταση που περιπλέκεται από το γεγονός ότι οι προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις «κατέστρεψαν αυτές τις διμερείς σχέσεις». Μεταξύ των προτεραιοτήτων είναι η αποκατάσταση της λειτουργίας της πρεσβείας, η οποία έχει παρεμποδιστεί για πολλά χρόνια. Ο Πρόεδρος Πούτιν διόρισε τον Ντάρτσιεφ, Διευθυντή του Τμήματος Βόρειου Ατλαντικού του Ρωσικού ΥΠΕΞ, στις 6 Μαρτίου. Οι ΗΠΑ εξέδωσαν agrément για τον διορισμό του στις 28 Φεβρουαρίου, και η αναχώρησή του για την Ουάσιγκτον αναμένεται σύντομα.

Ο Alex Cadier στο άρθρο του με τίτλο «Καθώς ο Μακρόν συζητά για την ενίσχυση της άμυνας της Ευρώπης, η Ουκρανία αναμένει πραγματικά αποτελέσματα», που δημοσιεύτηκε στο Kyiv Independent στις 27 Μαρτίου, αναλύει τις προσπάθειες του Γάλλου προέδρου να ηγηθεί της ευρωπαϊκής άμυνας. Καθώς ο Μακρόν φιλοξενεί νέα σύνοδο για την Ουκρανία στο Παρίσι, παραμένει το ερώτημα εάν η Ευρώπη μπορεί να στηρίξει το Κίεβο χωρίς τις ΗΠΑ. Στις 5 Μαρτίου, ο Μακρόν τόνισε την ανάγκη προετοιμασίας απέναντι στις ρωσικές απειλές χωρίς αμερικανική υποστήριξη. Ο Γάλλος Πρόεδρος ανακοίνωσε νέο πακέτο στρατιωτικής βοήθειας 2 δισ. ευρώ για την Ουκρανία, που περιλαμβάνει αντιαρματικούς πυραύλους, συστήματα αεράμυνας και πυρομαχικά. Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες, υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις. Η πιθανή αποστολή ευρωπαϊκών ειρηνευτικών δυνάμεων στην Ουκρανία φαίνεται ανέφικτη, καθώς οι ευρωπαϊκοί στρατοί λειτουργούν εντός του πλαισίου του ΝΑΤΟ και εξαρτώνται από αμερικανική υποστήριξη. Ο Μακρόν προτείνει επίσης συζητήσεις για το γαλλικό πυρηνικό οπλοστάσιο ως αποτρεπτικό παράγοντα έναντι της Ρωσίας, με την Πολωνία και τη Γερμανία να δείχνουν ενδιαφέρον. Παράλληλα, η ΕΕ κινητοποιείται με πρωτοβουλίες όπως ένα ταμείο 150 δισ. ευρώ για την ευρωπαϊκή άμυνα, αλλά η εξεύρεση χρηματοδότησης παραμένει σημαντική πρόκληση για τη Γαλλία και την Ευρώπη.