Παίζω, εδώ και μήνες, ένα χαζοπαιχνιδάκι στο κινητό μου. Υποτίθεται για να εξασκώ την παρατηρητικότητά μου, στην πραγματικότητα επειδή έχω κολλήσει. Στα ενδιάμεσα πέφτουν κάποιες διαφημίσεις. Από λογιστικό γραφείο στη Νέα Χαλκηδόνα μέχρι τσιπουράδικο στη Μενεμένη. Και πολλές εφαρμογές. Πώς να καταγράψω τον ύπνο μου, πώς να γυμναστώ στην καρέκλα μου και άλλα τέτοια. Τις προσπερνώ χωρίς να τις προσέξω μέχρι που μια μου έκανε κλικ. Κάτι περίεργο γινόταν εδώ. Λοιπόν, για να μην πολυλογώ, στη συγκεκριμένη εφαρμογή βάζεις μία φωτογραφία δική σου και μια φωτογραφία κάποιου που σου αρέσει. Που μπορεί να είναι ο Μπραντ Πιτ, ο Τζορτζ Κλούνι ή ο Εϊντριεν Μπρόντι ο οποίος είναι η δική μου αδυναμία. Λίγα δευτερόλεπτα για να ολοκληρωθεί το loading και αρχίζουν μεταξύ σας τα γλωσσόφιλα και τα φασώματα.
Αν το έκανα; Βεβαίως. Με τον Εϊντριεν Μπρόντι. Δεν θα πω πολλά μη με κόψουν από το κοντρόλ, αλλά μόλις ο Εϊντριεν με έριξε στο κρεβάτι και το γκρο (που ήταν η αναπαραγωγή του πορτρέτου μου) έγινε γενικό πλάνο, είχα ένα σώμα, συνδυασμό Ζιζέλ και Χάιντι Κλουμ τουλάχιστον. Η γάμπα μου ήταν όσο είναι, στην πραγματικότητα, ολόκληρο το πόδι μου. Και, φυσικά, κοντυλένια. Από κει και πέρα μηδενικό ενδιαφέρον για τον Εϊντριεν, θαύμαζα την κορμάρα που ποτέ δεν είχα. Σε μισό λεπτό όμως έπεσαν τίτλοι τέλους κι εγώ κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Και προσγειώθηκα στην πεζή, με παραπάνω κιλά και κυτταρίτιδα αλλά πολύ ανακουφιστική πραγματικότητα.
Για να υπάρχουν αυτές οι εφαρμογές, σημαίνει ότι πουλάνε. Αναρωτήθηκα ποιοι τις χρησιμοποιούν και μελαγχόλησα. Φαντάστηκα μοναχικά πλάσματα απανταχού του πλανήτη, «…κάτι χλωμές, κάτι χοντρούλες με γυαλιά» όπως περιγράφουν στο τραγούδι τους «Κορίτσια της συγγνώμης» ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας, αγόρια άχαρα και πάντα στο «απ’ έξω» της παρέας, να «σπάνε» τους τοίχους ενός δωματίου όπου ασφυκτιά μια θαμπή καθημερινότητα και να μεταφέρονται, σαν την Ευρώπη στη ράχη του ταύρου – Δία, σε μια αισθησιακή φαντασμαγορία. Να μην τη φαντασιώνονται, αλλά να βλέπουν τον ίδιο τους τον εαυτό σε ποθητές αγκαλιές. Εστω και με αυτήν την εκνευριστική και απωθητική, για εμένα, τελειότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Χάλια. Μια εικονική πραγματικότητα με θέα σε μια «ρεαλιστική ουτοπία». Ενα υποκατάστατο αισθήσεων που δεν προμηνύει τίποτα καλό. Η εξορία της σάρκας σε ένα παρελθόν που ακόμη είναι πολύ κοντινό, αλλά σε λίγο θα μοιάζει πολύ μακρινό. Αν όμως… Αν αυτή η συνθήκη που έμενα μου φαίνεται αποκρουστική και στα όρια της διαστροφής, προσφέρει μια ψευδαίσθηση παρηγοριάς σε αυτά τα άτομα; Ναι, αλλά είναι ψευδαίσθηση και εκεί έξω παραμονεύει ο πραγματικός κόσμος. Ναι, αλλά το χαμόγελο που θα χαραχτεί, έστω και στιγμιαία, στο πρόσωπο αυτών των χλωμών ανθρώπων που αισθάνονται έξω από παντού, δεν αξίζει τη συνθηκολόγηση με την ψευδαίσθηση;
Και στο κάτω κάτω, ποιος είναι ο πραγματικός κόσμος; Οχι μόνο τώρα, ανέκαθεν. Οταν ο Φεντερίκο Φελίνι μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια στο Ρίμινι, η μητέρα του τού έλεγε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Και εκείνος απαντούσε: «Αφού έτσι τα θυμάμαι, έτσι ήταν». Δεν είναι κι αυτό ένα είδος Τεχνητής Νοημοσύνης;