
Ηταν το πρωινό της 2ας Απριλίου όταν ο Σάκης Γρίβας βγήκε από το σπίτι του, πήρε καφέ και τυρόπιτα, ανέβηκε στην νταλίκα και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει για δουλειά. Το προηγούμενο βράδυ είχε ακούσει για μία δολοφονία στους Αγίους Αναργύρους, αλλά δεν έδωσε σημασία. Λίγο πριν γυρίσει το κλειδί στη μηχανή, το τηλέφωνο σήμανε εισερχόμενη κλήση. Μία γυναικεία φωνή τον ρωτούσε αν γνωρίζει την Κυριακή Γρίβα από τους Αγίους Αναργύρους. Πάγωσε. Η είδηση της δολοφονίας ήχησε σαν σειρήνα στο μυαλό του. «Πες μου ότι δεν είναι το φονικό που έμαθα χθες βράδυ», της είπε. «Εχει πεθάνει», άκουσε τη γυναικεία φωνή να του λέει.
Ετρεξε στο Αστυνομικό Τμήμα των Αγίων Αναργύρων. Είδε μία λίμνη αίματος στο πεζοδρόμιο. Πιάστηκε από την τελευταία ελπίδα του, ζητώντας να μιλήσει με τον αξιωματικό υπηρεσίας μήπως και πρόκειται για άλλη γυναίκα. Δεν του επέτρεψαν την είσοδο. Τον παρέπεμψαν στο Ζεφύρι, στο Τμήμα που θα αναλάμβανε την υπόθεση. Και εκεί έμαθε ότι πρόκειται για την κόρη του.
Χθες, έξω από το Τμήμα των Αγίων Αναργύρων, αποκαλύφθηκε το μνημείο για την Κυριακή Γρίβα, της νέας γυναίκας που δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της, σχεδόν μπροστά στο φυλάκιο του φρουρού. Οταν πήγε να ζητήσει βοήθεια στο Τμήμα, επειδή την απειλούσε, άκουσε ότι πρέπει να τηλεφωνήσει στην Αμεση Δράση. Και λίγο αργότερα της είπαν ότι τα περιπολικά δεν είναι ταξί. Μερικές στιγμές μετά, ήταν νεκρή στο πεζοδρόμιο.
Εναν χρόνο μετά, ο δράστης είναι στο Ψυχιατρείο, στον Κορυδαλλό. Η αξιωματικός υπηρεσίας, που είχε βάρδια εκείνο το βράδυ, συνταξιοδοτήθηκε. Ο τηλεφωνητής και μία αστυφύλακας μετατέθηκαν. Και ο φρουρός της εισόδου, ένας αστυνομικός με ποινικό μητρώο, αποτάχθηκε. Εμειναν οι γονείς της Κυριακής να έχουν τον πόνο για σκιά τους. Τι δικαίωση, άραγε, να ζητήσουν αυτοί οι άνθρωποι; Και από ποιον; Χθες στάθηκαν μπροστά στο μνημείο της κόρης τους. Οσοι βρέθηκαν εκεί, στα αποκαλυπτήρια, είδαν μπροστά τους και ένα δεύτερο μνημείο. Είναι ένας βωμός, αφιερωμένος στο ελληνικό κράτος.