
Νέο σχεδιασμό επί χάρτου για την ελληνοτουρκική προσέγγιση κάνουν Αθήνα και Αγκυρα, αφότου οι δύο πλευρές, διά των υπουργών Εξωτερικών, έλυσαν το φρένο για τον καθορισμό της συνάντησης Κυριάκου Μητσοτάκη – Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και της ταυτόχρονης συνεδρίασης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) στην Αγκυρα. Τα σενάρια για το ραντεβού κορυφής παραμένουν από τη στιγμή που μένει ανοιχτή η ημερομηνία, ωστόσο κρατιέται προσώρας ζωντανή η προοπτική για το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου. Διπλωματικές πηγές προσδιορίζουν τις εξελίξεις «μετά το Πάσχα», ενώ η θετική ατζέντα ξεκλειδώνει και με τη συμφωνία διοργάνωσης ελληνικής επιχειρηματικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη (8-9 Μαΐου).
Ο Απρίλιος είχε τεθεί ως (ανανεωμένος) στόχος κατά τη συνάντηση Γιώργου Γεραπετρίτη – Χακάν Φιντάν στις 18 Μαρτίου, στο περιθώριο της άτυπης διάσκεψης για το Κυπριακό στη Γενεύη, ωστόσο η αιφνίδια σύλληψη του Εκρέμ Ιμάμογλου την επόμενη ημέρα και η ρευστή κατάσταση στην άλλη πλευρά του Αιγαίου δημιούργησαν – σύμφωνα με την ελληνική πλευρά – «δυσχερείς» συνθήκες. Στο περιθώριο της συνόδου των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες φάνηκε, όπως δημοσίευσαν «ΤΑ ΝΕΑ» προ δεκαημέρου, ότι ο ορίζοντας του Απριλίου δεν χάθηκε οριστικά και ότι η Αθήνα δεν θέλει να εκπέμψει μήνυμα αδρανοποίησης της διαδικασίας. Και αυτό παρότι, σύμφωνα με πληροφορίες, μέχρι τα τέλη Μαρτίου δεν είχαν εκκινήσει οι προπαρασκευαστικές συνεννοήσεις για οριστικοποίηση της ατζέντας του ΑΣΣ.
Ο οδικός χάρτης του ελληνοτουρκικού διαλόγου προμηνύει έναν δύσκολο μήνα με ορόσημα, που απαιτούν λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς. Δεν είναι μόνο ότι τα γεγονότα με τον Ιμάμογλου έβαλαν νέες παραμέτρους (αυτές περί κράτους δικαίου) στο τοπίο – «Ο σεβασμός των πολιτικών ελευθεριών αποτελεί βασικό συστατικό μιας δημοκρατίας», έλεγε ο Μητσοτάκης, με την Αθήνα να μην εμφανίζεται ως επισπεύδουσα για το ραντεβού κορυφής. Είναι κυρίως το γεγονός ότι στο ίδιο χρονοδιάγραμμα αναμένεται να ανοίξουν άλλα δύο κρίσιμα κεφάλαια. Αρμόδιες πηγές λένε ότι, ανεξάρτητα από τις συνεννοήσεις με την Αγκυρα, τοποθετείται μέχρι το τέλος Απριλίου τόσο η επανέναρξη των ερευνών για την πόντιση του καλωδίου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Κρήτης (Great Sea Interconnector – GSI), όσο και η κατάθεση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού στην Κομισιόν.
Ειδικά για το GSI, που βρέθηκε και στο τραπέζι της πρόσφατης συζήτησης μεταξύ Μητσοτάκη και Μπενιαμίν Νετανιάχου στην Ιερουσαλήμ, η Ελλάδα είχε θέσει το ζήτημα των τουρκικών παρενοχλήσεων από το τέλος Ιανουαρίου (στο ραντεβού με τον Φιντάν στην Ντόχα). Στα μέσα Μαρτίου, μετά την τριμερή συνάντηση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ στην Αθήνα με τη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών της Κύπρου Κωνσταντίνου Κόμπου και του Ισραήλ Γκίντεον Σαάρ, εστάλη το μήνυμα ότι το έργο «θα ολοκληρωθεί» και κυρίως το μήνυμα ότι θα ληφθεί μέριμνα ώστε να μην υπάρξει καμία εμπλοκή. Είναι σαφές ότι, πέρα από τη διάσταση του ισραηλινού ενδιαφέροντος και εμπλοκής, κρίνεται σημαντικός ο ρόλος της Γαλλίας ως στρατηγικού εταίρου της Ελλάδας. Ενδεικτικό το προ ημερών σινιάλο Μητσοτάκη από το Ελιζέ ότι το Παρίσι είναι «παρόν» στην Ανατολική Μεσόγειο.