
Στην αρχή ψιλοαδιαφόρησα. Δεν έχω παιδιά και η βία των εφήβων είναι μεν για εμένα ένα πολύ σοβαρό κοινωνικό θέμα, αλλά οι προσλαμβάνουσες που έχω είναι μέσω της ειδησεογραφίας. Οπότε μια τηλεοπτική σειρά με αυτό το θέμα δεν ήταν στις προτεραιότητές μου. Οταν όμως άρχισε να φουντώνει η συζήτηση για το «Adolescence» αποφάσισα να το δω, κυρίως από δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Εξαιρετικός ο πιτσιρικάς, το μονοπλάνο με έκανε να νομίζω ότι είμαι εκεί, σε μια γωνιά του δωματίου, αλλά αυτά είναι, ας πούμε, τα τεχνικά χαρακτηριστικά μιας άρτιας παραγωγής. Η ουσία όμως είναι ότι, εμένα τουλάχιστον, με συγκλόνισε με έναν καταλυτικό τρόπο που δεν άφηνε πολλά περιθώρια για καλλιτεχνικές εκτιμήσεις. Θυμάμαι ότι βλέποντας σερί και τα τέσσερα επεισόδια (όταν αρχίσεις, δεν μπορείς να σταματήσεις) ξεροκατάπινα, ίδρωναν τα χέρια μου, το εφέ ήταν σωματικό. Και φυσικά ήμουν συνέχεια βουρκωμένη. Γιατί; Δεν ξέρω.
Αυτή είναι νομίζω η αξία της Τέχνης. Να σε συγκινεί χωρίς προφανή λόγο. Να προκαλεί δηλαδή ταυτίσεις που, στην πραγματικότητα, δεν υφίστανται. Να προσφέρει πολλές ερμηνείες ανάλογα με το σε ποιον απευθύνεται. «Κουβαλούσα» ωστόσο για μέρες το «Adolescence», ακόμη το «κουβαλώ», εγώ που δεν έχω παιδιά, που το ενδιαφέρον μου γι’ αυτές τις ηλικίες είναι θεωρητικό. Ετσι, το ξαναείδα. Και στο τέλος του δεύτερου επεισοδίου, εκεί που ο πατέρας αφήνει λουλούδια στο σημείο του φόνου, εκεί που ακούγεται το «Fragile» των Police από παιδική χορωδία (με σολίστα τη νεαρή που υποδύεται το κορίτσι που δολοφονήθηκε), εκεί που και την πρώτη φορά που το είδα το κλάμα έγινε λυγμός, συνειδητοποίησα τι είναι αυτό που εμένα με συγκλόνισε στη σειρά. Μα από ένα τραγούδι; Ναι, από ένα τραγούδι. Μα δεν είναι μελό; Ναι, είναι μελό.
Εχω διαβάσει αρκετές αναλύσεις περί του ποιος είναι ο πυρήνας του «Adolescence». Λένε η βιαιότητα και ο μισογυνισμός που καλλιεργείται από το Διαδίκτυο σε αυτές τις ηλικίες. Λένε η συναισθηματική νοημοσύνη του γονιού ακόμη και όταν φέρεται καλά στο παιδί του. Λένε η έλλειψη της σωματικής εκδήλωσης της τρυφερότητας. Ισχύουν όλα αυτά. Για εμένα όμως ο ισχυρότερος παράγοντας της συγκίνησης είναι η συνειδητοποίηση της ευθραυστότητάς μας όπως υπογραμμίζεται και από το τραγούδι. Που μας αφορά είτε είμαστε γονείς είτε όχι, είτε είμαστε παιδιά είτε μεγάλοι. Διότι δεν είναι θέμα ηλικίας ή ιδιότητας. Είναι θέμα εποχής.
Σήμερα, από επιθυμία ή από ανάγκη, έχουμε καλλιεργήσει τις σιγουριές μας. Κυρίως τις συναισθηματικές. Ο «καλός» γονιός κάνει αυτό, ο «κακός» το άλλο. Οι άνθρωποι που σου συμπεριφέρονται έτσι σε αγαπάνε, οι άλλοι όχι. Οπως οι γονείς αισθάνονταν ασφάλεια επειδή το παιδί τους δεν γύριζε στους δρόμους, ήταν εκεί, στο σπίτι, κλεισμένο στο δωμάτιό του, έτσι κι εμείς, ταμπουρωμένοι πίσω από τις συνεπαγωγές μας. Και ξαφνικά ο «γυάλινος κόσμος» μας γίνεται θρύψαλα. Και η έννοια του σωστού και του λάθους, τόσο ρευστή που ξεφεύγει σαν το νερό μέσα από τις παλάμες σου. Τότε συνειδητοποιούμε ότι όσο εμείς ζούμε, μια άλλη πραγματικότητα που μας αφορά άμεσα εξελίσσεται ερήμην μας. Είτε αφορά τα παιδιά μας είτε την υγεία μας είτε τις σχέσεις και τις ισορροπίες. Και απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα είμαστε απολύτως εύθραυστοι.
Με ένα λουλούδι
Πριν από πολλά χρόνια είχα πάει στην κηδεία ενός 11χρονου μαθητή που είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ηταν εκεί όλοι, οι συμμαθήτριες και οι συμμαθητές του, με την επίσημη αμφίεση του σχολείου τους (μπλε φούστα ή παντελόνι, λευκό πουκάμισο) και ένα λουλούδι στο χέρι. Τα πουλάκια μου σπάραζαν στο κλάμα κοιτώντας γύρω τους με απορία. Ενα κλάμα δυνατό, όπως κλαίνε τα μωρά όταν φοβούνται.
Εκείνες οι σκηνές αναδύθηκαν από τη μνήμη μου όσο έβλεπα το «Adolescence». Διότι τα παιδιά πάντα φοβούνται. Διότι όλοι οι άνθρωποι φοβόμαστε. Κι ας το κρύβουμε. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ευθραυστότητά μας.