Με τα σημερινά δεδομένα, η μισή ζωή του Σπύρου Χούπη ήταν επισφαλής, σκληρή, βάναυση, ενίοτε μίζερη, με ελάχιστες δόσεις χαράς που την έκαναν υποφερτή.
Για τα δεδομένα των ημερών και των εποχών στις οποίες έζησε ο Σπύρος Χούπης, η ζωή του ήταν τυπική.
Ο Σπύρος Χούπης έζησε στους πιο ταραγμένους καιρούς του 20ού αιώνα στην Ελλάδα, την Ευρώπη, την Αυστραλία και τον Δυτικό Κόσμο.
Γεννήθηκε στο χωριό Άνω Κρουσούβες του Νομού Σερρών, 100 χιλιόμετρα βόρεια της Θεσσαλονίκης, στην Ελλάδα, στις 3 Μαρτίου 1933.
Θεωρούσε την ημερομηνία γέννησής του ως ένα όμορφο άθροισμα αριθμών.
«Αυτοί είναι οι αριθμοί του Ιησού Χριστού», έλεγε ο Σπύρος. «Ο Χριστός ήταν 33 ετών όταν έκανε τα θαύματά του και σταυρώθηκε γι’ αυτά».
Κατά τη διάρκεια των πρώτων 30 χρόνων της ζωής του Σπύρου, η Ελλάδα σταυρώθηκε επίσης, αλλά είχε να επιδείξει λίγα θαύματα.
Η καταστροφή έπληξε το χωριό του καθώς και εκατοντάδες άλλα σε όλη την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Ναζί προσπάθησαν να καταπνίξουν την ελληνική αντίσταση.
Τα ξημερώματα της 17ης Οκτωβρίου 1941, οι Ναζί εισέβαλαν στα γειτονικά χωριά Κάτω και Άνω Κρουσουβές, στην ελληνική επαρχία της Μακεδονίας – τα έκαψαν, σκότωσαν όλους τους άνδρες ηλικίας από 16 έως 65 ετών και άφησαν τους ηλικιωμένους και τις χήρες να θάψουν τους νεκρούς τους. Αυτό έγινε σε αντίποινα για το γεγονός ότι στα δύο αυτά χωριά κατοικούσαν αντιστασιακοί αγωνιστές.
Με τον πατέρα και τον ενήλικο αδελφό του νεκρούς, ο Σπύρος ήταν πλέον ο αρχηγός της οικογένειας. Ήταν επτά ετών.
Ο Σπύρος και οι έφηβες αδελφές του περπάτησαν 25 χιλιόμετρα μέχρι το ορεινό χωριό της μητέρας του, τα Βρασνά. Η μητέρα του καβάλησε ένα γαϊδουράκι.
Οι επιτάξεις, μαζί με τον αποκλεισμό της Ελλάδας από τους Συμμάχους, είχαν ως αποτέλεσμα τον Μεγάλο Λιμό κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1941-1942, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 300.000 περίπου Ελλήνων.
Ο πατέρας μου δεν πέθανε, αλλά τον έστειλαν να ζητιανέψει.
«Δεν πέθανα από την πείνα το 1941», καυχιόταν. «Δεν πρόκειται να πεθάνω τόσο εύκολα τώρα».
Μόλις τελείωσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, άρχισε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος.
«Ο αδελφός πολεμούσε τον αδελφό» σε αυτόν τον πόλεμο. Στη συνέχεια, τρία χρόνια αργότερα, το 1949, τελείωσε και αυτός, οι κομμουνιστές ηττήθηκαν και η Ελλάδα άρχισε να ανοικοδομείται.
Η ελληνική κυβέρνηση ανοικοδόμησε όλα τα χωριά που είχαν καταστραφεί από τους Ναζί και μετονόμασε το νέο χωριό του Σπύρου Νέα Κερδύλλια, από την κοντινή οροσειρά Κερδύλλιο.
Ο Σπύρος τελείωσε το δημοτικό σχολείο, έγινε οικοδόμος και ίδρυσε και έπαιξε στην ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού. Ήταν ο κορυφαίος παίκτης. Κατά τη διάρκεια των ποδοσφαιρικών αγώνων μεταξύ των ομάδων των χωριών, οι προπονητές έδιναν στους παίκτες τους σταθερά την ίδια εμψυχωτική ομιλία.
«Μαρκάρετε τον Χούπη», έλεγαν οι προπονητές στους παίκτες τους. Ήταν ο μόνος τρόπος για να κερδίσεις τον αγώνα.
Ο Σπύρος παντρεύτηκε την Παναγιώτα, από το ίδιο χωριό και απέκτησε τρία παιδιά.
Ίδρυσε μια οικοδομική επιχείρηση, ενώ διετέλεσε αντιδήμαρχος και δήμαρχος.
Κατά τη διάρκεια των εννέα μηνών που ήταν δήμαρχος πριν φύγει για την Αυστραλία, ο Σπύρος πήγε στην Αθήνα για να εξασφαλίσει μια χρηματοδότηση για το χωριό, καθώς ήθελε να βάλει άσφαλτο από την εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας μέχρι τη μέση του χωριού. Έστειλε δείγματα από τις πηγές και το υπόγειο νερό του χωριού στην Αθήνα για ανάλυση, ώστε να αξιολογηθεί η καταλληλότητά του για ανθρώπινη κατανάλωση και ενέκρινε τα χαρτιά εισαγωγής της νύφης του στο πανεπιστήμιο, καθιστώντας την την πρώτη κάτοικο του χωριού που σπούδασε ποτέ σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Σε ηλικία 38 ετών, ο Σπύρος μετανάστευσε στην Αυστραλία από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας, μαζί με τη σύζυγό του, Παναγιώτα, και τα τρία τους παιδιά, την Άντζελα, 10 ετών, τον Θωμά, 7 ετών και τη Δώρα, 4 ετών, με το πλοίο «Patris», τον Μάρτιο του 1971.
Συχνά αναλογιζόταν τη μαζική μετανάστευση των συμπατριωτών του μεταξύ των ετών 1945 και 1975, λέγοντας ότι ήταν μια κατεστραμμένη γενιά που είχε βιώσει -μεταφορικά μιλώντας- «τα πάθη του Χριστού».
Ο Σπύρος βρήκε τη γαλήνη στην Αυστραλία, αλλά η ζωή ήταν δύσκολη. Δεν μιλούσε Αγγλικά, η υπηρεσία του στην Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα δεν είχε καμία αξία και τα προσόντα του ως οικοδόμου δεν αναγνωρίζονταν. Εργάστηκε σε εργοστάσια.
Βρήκε μια κάποια απόλαυση στο να είναι μέλος του Εργατικού Κόμματος της Αυστραλίας. Συγκλονίστηκε όταν συνάντησε τον πρώην πρωθυπουργό της Βικτώριας, Steve Bracks, και τον πρώην Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο, σε μια δεξίωση, στο πολιτειακό Κοινοβούλιο, όταν ο κ. Κων. Στεφανόπουλος επισκέφθηκε την Αυστραλία, το 2002.
Λάτρευε επίσης να διαβάζει το «Νέο Κόσμο» και δεν έχανε ούτε μία έκδοση.
Ο Σπύρος αγόρασε ένα σπίτι, σπούδασε και πάντρεψε τα παιδιά του και εξασφάλισε τη σύνταξη γήρατος. Ήταν επιτέλους ευτυχισμένος.
Απόλαυσε τα γηρατειά του με τα παιδιά και τα εγγόνια του, την Παναγιώτα και τον Σπύρο, κάνοντας διακοπές στην Ελλάδα και κάνοντας μια χαλαρή ζωή.
Αφού έζησε τα πρώτα 50 χρόνια της ζωής του σε ταραχώδεις εποχές, όλα ήρθαν καλά στο τέλος.
Ο Σπύρος Χούπης πέθανε στο σπίτι του, περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του και τα εγγόνια του, το Σάββατο, 29 Μαρτίου 2025.
*Ο Επικήδειος αυτός γράφτηκε από τη Δώρα Χούπη εκ μέρους της συζύγου του Σπύρου Χούπη, Παναγιώτας, των θυγατέρων Άντζελας και Δώρας, του γιου Θωμά, της κουνιάδας Μαρίας και των εγγονών Παναγιώτας και Μάιλς (Myles) και Σπύρου.
The post “‘Εφυγε” και ο Σπύρος Χούπης, ένας ξεχωριστός Έλληνας της Αυστραλίας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.