Καθείς και τα όπλα του

Τι τα θέλουμε τα όπλα

Τα κανόνια, τα σπαθιά;

Να τα κάνουμε τρακτέρια

Να δουλεύει η εργατιά.

Ηποιητική αφέλεια που συχνά συνόδευε μεταπολεμικά τα λεγόμενα ειρηνιστικά κινήματα σε μεγάλο βαθμό αποδείχτηκε υστερόβουλη και μεθοδευμένη. Ο ειρηνιστικός αντιμιλιταρισμός ήταν, μαζί με τα κινήματα ειρήνης, ο εύκολος τρόπος διείσδυσης των κομμουνιστικών χωρών στον δυτικό κόσμο, φτιάχνοντας ηθικολογικού τύπου κινήματα τα οποία, σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης, κάτι που σε μερικές περιπτώσεις έγινε πιθανόν, θα μπορούσαν στην καλύτερη περίπτωση να λειτουργήσουν ανασταλτικά στην πολεμική προπαρασκευή των κοινωνιών τους και των εθνών τους.

Ολα αυτά τα πληροφορηθήκαμε κυρίως μετά την πτώση του Τείχους, τη χρεοκοπία και την κατάρρευση του κομμουνισμού. Ωστόσο, οι αντιμιλιταριστικές ευκολίες μιας γενικής ειρηνοφιλίας, ακόμα κι όταν αυτή δεν έχει αντίκρισμα, είναι μόνιμο μοτίβο του προοδευτισμού. Εξοπλισμοί; Ακροδεξιό κακό. Στρατός; Ακροδεξιά χειραγώγηση και απώλεια χρόνου. Τα μόνα καλά όπλα είναι οι μολότοφ και τα στειλιάρια στις συγκρούσεις με την αστυνομία.  Είναι ακροδεξιά όμως η πατριωτική αναδίπλωση; Η έμφαση στην ανάγκη προστασίας των συνόρων μας; Η φροντίδα για εξοπλισμούς, για εκσυγχρονισμό του στρατού, για επένδυση στις νεότερες τεχνολογίες; Η σύνδεση της άμυνας με τον φόβο και υβριδικών επιθέσεων, η ανάσυρση από τη μνήμη π.χ. της ιδιαίτερης απειλής που αντιμετωπίσαμε το 2020 στον Εβρο, όταν και η Αριστερά αναγκάστηκε να αποδεχτεί τον κίνδυνο; Η αντιμετώπιση των απειλών από την Τουρκία και το τεταμένο κλίμα, πριν Μητσοτάκης και Ερντογάν επιστρέψουν στην πολιτική των ήρεμων νερών, που όλοι ξέρουμε ότι όσο δεν προχωρούμε προς μια οριστική επίλυση διμερών διαφορών έχουν ημερομηνία λήξης; Εν πάση περιπτώσει, η ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, χθες, στη Βουλή ήταν μια προσπάθεια προσέγγισης της πολυπλοκότητας της άμυνας την οποία η χώρα έχει ανάγκη, σε συνάφεια με τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Ευρώπη μετά την εγκατάλειψη, όπως φαίνεται, από τον Τραμπ, των υποχρεώσεων της Αμερικής στην κοινή άμυνα, και ουσιαστικά την εγκατάλειψη του αμυντικού δόγματος το οποίο υπεράσπιζε το ΝΑΤΟ, χάριν μιας καινούργιας στάσης, που επιτρέπει την προσπάθεια δημιουργίας σφαιρών επιρροής από τις ισχυρές δυνάμεις του πλανήτη.

Ολα αυτά, φυσικά, δεν απομακρύνουν την απειλή της Τουρκίας, κάθε άλλο. Το αναθεωρητικό παράδειγμα του Πούτιν συνεχίζει να θεωρείται παράδειγμα προς μίμηση από άλλες αναθεωρητικές δυνάμεις – και η Τουρκία του Ερντογάν ήταν και παραμένει τέτοια δύναμη. Γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι, ως χώρα, να είμαστε έτοιμοι, να επενδύουμε σε εξοπλισμούς, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό και, πιθανόν, να ετοιμαζόμαστε ψυχολογικά για καταστάσεις που δεν συσχετίζονται με το φιλειρηνικό πνεύμα της μεταπολεμικής περιόδου, που έχουμε εμπεδώσει.

Αυτή την κατάσταση περιέγραψε χθες ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στην ομιλία του στη Βουλή. Δεν συντονίστηκε μαζί του η Αριστερά, που προτιμά να δουλεύει με σχήματα του Ψυχρού Πολέμου. Ευτυχώς, ο Νίκος Ανδρουλάκης, μιλώντας για την άμυνα, διαφοροποιήθηκε από την αριστερή αφέλεια. Κατάλαβε, φαίνεται, ότι το κοινό του δεν είναι ταυτόσημο με της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Παύλου Πολάκη.

Κατά τα άλλα, πάντως, αναλώθηκε σε ανεξήγητους μαξιμαλισμούς, κάποια αυτοέπαρση, μερικές ορθές αναφορές (όπως η αναφορά στη συμβολή του ευρωβουλευτή Γιάννη Μανιάτη στην ενεργειακή πολιτική της χώρας, που έχει συνέχεια), πολύ βολονταρισμό και πολλές διακηρύξεις χωρίς κέντρο. Επόμενο βήμα, η προσγείωση στην επικράτεια του συστήματος – όπου χρειάζεται περισσότερη εμπιστοσύνη σε ειδικούς και λιγότερος ιμπρεσιονισμός.

Τελικά, καθείς και τα όπλα του.