
Στο πολυσέλιδο σκεπτικό του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών υπάρχουν μόλις επτά σελίδες που προσπαθούν να τεκμηριώσουν την παραπομπή σε δίκη για δύο πλημμελήματα του Βαγγέλη Μαρινάκη και των άλλων μελών της διοίκησης του Ολυμπιακού.
Επτά σελίδες όπου το Συμβούλιο προσθέτει τα δικά του επιχειρήματα στα όσα ιδιαίτερα προβληματικά υπήρχαν στην αρχική εισαγγελική πρόταση, με έμπειρους νομικούς που το μελέτησαν να επιμένουν ότι το παραπεμπτικό βούλευμα στερείται παντελώς ουσιαστικού και νομικού ερείσματος, αλλά και ότι σε κρίσιμα σημεία διαστρεβλώνει την ίδια την πραγματικότητα.
Κατ’ αρχάς, οι νομικοί με τους οποίους συζητήσαμε υπογραμμίζουν ότι το βούλευμα αρνείται πεισματικά να τοποθετηθεί επί της ουσίας απέναντι σε ένα βασικό επιχείρημα περί της μη ύπαρξης ενδείξεων ενοχής. Αυτό είναι ότι οι πράξεις που αποδίδονται στα μέλη της διοίκησης του Ολυμπιακού – και που υποτίθεται ότι υποβοήθησαν μια «εγκληματική οργάνωση» – σε κανέναν βαθμό δεν μπορούν να συνδεθούν αιτιωδώς με εγκληματικές δραστηριότητες.
Γιατί είναι προφανές πως ούτε το γεγονός ότι η ΠΑΕ έδινε προσκλήσεις τιμής ένεκεν (που σημειωτέον δεν δίνονταν σε «οργανωμένους οπαδούς»), ούτε οι υποχρεωτικές εκ των κανονισμών της UEFA και της Super League επικοινωνίες της διοίκησης με τους Supporter Liaison Officers (SLOs) μπορούσαν με οποιονδήποτε τρόπο να θεωρηθούν υποβοήθηση εγκληματικών πράξεων. Αντιθέτως, είναι προφανώς ακατάλληλες για έναν τέτοιο σκοπό. Παρ’ όλ’ αυτά το βούλευμα, χωρίς άλλη εξήγηση, αποφαίνεται ότι αυτός ο εμφανώς βάσιμος ισχυρισμός είναι αλυσιτελής. Χωρίς να σταθεί στη νομολογία που έχει σαφώς υποδεικνύει ότι πρέπει να τεκμηριωθεί αυτός ο αιτιώδης δεσμός για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα.
Επειτα το βούλευμα επίσης αβάσιμα υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός των μελών της διοίκησης του Ολυμπιακού ότι δεν γνώριζαν τη δράση κάποιας εγκληματικής οργάνωσης «αντιστρατεύεται πλήρως τη λογική», υποστηρίζοντας μάλιστα ότι «προκύπτει ότι αυτοί […] γνώριζαν και είχαν επαφές με τα περισσότερα από τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης».
Ομως, η ίδια η δικογραφία καταδεικνύει ότι εάν κάτι αντιστρατεύεται τη λογική είναι μάλλον το βούλευμα. Οπως επισημαίνουν νομικοί με γνώση της υπόθεσης, από όλο το αποδεικτικό υλικό, που περιλαμβάνει απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες αλλά και αναλύσεις δεδομένων από τη Διεύθυνση Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, δεν προκύπτει καμία απολύτως επικοινωνία του Βαγγέλη Μαρινάκη με τα φερόμενα μέλη της «οργάνωσης». Κανένας από τους μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένων των προστατευόμενων μαρτύρων, δεν εμπλέκει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον Βαγγέλη Μαρινάκη στην υπόθεση. Κανένα από τα κατηγορούμενα φερόμενα μέλη της «οργάνωσης» δεν τον αναφέρει. Καμία συγκεκριμένη πράξη δεν του προσάπτει η προανακριτική έρευνα του αρμόδιου τμήματος της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Βίας σε αθλητικούς χώρους.
Η διαστρέβλωση της αλήθειας
Το αποκορύφωμα είναι όταν διαστρεβλώνεται μία απάντηση του Βαγγέλη Μαρινάκη στον ανακριτή για να τεκμηριωθεί η δήθεν γνώση που είχε περί της «εγκληματικής οργάνωσης».
Εκεί ο ανακριτής τον ρωτάει εάν γνώριζε για την «εγκληματική οργάνωση» και όσα φέρεται να είπε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και ο Μαρινάκης απαντά «δεν μπορώ να ξέρω ποιος μπορεί να έστειλε αυτό το πρόσωπο ούτε μπορώ να ξέρω ποιος είναι αυτός ο Μανώλης». Συμπληρώνει δε «πάντως καλά τους τα είπε», μια που το περιεχόμενο αυτών που φέρεται να είπε αυτός ο «Μανώλης» ήταν η ανάγκη να παύσει οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά των φερόμενων μελών της «οργάνωσης».
Δηλαδή, ο πρόεδρος του Ολυμπιακού είπε ρητά ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με την ύπαρξη και τη δράση αυτής της «οργάνωσης» αλλά και ότι καταδικάζει σε κάθε περίπτωση την όποια – άγνωστη σε αυτόν – παράνομη δράση της. Και όμως παρουσιάζεται, στο πλαίσιο της αναζήτησης δήθεν «ενδείξεων ενοχής», ως γνώση για την ύπαρξη και δράση της.
Η ανακοίνωση του Ολυμπιακού το 2023
Και ερχόμαστε τώρα στην περίφημη ανακοίνωση του Ολυμπιακού στις Δεκεμβρίου 2023 μετά τον αγώνα στον Βόλο. Υπενθυμίζουμε ότι επρόκειτο για μια ανακοίνωση που διαμαρτυρόταν για τη χρήση χημικών κατά των φιλάθλων και ασκούσε κριτική στα κακώς κείμενα του ποδοσφαίρου, ενώ περιλάμβανε μια ρητή και ισχυρή σύσταση προς τους οπαδούς του Ολυμπιακού να τηρήσουν τη νομιμότητα και να τιθασεύσουν οποιαδήποτε παρόρμησή τους προς το αντίθετο: «Πράγμα που κανείς μας δεν θέλει και κατευνάζουμε διαρκώς την οργή του κόσμου!», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή. Και όμως αυτή η ανακοίνωση θεωρείται ότι στοιχειοθετεί το αδίκημα της πρόκλησης ή της διέγερσης για τέλεση πλημμελήματος ή κακουργήματος!
Μάλιστα, χωρίς καμία αιτιολόγηση και κανένα στοιχείο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών σπεύδει να αποφανθεί ότι η σύσταση αυτή ήταν «απρόσφορη να λειτουργήσει πυροσβεστικά», ότι διατυπώθηκε για τα «προσχήματα» και για να προσφέρει δήθεν «μελλοντικό άλλοθι στην αξιολόγηση της αναζήτησης ποινικών ευθυνών από τους συντάκτες της».
Μάλιστα, παρότι ο Βαγγέλης Μαρινάκης είχε διευκρινίσει με τα υπομνήματά του ότι η ανακοίνωση εκδόθηκε αμέσως και χωρίς να γίνει διάσκεψη των μελών της διοίκησης, υπογραμμίζοντας ότι ουδέποτε θα μπορούσε να διανοηθεί να εκδοθεί ανακοίνωση που έστω και θα υπονοούσε προτροπή σε παραβατικές συμπεριφορές, το Συμβούλιο ακατανόητα του προσάπτει ότι «δεν αρνήθηκε ότι συνέταξε τη συγκεκριμένη ανακοίνωση».
Αντίστοιχα, το βούλευμα όχι μόνο δεν αιτιολογεί, όπως επιτάσσει η νομολογία, το γιατί αυτή η ανακοίνωση μπορούσε να δημιουργήσει πρόκληση ή διέγερση για τέλεση αδικημάτων, αλλά και προσπερνά, χωρίς εξήγηση, το γεγονός ότι όσα έγιναν στις 7 Δεκεμβρίου 2025 στον Αγιο Ιωάννη Ρέντη ήταν απότοκα του κλίματος που επικρατούσε λόγω της επετείου της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, παρότι αυτή αναφέρεται ρητά ως αφορμή για την επίθεση ήδη από την προανακριτική έρευνα.
Η παντελής έλλειψη κινήτρου
Ομως, η πιο σημαντική αντίφαση, που διαπερνά το σύνολο του κατηγορητηρίου, είναι ότι δεν εξηγεί πουθενά ποιον λόγο ή κίνητρο είχαν ο Βαγγέλης Μαρινάκης και τα άλλα μέλη της διοίκησης του Ολυμπιακού να υποστηρίξουν τη δράση μιας «οργάνωσης» που όχι μόνο αντιστρατεύεται τους στόχους της ομάδας αλλά και προκαλεί οικονομική αλλά και ηθική βλάβη στην ομάδα. Δεν εξηγεί γιατί κάποιος που έχει κάνει τόσο μεγάλες επενδύσεις στον χώρο του ποδοσφαίρου θα ήθελε να «υποστηρίζει» παραβατικές συμπεριφορές που συνεπάγονται μεγάλα πρόστιμα, ύψους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ ετησίως, αλλά και σημαντικές αθλητικές ποινές.
Μάλιστα, έμπειροι νομικοί επισημαίνουν ότι επειδή ακριβώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αντιλαμβάνεται ότι είναι καταλυτικό το επιχείρημα ότι δεν έχουν λόγο οι υπεύθυνοι ενός συλλόγου να υποστηρίξουν πρακτικές που προκαλούν εμφανή και σημαντική ζημιά, άρα δεν έχουν ούτε όφελος ούτε κίνητρο, σπεύδει να «οχυρωθεί» διαδικαστικά αποφαινόμενο ότι ο ισχυρισμός αυτός «δεν αξιολογείται στο παρόν διαδικαστικό στάδιο, αλλά θα σταθμιστεί μεταγενέστερα».
Μόνο που αυτό το «πάτε να τα πείτε αυτά στο ακροατήριο», απλώς επιβεβαιώνει ότι η επιδίωξη δεν ήταν η ουσιαστική κρίση, αλλά η με κάθε τρόπο ολοκλήρωση της διαδικασίας με παραπομπή σε δίκη του Βαγγέλη Μαρινάκη και των άλλων μελών της διοίκησης του Ολυμπιακού, ακόμη και χωρίς πραγματικές «ενδείξεις ενοχής».