Ουραγοί σε αγοραστική δύναμη οι Ελληνες

Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση όλης της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσον αφορά την αγοραστική δύναμη, όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της Eurostat. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών εξακολουθεί να παραμένει πολύ κάτω από το 2008, πριν δηλαδή ξεσπάσει η κρίση χρέους, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στις άλλες χώρες που γνώρισαν τα μνημόνια, όπως η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Πορτογαλία. Στις χώρες αυτές η αγοραστική δύναμη είτε πλησίασε αρκετά στα προ κρίσης επίπεδα είτε την έχει ξεπεράσει κατά πολύ, όπως στην περίπτωση της Ιρλανδίας.

Η Eurostat δημοσιοποίησε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2024 προσαρμοσμένο σε ισοδύναμες μονάδες αγοραστικής δύναμης. Ο δείκτης αυτός λαμβάνει υπόψη το εισόδημα (κατά κεφαλήν ΑΕΠ), αλλά ταυτόχρονα και το κόστος ζωής. Μετριέται σε μονάδες, όπου 100 είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώθηκε για την Ελλάδα στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ το 2024, από 69% το 2023 και 64% το 2021. Ηταν όμως 93 μονάδες το 2008 και το 2009, έχοντας υποχωρήσει έως τις 62 μονάδες το 2020.

Η αγοραστική δύναμη της Ελλάδας στις 70 μονάδες, όταν της ΕΕ είναι 100, σημαίνει ότι ο Ελληνας μπορεί να αγοράσει με τα ίδια χρήματα το 70% που μπορεί να αγοράσει ο μέσος Ευρωπαίος.

Το ποσοστό αυτό κατατάσει τη χώρα μας στην προτελευταία θέση στην ΕΕ, πάνω από τη Βουλγαρία. Αν και τελευταία η Βουλγαρία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, έχει αυξήσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη σε σχέση με την περίοδο της κρίσης.

Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε μονάδες αγοραστικής δύναμης της Βουλγαρίας διαμορφώθηκε το 2024 στο 66% του μέσου όρου της ΕΕ ενώ το 2008 ήταν μόλις 43 μονάδες. Πρόκειται για αύξηση 24 ολόκληρων μονάδων.

Η Ελλάδα από το 93% το 2008 κατρακύλησε μέχρι το 62% το 2020 και από τότε άρχισε μικρή σταδιακή αύξηση στο 70%. Ενισχύθηκε δηλαδή κατά 8 μονάδες από τα χαμηλότερα επίπεδα, αλλά απέχει ακόμα 23 μονάδες από τα προ κρίσης επίπεδα του 2008.

Πέραν της Βουλγαρίας, μεγάλη βελτίωση καταγράφουν και οι άλλες χώρες των μνημονίων σε σύγκριση με την αγοραστική δύναμη που είχαν το 2008. Η Κύπρος, για παράδειγμα, είχε 106 μονάδες αγοραστικής δύναμης το 2008. Δηλαδή ήταν 6% υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Μέσα στην κρίση χρέους η αγοραστική της δύναμη έφτασε στις 81 μονάδες (το 2014) για να φτάσει το 2024 τις 95 μονάδες.

Η Πορτογαλία είχε 77 μονάδες αγοραστικής δύναμης το 2008. Μέσα στην κρίση δεν έπεσε κάτω από τις 74 μονάδες (το 2021) και πλέον έχει 82 μονάδες αγοραστικής δύναμης – βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι το 2008.

Η Ιρλανδία είχε 131 μονάδες αγοραστικής δύναμης το 2008 και σήμερα έχει 211 μονάδες αγοραστικής δύναμης. Η Ισπανία είχε 92 μονάδες το 2008 και υποχώρησε στις 83 μονάδες το 2020. Σήμερα, το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώνεται ξανά στο 92% του μέσου όρου της ΕΕ (στις 92 μονάδες).

Η σύγκριση

Ουσιαστικά ο δείκτης αυτός αγοραστικής δύναμης (ΡΡΡ) επιτρέπει τη σύγκριση του τι μπορούν να αγοράσουν οι Ευρωπαίοι με τα ίδια χρήματα σε κάθε χώρα.

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, υπάρχουν δέκα χώρες που αντιπροσωπεύουν περίπου το 34% του πληθυσμού της ΕΕ, οι οποίες ξεπερνούν τον μέσο όρο της ΕΕ σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε αγοραστική δύναμη). Το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία είχαν τα υψηλότερα επίπεδα (141% και 111% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ αντίστοιχα). Η Ολλανδία βρίσκεται 35% πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ), η Δανία 28% και το Βέλγιο 17%.

Το Λουξεμβούργο έχει μακράν το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ των 27 χωρών που περιλαμβάνονται σε αυτή τη σύγκριση κι αυτό εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων εξωτερικού απασχολείται στη χώρα και συνεπώς συμβάλλει στο ΑΕΠ της, ενώ δεν αποτελεί μέρος του μόνιμου πληθυσμού του Λουξεμβούργου.

Οι καταναλωτικές τους δαπάνες καταγράφονται στους εθνικούς λογαριασμούς της χώρας διαμονής τους. Το υψηλό επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ιρλανδία μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από την παρουσία μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών.