
Για ποιον λόγο προκλήθηκε μια ακόμη μίνι κρίση στην κυβέρνηση, με αφορμή τις αυξήσεις στους στρατιωτικούς, και πώς τελικά ένα θετικό μέτρο πνίγηκε μέσα στην αρνητική δημοσιότητα είναι κάτι που δεν μπορώ να το καταλάβω. Εν τούτοις, αυτό συνέβη, και δεν είναι το πρώτο στραβοπάτημα της κυβέρνησης. Εδώ και περίπου δύο μήνες, κυρίως μετά το πρώτο συλλαλητήριο για τα Τέμπη, τη μία κυβερνητική κρίση τη διαδέχεται η άλλη. Τι συμβαίνει;
Το πρώτο στραβοπάτημα έγινε με την απόπειρα της κυβέρνησης να ελέγξει καθυστερημένα την αφήγηση για το σιδηροδρομικό δυστύχημα. Αυτό που έπρεπε να είχε κάνει εδώ και δύο χρόνια, δηλαδή, προσπάθησε να το κάνει αφού η ιστορία είχε πια ξεφύγει τελείως και, φυσικά, απέτυχε. Η τηλεοπτική συνέντευξη του Πρωθυπουργού όχι μόνο δεν ικανοποίησε, αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις. Επίσης, ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ και το πόρισμά του, που συντάχθηκε υπό την ασφυκτική πίεση της κοινής γνώμης, ήταν σκέτη απογοήτευση: δεν έδωσε οριστικές απαντήσεις και επίσης αντικρούει τις διαπιστώσεις άλλων εμπειρογνωμόνων (π.χ. στο ζήτημα της ανάφλεξης). Επειτα, είχαμε τον κυβερνητικό ανασχηματισμό, όμως το όποιο επικοινωνιακό πλεονέκτημα μιας υποτιθέμενης νέας αρχής χαραμίστηκε εξαιτίας της παραίτησης του Αρίστου Δοξιάδη μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες. Τελευταίο στη σειρά, αυτό που συμβαίνει τώρα με το μισθολόγιο των στρατιωτικών, το οποίο, αντί να ικανοποιήσει τους βουλευτές της συμπολίτευσης, έκανε να φουντώσει ξαφνικά το κίνημα του «δώσε και μένα, μπάρμπα». Προφανώς κάτι πάει στραβά στην κυβέρνηση.
Να είναι η αναπόφευκτη «κόπωση υλικού», που λένε οι τεχνικοί; Προφανώς είναι και αυτό. Αφενός η εξάντληση των φυσικών αντοχών, που επηρεάζει και την καθαρότητα της σκέψης, αφετέρου η απομάκρυνση των κυβερνώντων από την πραγματικότητα, που συμβαίνει αργά ή γρήγορα σε όλους τους ενοίκους του Μαξίμου, είτε το θέλουν είτε όχι. Κυρίως, όμως, η αρρυθμία της κυβέρνησης οφείλεται στο ότι κανένα από τα σχήματα που δοκιμάστηκαν και κανένα πρόσωπο δεν μπόρεσε να αναπληρώσει την απώλεια του εξαδέλφου από το Μαξίμου. Λόγω του ιδιαίτερου δεσμού τους, ο εξάδελφος λειτουργούσε ως οιονεί πολλαπλασιαστής του Πρωθυπουργού. Κανείς δεν μπόρεσε να τον υποκαταστήσει σε αυτό τον ρόλο, επειδή κανείς δεν μπορεί να έχει την ίδια σχέση μαζί του. Αυτά και περιμένω τη συνέχεια, όπως και εσείς…
Η Μαριορή στην όπερα
Μάλλον θα διέλαθε την προσοχή σας, γι’ αυτό και οφείλω να το ανασύρω από τα ειδησεογραφικά περιτρίμματα της περασμένης εβδομάδας. Το νέο επεισόδιο στην αντιπαλότητα του νυν δημάρχου Αθηναίων με τον τέως δήμαρχο έχει αφορμή το θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, όπου στεγαζόταν παλαιότερα η Λυρική Σκηνή και σήμερα ανήκει στον δήμο και είναι το Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας». Ο Κώστας Μπακογιάννης, λοιπόν, καταγγέλλει τον Χάρη Δούκα ότι παραχωρεί σε ιδιώτη επιχειρηματία το θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, και μάλιστα με αδιαφανείς διαδικασίες. Ο κ. Δούκας, από την πλευρά του, αντικρούει τις αιτιάσεις του προκατόχου του και υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο θέατρο επεκτείνει το πεδίο των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων του προκειμένου να αντεπεξέλθει οικονομικά.
Τίποτα περισσότερο δεν χρειάζεται να ξέρουμε για το θέμα νομίζω. Ούτε καν αυτά τα λίγα χρειάζονταν, γιατί ποιος νοιάζεται αν η Αθήνα έχει δημοτικό λυρικό θέατρο ή όχι; Αν εξαιρέσουμε τον αριθμό των απασχολουμένων επαγγελματικά στο μουσικό θέατρο και τους φίλους τους, δεν νομίζω ότι νοιάζεται κανένας. Μέσα στα όρια του δήμου υπάρχει το Μέγαρο Μουσικής και, λίγο πιο έξω, το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Ενδιαμέσως, υπάρχει και η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Με όλα αυτά, γιατί να χρειάζεται η Αθήνα και δημοτικό λυρικό θέατρο; Επειδή, ενδεχομένως, έχει και το Παρίσι; Μα, το Παρίσι έχει πεζοδρόμια, ενώ η Αθήνα είναι η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με τα χειρότερα και τα μικρότερα πεζοδρόμια. Με αυτά να ασχοληθούν – να τα μεγαλώσουν δεν μπορούν, μπορούν όμως να τα βελτιώσουν – και για τη λυρική παράδοση της Αθήνας να μην ανησυχούν καθόλου. Ευτυχώς δεν είναι στα χέρια του δήμου. Γιατί, αν ήταν, θα είχε εκλείψει…