«Ποτέ δεν έφυγα…»

Την περασμένη εβδομάδα χρειάστηκε να νοσηλευτώ για μερικές ημέρες στο νοσοκομείο για κάποιο θέμα υγείας. Είναι παράξενο —και ταυτόχρονα συγκλονιστικό— με ποιους μπορεί να διασταυρωθεί ο δρόμος σου και τι ιστορίες θα συναντήσεις. Χωρίς να το περιμένεις.

Στον 6ο όροφο του Peter MacCallum, στο δωμάτιο 19, είχα την τύχη να γνωρίσω μια Ελληνίδα. Ήταν πρωί, επέστρεφα στο δωμάτιό μου μετά από μια μικρή βόλτα στο διάδρομο — ώρα πρωινού. Μπαίνοντας, είδα μια μικροκαμωμένη, ζεστή φυσιογνωμία να στέκεται με έναν δίσκο στα χέρια και να κοιτάζει με απορία το όνομά μου στο προσκέφαλο του κρεβατιού. Ήταν η τραπεζοκόμος του ορόφου.

«Γεια σας», τη χαιρέτησα στα αγγλικά.

«Hello», μου απάντησε κι εκείνη, κάπως διστακτικά. Η προφορά της βαριά, μα καθαρή. Κοίταξε ξανά το όνομά μου, σαν να προσπαθούσε να επιβεβαιώσει κάτι που είχε ήδη μαντέψει.

«Από πού είστε;», με ρώτησε χαμηλόφωνα – πάντα στα αγγλικά.

«From Greece», της απάντησα.

Κι εκεί, το πρόσωπό της άστραψε — και για μια στιγμή, ένιωσα πως φωτίστηκε όλο το δωμάτιο.

Κάθε πρωινό μοιάζει ίδιο. Εκτός από εκείνο που σερβίρει και μια ιστορία που δεν ξαναειπώθηκε. Φωτογραφία: Μαρία Καμπύλη

«I am Greek too», μου είπε σε «σπασμένα» αγγλικά. Κι αμέσως, χωρίς να το πολυσκεφτούμε, αρχίσαμε να μιλάμε στη γλώσσα μας. Ήταν σαν να λύθηκαν μονομιάς οι κόμποι που κρατούσε στον λαιμό της χρόνια.

Χωρίς εισαγωγές, χωρίς δισταγμούς, ξεκίνησε να ξετυλίγει τη ζωή της, να ανοίγει κομμάτια απ’ την ψυχή της. Ήρθε στα 17 της στην Αυστραλία, χωρίς να το θέλει. Την έστειλε η μάνα της για να κάνει παρέα σε μια αδελφή που είχε ήδη έρθει. Έχει πάει έξι φορές πίσω. Κάθε φορά λέει πως δεν θα ξαναγυρίσει.

Όταν μιλούσε για την Ελλάδα, το πρόσωπό της άλλαζε. Γινόταν πιο φωτεινό, πιο απαλό, σχεδόν παιδικό. Σαν να ξαναγινόταν 17 χρονών, εκείνο το κορίτσι που κάποτε την πήραν απ’ το σπίτι και τη «φύτεψαν» αλλού, χωρίς να της δώσουν χρόνο να ριζώσει.

«Αγαπάω τις πέτρες. Αγαπάω τα δέντρα. Αγαπάω την Ελλάδα. Αγαπάω και τα λάθη της. Λένε ‘ευτυχώς που βρέθηκε αυτό’ – εννοώντας την ευκαιρία της Αυστραλίας. Κι εγώ λέω ‘όχι’. Έπρεπε να είμαστε κι εμείς εκεί», είπε με μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα.

Η συνέχεια, πιο συγκλονιστική. «Έχασα τους φίλους μου». «Έχασα τη θρησκεία μου, τις συνήθειές μου. Ποτέ δεν προσαρμόστηκα εδώ. Η ζωή στο χωριό μπορεί να είχε δυσκολίες – ειδικά το χειμώνα. Όμως τα χιόνια, το πράσινο, τα χρώματα, οι ομορφιές… δεν συγκρίνονται με τίποτα».

Η κουβέντα μας τελείωσε όπως άρχισε: απλά, ανθρώπινα, αθόρυβα.

Με μάτια υγρά από τα δάκρυα που κρατούσε με πείσμα, βγήκε ξανά στον διάδρομο, χωρίς να με χαιρετήσει. Την κοίταζα καθώς συνέχιζε να μοιράζει πρωινά, σαν να μην είχε ειπωθεί τίποτα.

Αυτή η συνάντηση μού έμεινε. Όχι για τη διάρκειά της — κράτησε μόλις λίγα λεπτά. Αλλά για το βάρος της. Για το πώς μια γυναίκα, τόσο εύθραυστη και μικροκαμωμένη αλλά και δυνατή σαν βράχος, μου έδειξε τι σημαίνει να είσαι «εδώ», χωρίς ποτέ να φύγεις από «εκεί».

«Αγαπάω τις πέτρες της Ελλάδας», λέει η κα Αναστασία. Όχι για την αντοχή τους, αλλά γιατί θυμίζουν τον δρόμο που δεν περπάτησε ξανά. Φωτογραφία: Μαρία Καμπύλη

Και αναρωτιέμαι ακόμα: πόσοι είναι σαν αυτήν; Πόσοι ζουν δεκαετίες ανάμεσά μας, με την καρδιά σε αναμονή; Πόσοι ήρθαν στην Αυστραλία χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το επιλέξουν, και δεν κατάφεραν ποτέ να στεριώσουν;

Δεν μιλάμε συχνά γι’ αυτούς. Για όσους δεν έκαναν «καριέρα», για όσους δεν βρήκαν «ευκαιρίες», για όσους η ξενιτιά δεν έγινε «νέα πατρίδα». Μιλάμε για τις επιτυχίες, για την προσαρμογή, για το πώς «προχωράμε». Αλλά υπάρχουν και εκείνοι που έμειναν πίσω, χωρίς να γυρίσουν ποτέ.

Η κυρία Αναστασία δεν μου μίλησε για μια καινούρια ζωή. Μου μίλησε για όλα όσα δεν ξαναβρήκε. Κι ίσως, μέσα σε αυτές τις σιωπηλές ιστορίες, κρύβεται η πιο ανθρώπινη και ειλικρινής πλευρά της μετανάστευσης: το κόστος μιας καλύτερης(;) ζωής.

Το πράσινο, τα χρώματα, τα χιόνια… «Δεν τα ξεπέρασα ποτέ». Γιατί ορισμένες ομορφιές δεν είναι τοπία — είναι πατρίδα. Φωτογραφία: Μαρία Καμπύλη

The post «Ποτέ δεν έφυγα…» appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.