Από το πλοίο της γραμμής, στις γραμμές της Μοίρας

Τώρα καθώς κοιτάζω πίσω

δεν ξέρω πια γιατί να χαρώ

ούτε γιατί να μετανιώσω

Δ. Πιστικός, Απολογισμός

Το τελευταίο δρομολόγιο του «Φοίβου» για την Αίγινα ήταν στις 20.00.

Ο Θόδωρος Γιαννόπουλος, γνωστός μεγαλοεπιχειρηματίας, έτρεχε με την καινούργια του Πόρσε στη λεωφόρο Συγγρού με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να προλάβει τον απόπλου γιατί την άλλη μέρα το πρωί είχε κρίσιμο ραντεβού με τραπεζίτες για ένα δάνειο.

Κορνάροντας, βρίζοντας και μουντζώνοντας, έφτασε στην προκυμαία στο παρά πέντε, μπήκε χωρίς εισιτήριο στο γκαράζ του πλοίου – θα πλήρωνε το κόμιστρο στη ρεσεψιόν –, ενώ οι ναύτες, καθώς έκλειναν την μπουκαπόρτα, δεν του έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Πάρκαρε τελευταίος κάνοντας μια μανούβρα στο μισοσκόταδο, όταν αισθάνθηκε σαν κάτι να πάτησε, φαντάστηκε πως ήταν κάποιο καραβόσκοινο παρατημένο εκεί, κι όπως βιαζόταν να βρει μια ελεύθερη θέση δεν έδωσε καμία σημασία κι ανέβηκε λαχανιασμένος στην αίθουσα του μπαρ. Πήρε έναν καπουτσίνο, άραξε στο παράθυρο και άρχισε να απολαμβάνει τη θέα από το λιμάνι που απομακρυνόταν.

Ετσι κι αλλιώς το ταξίδι για την Αίγινα δεν διαρκούσε πάνω από μία ώρα και κάτι, οπότε μπορούσε να χαλαρώσει.

Δεν είχε περάσει ούτε ένα τέταρτο από τον απόπλου όταν μια έκρηξη ταρακούνησε το πλοίο. Από τα μεγάφωνα ο καπετάνιος συνέστησε ψυχραιμία και είπε να μην κινηθεί κανένας από τη θέση του χωρίς νεότερες οδηγίες. Μαζί με τον δεύτερο και δύο αξιωματικούς κατέβηκαν στο γκαράζ, απ’ όπου έβγαιναν φλόγες.

Οταν άνοιξαν την πόρτα, αντίκρισαν ένα αυτοκίνητο να καίγεται. Αμέσως τρεις ναύτες κινητοποιήθηκαν και, αφού με πυροσβεστήρες έσβησαν τη φωτιά, η κατάσταση ετέθη υπό έλεγχο. Οταν όμως ένας από τους ναύτες έσκυψε να δει μήπως κάτω από το ολοσχερώς κατεστραμμένο αυτοκίνητο υπήρχαν κάποια υπολείμματα από εμπρηστικό μηχανισμό που προκάλεσε την πυρκαγιά ή κάτι παρόμοιο, διαπίστωσε ότι εκεί βρισκόταν ένας καμένος άνδρας.

Ο καπετάνιος έδωσε εντολή να περιφρουρηθεί ο χώρος, να μην πλησιάσει κανείς και να ειδοποιηθεί αμέσως η Αστυνομία της Αίγινας για το συμβάν. Σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε από τον αστυνομικό υπηρεσίας, θα έπρεπε να παραμείνουν οι επιβάτες στο πλοίο, όπως και τα μέλη του πληρώματος, και να διευκολύνονταν οι αρμόδιες Αρχές του νησιού όταν θα αναλάμβαναν την επιτόπια έρευνα.

Επειδή θα έφταναν σε 15 λεπτά στο νησί, ο καπετάνιος έχοντας σημειώσει τον αριθμό της πινακίδας του καμένου αυτοκινήτου κάλεσε από το μεγάφωνο τον ιδιοκτήτη του να εμφανιστεί στη ρεσεψιόν.

Ο Θόδωρος Γιαννόπουλος μισοκοιμόταν και νόμισε ότι άκουσε μέσα στο όνειρό του κάποιον να αναφέρει τον αριθμό της Πόρσε του. Αφού σηκώθηκε από την καρέκλα, πήγε στη ρεσεψιόν και είπε: «Ονομάζομαι Θεόδωρος Γιαννόπουλος και είμαι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμό ΑΧΩ 1999. Τι τρέχει;».

Ο υπεύθυνος της ρεσεψιόν ειδοποίησε αμέσως τον καπετάνιο, ο οποίος κατέβηκε από τη γέφυρα και ενημέρωσε τον Γιαννόπουλο για τα δυσάρεστα.

Αυτός αναψοκοκκίνισε όταν άκουσε ότι κάηκε ολοσχερώς η καινούργια του Πόρσε, αλλά πήγε να λιποθυμήσει όταν ο καπετάνιος τού μίλησε για το πτώμα που εντοπίστηκε κάτω από το σασί του αυτοκινήτου του.

i i i

Το αστυνομικό τμήμα της Αίγινας, υποστελεχωμένο αλλά με δραστήριο τον διοικητή Γιώργο Αρίστου, ενήργησε μαζί με το Λιμενικό σε χρόνο dt.

Πρώτα ταυτοποιήθηκε ο νεκρός από τα προσωπικά του έγγραφα που βρίσκονταν πεταμένα λίγα μέτρα πιο μακριά από το πτώμα του. Επρόκειτο για τον Ηλία Σπύρου, επάγγελμα μηχανοδηγός, μέλος ΑΝΤΙΦΑ, διαζευγμένος, με έναν γιο περίπου 35 χρονών. Πήγαινε για μία μέρα στην Αίγινα και μετά είχε κλείσει τριήμερο στο Αγκίστρι.

Μια επιπλέον έρευνα έδειξε, ότι ο μεγαλοεπιχειρηματίας Θόδωρος Γιαννόπουλος δεν ήταν τόσο αθώος όσο έδειχνε. Ηταν μέλος παραθρησκευτικών ομάδων, παντρεμένος με τη θυγατέρα ενός εφοπλιστή με την οποία είχαν μία κόρη ανύπαντρη 32 χρονών. Διαπιστώθηκαν εμπλοκές με το ΣΔΟΕ και την ΑΑΔΕ, πολλές τριβές με το συνδικάτο των εργοστασίων του και πρόσφατα είχε στοχοποιηθεί με τρικάκια και μπογιές στον τοίχο του γραφείου του που έγραφαν «Δεν σε σώζει ούτε ο Θεός».

Τα παραπάνω στοιχεία, αν και διαφωτιστικά ως προς τα πρόσωπα, δεν απαντούσαν στα κρίσιμα ερωτήματα:

l Τι γύρευε ο Σπύρου στο γκαράζ;

l Πώς βρέθηκε κάτω από το σασί του συγκεκριμένου αυτοκινήτου;

l Γιατί δεν έφυγε όταν έπιασε φωτιά;

l Μήπως τη φωτιά την έβαλε ο ίδιος;

l Αν την έβαλε ο ίδιος, γιατί δεν πρόλαβε να φύγει;

l Κι εν τέλει γιατί ήθελε να κάψει το αυτοκίνητο του Γιαννόπουλου;

Οι υποθέσεις εργασίας έγιναν πιο περίπλοκες όταν την επομένη ο ιατροδικαστής που ήρθε εσπευσμένα από τον Πειραιά αποφάνθηκε, ότι ο Σπύρου είχε δολοφονηθεί με πέντε μαχαιριές πριν να «ψηθεί» από τη φωτιά.

Επειδή όλες οι καταθέσεις των επιβατών και του πληρώματος δεν προσέθεταν τίποτα το ενδιαφέρον, ο Γιώργος Αρίστου κάλεσε πρώτα το Τμήμα Ανθρωποκτονιών της ΓΑΔΑ και έπειτα τον φίλο του εγκληματολόγο Φάνη Κρέμο για να τον βοηθήσουν στη διαλεύκανση της υπόθεσης.

i i i

Στο Αγκίστρι μια παρέα νέων που είχαν πάει για κάμπινγκ στην παραλία Δραγονερά, καθώς κόβανε κάτι ξερόκλαδα για ν’ ανάψουν φωτιά και να ψήσουν μπριζόλες, αναγκάστηκαν να μετακινήσουν με μεγάλη δυσκολία τεράστιες πέτρες που τους δυσκόλευαν. Τότε διαπίστωσαν με έκπληξη ότι οι πέτρες έκρυβαν έναν λάκκο, κάτι σαν κρύπτη, στο βάθος της οποίας φαινόταν ένα μικρό κουτί.

Μερικοί είπαν, ότι τους θυμίζει θησαυρούς των πειρατών, άλλοι πρότειναν να μην αγγίξουν τίποτα γιατί μπορεί να επρόκειτο για κάποια παγίδα, όμως τελικά προκρίθηκε η άποψη να ανεβάσουν το κουτί για να δουν τι περιείχε.

Οταν έσκαψαν λίγο και το έφεραν στην επιφάνεια, είδαν ότι ήταν παλιοκαιρισμένο και κλειδωμένο με ένα σιδερένιο λουκέτο. Επειδή φοβήθηκαν για το περιεχόμενο, προτίμησαν να το παραδώσουν στον τοπικό αστυνόμο για να μην μπλέξουν. Μάλιστα κατέθεσαν όλα τα σχετικά στο αστυνομικό τμήμα.

i i i

Με εντολή του γενικού επιθεωρητή, ο υπεύθυνος του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, ο αστυνομικός Γιώργος Αρίστου και ο Φάνης Κρέμος, με τη συνδρομή ειδικού κλειδαρά, άνοιξαν το κουτί, όπου βρήκαν ένα χειρόγραφο γράμμα, ένα σκουριασμένο πιστόλι και μία φωτογραφία ενός νέου και μιας νέας.

Το γράμμα αναφερόταν σε μια ερωτική ιστορία που συνέβη πριν από μισό και πλέον αιώνα και οι δύο νέοι, προφανώς αυτοί που ήσαν και στη φωτογραφία, ανήκαν σε μυστική οργάνωση που τιμωρούσε τους βασανιστές.

Οπως προέκυπτε από τα γραφόμενα, ο νεαρός Στέφανος Σπ. κατηγορούσε την κοπέλα Κατερίνα Γ., ότι είχε προδώσει τα σχέδια των συντρόφων της στους διωκόμενους έναντι αμοιβής και ότι η οργάνωση τον είχε εξουσιοδοτήσει να την «απαλλοτριώσει». Παρά την τρυφερότητα κάποιων εκφράσεων, ήταν φανερό ότι ο Στέφανος θα εκτελούσε την Κατερίνα.

Και όπως είπε με βεβαιότητα ο έμπειρος αξιωματικός του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, το όπλο δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ.

Ποιος ξέρει τι απέγιναν τα παιδιά; αναρωτήθηκε ο αστυνομικός Αρίστου, όταν ο Φάνης Κρέμος πρόσεξε ότι τα αρχικά των επωνύμων των παιδιών Σπ. και Γ. αντιστοιχούσαν στα επώνυμα του θύματος Ηλία Σπύρου και του μεγαλοεπιχειρηματία Θόδωρου Γιαννόπουλου.

i i i

Οι πηγές του Φάνη Κρέμου ήσαν πάντοτε ανώνυμες αλλά και πάντοτε αξιόπιστες.

Ο νεαρός Στέφανος Σπύρου, δικηγόρος, είχε διωχθεί από τη μυστική οργάνωση για ανυπακοή σε εντολή, είχε μετέπειτα μπλέξει με τρομοκρατικές οργανώσεις και βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του το 1997, σε ηλικία 79 χρονών. Είχε παντρευτεί μια ζωγράφο και είχε αποκτήσει ένα αγόρι, τον Λιάκο.

Η κοπέλα, η Κατερίνα Γιαννοπούλου, μεσίτρια, είχε επαφές με νεοναζιστικά μορφώματα γιατί την είχαν κρύψει όταν παλαιότερα την κυνηγούσαν, συζούσε με έναν ομοϊδεάτη της, πέθανε με άνοια το 2001, σε ηλικία 80 χρονών. Είχε αποκτήσει έναν γιο, τον Λώλο.

Εμοιαζε λογικό ο Ηλίας Σπύρου να είναι το παιδί του Στέφανου Σπύρου και ο Θόδωρος Γιαννόπουλος το παιδί της Κατερίνας Γιαννοπούλου, σκέφτηκε ο Φάνης Κρέμος.

Πώς όμως εκτυλίχθηκε η ιστορία του πλοίου; Ποιος έβαλε τη φωτιά και γιατί;

Ποιος, πότε και γιατί έθαψε το κουτί στο Αγκίστρι; Αραγε τυχαία το βρήκε η παρέα που έκανε κάμπινγκ;

Ο Φάνης Κρέμος δεν μπορούσε να βρει κάποια άκρη, απλώς γιατί αγνοούσε ότι ο Ηλίας Σπύρου ταξίδευε ως λαθρεπιβάτης επειδή φοβόταν ότι τον παρακολουθούσε η Ασφάλεια. Ηθελε να φτάσει κρυφά στο Αγκίστρι να βρει το κουτί γιατί είχε ανακαλύψει στο πατάρι του σπιτιού του ένα γράμμα του πατέρα του, στο οποίο του διηγείτο την παλιά ιστορία κι ότι δεν εκτέλεσε την «απαλλοτρίωση» της Κατερίνας γιατί είχε μάθει ότι κι «άλλοι σύντροφοι» ήταν πράκτορες του τότε καθεστώτος. Προτού φύγει για το λιμάνι του Πειραιά, είχε εξομολογηθεί στον γιο του όσα γνώριζε.

i i i

Στην κηδεία του Ηλία Σπύρου δεν πήγε ο Θόδωρος Γιαννόπουλος, αφού ποτέ δεν τον είχε συναντήσει στη ζωή του. Αλλωστε, από την ημέρα εκείνη στο πλοίο είχε αρχίσει να έχει προβλήματα υγείας, ενώ χειροτέρεψαν και τα μπλεξίματα με τις Αρχές.

Κανείς δεν πρόσεξε όμως ότι στην κηδεία παρευρίσκονταν ένας νέος, που δήλωσε γιος του εκλιπόντος, και μια κοπέλα, που δήλωσε φίλη του, χωρίς να πει ότι ήταν κόρη του ιδιοκτήτη της καμένης Πόρσε, ούτε ότι μόλις είχαν γυρίσει μαζί με τον νεαρό από το Αγκίστρι, όπου είχαν πάει για να βρουν πρώτοι το κουτί, και ότι εκεί πληροφορήθηκαν τα καθέκαστα.

i i i

Η Αστυνομία του Πειραιά συνέλαβε επ’ αυτοφώρω έναν τύπο που έκλεβε πορτοφόλια από τους αφελείς τουρίστες, ο οποίος, ευρισκόμενος υπό την επήρεια ουσιών, ομολόγησε ότι την τάδε ημερομηνία βρισκόταν ως λαθρεπιβάτης στο γκαράζ του «Φοίβου» και είδε έναν άλλο λαθρεπιβάτη να κρύβεται σε μια γωνία κι όπως δεν είχε λεφτά για τη δόση του πήγε να τον ληστέψει, εκείνος αντιστάθηκε κι αναγκάστηκε να τον μαχαιρώσει. Οταν τον είδε νεκρό, φοβήθηκε, τον έβαλε κάτω από το τελευταίο στη σειρά αυτοκίνητο, έψαξε και αφού βρήκε κάτι στουπιά έβαλε φωτιά για να χαθούν τα ίχνη του εγκλήματος. Μετά κρύφτηκε σε μια στοίβα σχοινιών μέχρι να βγει στο νησί.

i i i

Πίνοντας καφέ με τους φίλους του, ο Φάνης Κρέμος τούς είπε με φιλοσοφική διάθεση: «Αλλο η Ιστορία κι άλλο η πραγματικότητα, άλλο η ιδεολογία κι άλλο οι στροφές της τύχης. Η Ιστορία δημιουργεί την αλυσίδα, αλλά η πραγματικότητα σπάει τους κρίκους. Στη μέση η Μοίρα κάνει τα δικά της παιχνίδια».

Και κατέληξε: «Σπανίως στην εγκληματολογία αλλά και στο έγκλημα έχουμε όλες τις απαντήσεις… αυτή είναι η αγωνία αλλά και η μαγεία της έρευνας».

Το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Πανούση είναι «Ο Φάνης Κρέμος δεν πυροβολεί και δεν σκοτώνει», διηγήματα, εκδ. Κύφαντα, 2025