ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ
Η ΚΥΠΡΟΣ, το πολύσημο σταυροδρόμι της ανατολικής Μεσογείου, υπήρξε επί αιώνες δέκτης ποικίλων πολιτισμών και λαών. Ωστόσο, ελάχιστοι θυμούνται ότι ανάμεσα σε όσους άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στο νησί συγκαταλέγονται και οι Ασσύριοι. Η παρουσία τους, συχνά αποσιωπημένη στη συμβατική ιστοριογραφία, εκτείνεται από τις επαφές της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας με την Κύπρο κατά την αρχαιότητα, έως την εγκατάσταση ανατολικοσυριακών κοινοτήτων στον Μεσαίωνα και, πολύ αργότερα, τον εικοστό αιώνα, όταν το νησί λειτούργησε ως τόπος εξορίας και περισυλλογής για τον Πατριάρχη της Εκκλησίας της Ανατολής.
Το ότι ένας λαός με αυτοκρατορική κληρονομιά, ο οποίος στη συνέχεια υπέστη αποικιοποίηση, διάσπαση και απώλεια της πατρίδας του, συνδέθηκε με ένα νησί που γνώρισε διαδοχικές κατακτήσεις και ξένη επικυριαρχία προσδίδει στην ιστορία αυτή ιδιάζουσα συμμετρία. Η ασσυριακή παρουσία δεν αποτελεί περιθωριακή υποσημείωση, αλλά γόνιμο πρίσμα κατανόησης της πορείας ενός λαού που άλλοτε εξουσίαζε και κατόπιν εξουσιάστηκε, χωρίς να απολέσει την εκκλησιαστική και πολιτισμική του ταυτότητα. Εξεταζόμενη υπό αυτό το πρίσμα, η παρουσία της Ανατολικής Εκκλησίας στη Μεσόγειο και στην Κύπρο αποκτά ιδιαίτερο βάθος.
Η σχέση Ασσυρίων και Κύπρου ανάγεται στην αρχαιότητα. Επιγραφή που αποκαλύφθηκε το 1845 στo αρχαίo Κίτιον, κοντά στη Λάρνακα, μνημονεύει τη νίκη του Σαργών Β’ το 709 π.Χ. επί επτά τοπικών ηγεμόνων στη χώρα της Ιά, εντός της περιφέρειας Ιαδνάνα ή Ατνάνα. Η Ιά θεωρείται ευρέως η ασσυριακή ονομασία της Κύπρου, ενώ έχει προταθεί και η σημασία «νησιά των Δαναών». Επιγραφές από τα ανάκτορα της Χορσαμπάτ επιβεβαιώνουν ότι η Κύπρος λογιζόταν ως μέρος της ασσυριακής σφαίρας επιρροής.
Με την παρακμή της αυτοκρατορίας διατηρήθηκαν πολιτισμικά ίχνη. Η Μεγάλη Θεά του νησιού, που αργότερα εξελληνίστηκε ως Αφροδίτη, φέρει σύνθετη κληρονομιά, στην οποία αντανακλούνται η ασσυροβαβυλωνιακή Ιστάρ και η φοινικική Αστάρτη. Ο Όμηρος την αποκαλεί «Κύπριδα», ενώ παφιακές επιγραφές την τιμούν ως «Βασίλισσα», στοιχειοθετώντας τις πρώιμες πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις Ανατολής και Κύπρου.
Κατά τον Μεσαίωνα, η Κύπρος, αν και ενταγμένη στον ελληνορθόδοξο κόσμο, υπήρξε ζωτικός εμπορικός κόμβος που υποδέχθηκε ποικίλες χριστιανικές κοινότητες υπό τη Λουζινιανή και κατόπιν τη Βενετική διοίκηση. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν και πιστοί της Εκκλησίας της Ανατολής, γνωστοί στη Δύση ως «Νεστοριανοί». Ανατολικοσυριακοί έμποροι, κληρικοί και προσκυνητές μαρτυρούνται στο νησί ήδη από τον 14ο αιώνα, διατηρώντας τις λειτουργικές τους παραδόσεις και διακριτή εκκλησιαστική ταυτότητα, σε συνύπαρξη με τις λατινικές και ελληνικές ενορίες.

Καθοριστική τομή αποτέλεσε η Σύνοδος της Φλωρεντίας το 1445, όταν ο Τιμόθεος, Μητροπολίτης της ανατολικοσυριακής κοινότητας στην Κύπρο, διακήρυξε την ένωση με τη Ρώμη ενώπιον του Πάπα Ευγενίου Δ’. Η ομολογία του, στα ελληνικά, λατινικά και στην αποκαλούμενη στα παπικά έγγραφα «Χαλδαϊκή» γλώσσα, σφράγισε την ένταξη της κοινότητας στο ρωμαϊκό δόγμα και εγκαινίασε νέα εκκλησιαστική ταυτότητα. Το Βατικανό εισήγαγε την ονομασία «Χαλδαίοι» για να διακρίνει τους ουνίτες Ανατολικοσυρίους, όρος που με τον χρόνο προσέλαβε και εθνοτική χροιά. Πολλοί εξ αυτών αυτοπροσδιορίζονται πλέον ως Χαλδαίοι, διακριτά από όσους διατηρούν αμιγώς ασσυριακή ταυτότητα, γεγονός που καθιστά τη διαδρομή της κυπριακής κοινότητας κρίσιμη για τη γένεση παράλληλων αξόνων αυτοαντίληψης.
Το πλέον απτό μεσαιωνικό ίχνος αποτελεί ο ναός του Αγίου Γεωργίου του Εξορισμένου στην Αμμόχωστο, ανεγερμένος περί το 1360 από τους αδελφούς Λαχόπουλους, εύπορους Ανατολικοσυρίους εμπόρους. Το οικοδόμημα, με ιταλικά και νοτιογαλλικά γοτθικά στοιχεία σε σταυροφορικό αρχιτεκτονικό υπόβαθρο, αποτελεί από τα ελάχιστα καθαυτό ανατολικοσυριακά κτίσματα δυτικά της Μεσοποταμίας. Η πορεία του αντανακλά τις ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου: χρησιμοποιήθηκε ως στάβλος κατά την Οθωμανική κυριαρχία, γνώρισε μερική αποκατάσταση στην Αγγλοκρατία, φιλοξένησε εκτοπισμένους Τουρκοκύπριους και, μετά το 1974, μετατράπηκε σε τζαμί. Σώζονται αποσπασματικές τοιχογραφίες 14ου και 15ου αιώνα, πολύτιμες για τη μελέτη της ανατολικοσυριακής εικονογραφίας. Το 2014 τελέστηκε εκεί χριστιανική λειτουργία για πρώτη φορά έπειτα από έξι δεκαετίες.
Η Κύπρος επανήλθε στο ασσυριακό ιστορικό προσκήνιο τον 20ό αιώνα, όταν αποτέλεσε τόπο εξορίας για τον Μαρ Εσάι Σιμούν ΚΓ’, Καθολικό-Πατριάρχη της Εκκλησίας της Ανατολής. Η εκδίωξή του από το Ιράκ το 1933, μετά τη σφαγή του Σημέλε και την αφαίρεση της ασσυριακής ιθαγένειας, υπήρξε κρίσιμη τομή της νεότερης ιστορίας. Η Βρετανία, ασκούσα επιρροή στο Ιράκ και διοικούσα την Κύπρο, αποφάσισε την εξορία του στη Λευκωσία, ακολουθώντας γνώριμο αποικιακό μοτίβο: εξουδετέρωση ηγεσιών που διεκδικούσαν συλλογικά δικαιώματα και αυτοδιάθεση, όπως επιβεβαιώθηκε και με την εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στις Σεϋχέλλες.
Ο Μαρ Σιμούν είχε ήδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αναδειχθεί σε υπέρμαχο της ασσυριακής εθνικής αποκατάστασης. Στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1919 υπέβαλε υπομνήματα ζητώντας αυτόνομη ασσυριακή πολιτεία υπό διεθνή προστασία, επικαλούμενος την αρχή της αυτοδιάθεσης. Η βρετανική τακτική αμφίσημων υποσχέσεων, η σφαγή του Σημέλε και η εξορία του κατέδειξαν το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και στην πράξη.
Στην Κύπρο, ο Μαρ Σιμούν παρέμεινε ενεργός: απέστειλε εκθέσεις στην Κοινωνία των Εθνών, διατήρησε επαφές με εκκλησιαστικούς και διπλωματικούς κύκλους και με τη διασπορά, και εργάστηκε για τη συνοχή της Εκκλησίας του. Η εξορία του προσέφερε χρόνο για θεολογικό στοχασμό, ιστορική συγγραφή και οικουμενικές επαφές, οι οποίες, μετά την εγκατάστασή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετουσιώθηκαν σε προγράμματα εκπαίδευσης, κατάρτισης κληρικών και πολιτισμικής διατήρησης.
Η συνάντηση της Κύπρου με την Εκκλησία της Ανατολής άφησε μακρόχρονο αποτύπωμα. Το νησί λειτούργησε ως εργαστήριο ταυτότητας: τυποποιήθηκε η ορολογία «Χαλδαίοι» για τους ενωμένους Ανατολικοσυρίους, ανεγέρθηκε σπάνιος ναός της παράδοσής τους και ένας Πατριάρχης αναπροσδιόρισε την πορεία της Εκκλησίας του. Η κυπριακή εμπειρία φωτίζει τρόπους με τους οποίους η Δύση επενέβη στη διαμόρφωση ταυτοτήτων ανατολικών χριστιανικών κοινοτήτων μέσω εκκλησιαστικών ενώσεων, ονοματολογίας και διοικητικών παρεμβάσεων.
Στον 21ο αιώνα, η ασσυριακή παρουσία στην Κύπρο γνωρίζει οδυνηρή αναβίωση: οικογένειες εκτοπισμένες από το Ιράκ και τη Συρία λόγω πολέμων, διώξεων και της γενοκτονικής θηριωδίας του ISIS βρίσκουν καταφύγιο στο νησί. Η άφιξή τους συνδέει αρχαία μνήμη, μεσαιωνική παρουσία και σύγχρονη προσφυγιά σε ενιαία αλυσίδα επιστροφής.
Παράλληλα, οι ασσυροχαλδαϊκές διασπορές αντιμετωπίζουν τις συνέπειες γεωγραφικού κατακερματισμού και ταυτότητας που διαμορφώθηκε εκτός της δικής τους βούλησης. Η κυπριακή εμπειρία υπενθυμίζει την ικανότητα των Ανατολικοσυρίων να ενσωματώνονται σε διαφορετικά περιβάλλοντα, διατηρώντας το πνευματικό τους απόθεμα, αλλά και το τίμημα όταν η ταυτότητα διαπλάθεται σε συνθήκες ασύμμετρης ισχύος και εξορίας.
Καθώς αναλογιζόμαστε το ασσυριακό αποτύπωμα στην Κύπρο, αναδύεται εύγλωττη εικόνα: ένας λαός που γνώρισε αυτοκρατορική δόξα και διάλυση, ξενιτιά και σιωπή, συναντά ένα νησί παλίμψηστο κατακτήσεων και επιβίωσης. Η ηχώ της αυτοκρατορίας και της εξορίας εξακολουθεί να αντηχεί, καλώντας τους απογόνους όσων εκκλησιάζονταν στην Αμμόχωστο και τους κληρονόμους του οράματος του Μαρ Σιμούν να θυμηθούν πώς η ιστορία τους άγγιξε τις κυπριακές ακτές, αφήνοντας ανεξίτηλο, έστω συχνά παραγνωρισμένο, ίχνος.
The post Η ηχώ της αυτοκρατορίας και της εξορίαςΟι Ασσύριοι στην Κύπρο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.