«Ο μεγάλος θυμός»

Στο Μέγαρο Μαξίμου, όπως και στον πυρήνα στελεχών που εσχάτως δραστηριοποιούνται στο Ινστιτούτο Τσίπρα, κινούνται με τη βεβαιότητα ότι η φύση απεχθάνεται το κενό. Το αριστοτέλειο αξίωμα έχει εφαρμογή και στην πολιτική – και τα παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν είναι αμέτρητα. Το μήνυμα είναι πως εάν έχει διαμορφωθεί ανοικτό πεδίο στην εγχώρια πολιτική σκηνή, κάποιος θα το καλύψει – ακόμη κι αν δεν μετράει από την πλευρά του τα πράγματα με την ίδια ζέση. Θα υποκύψει στις συνθήκες και το πιεστικό κλίμα που διαμορφώνεται γύρω του. Κάπως έτσι, μια επιστροφή στο δίπολο ΜητσοτάκηςΤσίπρας φαίνεται να αποτελεί το βασικό σενάριο που επεξεργάζονται πλέον στο πρωθυπουργικό επιτελείο. Και σε έναν βαθμό τα αντίδοτα που ήδη αναζητούνται βασίζονται σε δοκιμασμένες συνταγές. Στο Μαξίμου επιδιώκουν επί της ουσίας να αναβιώσουν, αν όχι το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, καθώς είναι σχεδόν προεξοφλημένο ότι δεν υπάρχει μέλλον για τον ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον ένα μέτωπο απέναντι στον Τσίπρα. Σε ένα παιχνίδι Κέντρου, στοιχηματίζουν ότι η τοξικότητα του πρώην πρωθυπουργού δεν έχει εξασθενήσει και τα κεντρογενή στρώματα μαζί με τον λεγόμενο μεσαίο χώρο θα συσπειρωθούν σχεδόν αναγκαστικά γύρω από τον Μητσοτάκη. Οπως θα ξυπνήσουν και τα αντανακλαστικά των δυσαρεστημένων συντηρητικών ψηφοφόρων που, υπό άλλες συνθήκες, θα ακροβολίζονταν στη δεξιά πλευρά του χάρτη ή θα επέλεγαν την ημέρα της κάλπης τον καναπέ τους.

Η θεωρία δεν δείχνει πολύπλοκη και μια ομάδα υπουργών και κομματικών στελεχών σπεύδει ήδη να την υπηρετήσει. Στη γραμμή του «Θεέ μου, από τι γλιτώσαμε!..» και με το βιβλίο του Τσίπρα υπό μάλης, ως ντοκουμέντο που την επιβεβαιώνει, ο Αδωνις Γεωργιάδης έχει από τους πρώτους ενεργοποιηθεί, καθώς κρίνεται ότι η παρεμβατικότητά του ακουμπά και στα δύο κοινά. Οι κεντρώοι θα ξαναπεράσουν μια φάση περισυλλογής και οι θυμωμένοι δεξιοί θα πιεστούν για τον επαναπατρισμό τους.

Το βασικό πρόβλημα για το Μαξίμου, που προσπαθεί να καταγράψει μέσα από τα κλειστά focus groups όλα τα ενδεχόμενα, είναι ότι μια επιχείρηση επιστροφής στο 2019 πρέπει να διαγράψει μια κυβερνητική θητεία που έχει εισέλθει πλέον στον έβδομο χρόνο της. Σε βάθος χρόνου, οι κυβερνήσεις μετρούν περισσότερη δυσαρέσκεια και λιγότερα χειροκροτήματα. Oπως το διατυπώνει πρωθυπουργικός συνεργάτης, ακόμη και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έχασε από τους Εργατικούς του Κλέμεντ Ατλι, τον Ιούλιο του 1945, όταν άπαντες τον αναγνώριζαν ως «πατέρα της νίκης» στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η φθορά του χρόνου διαμορφώνει πολλές φορές μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Εάν ένα 70%, όπως καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις, κινηθεί με μια σκληρή αντικυβερνητική λογική, ουδείς αποκλείει κάποιος από την αντιπολιτευτική πτέρυγα να ευνοηθεί, ως μαγνήτης αυτής της αντίδρασης. Στον «μεγάλο θυμό» ελπίζει εκ νέου και ο Τσίπρας, προσδοκώντας ένα τέτοιο σκηνικό να λειτουργήσει σαν διυλιστήριο και για τη δική του τοξικότητα.

Στην πραγματικότητα, μια επιστροφή στο δίπολο του 2019 (και του 2023) προκύπτει περισσότερο ως ανάγκη να αντιπαρατεθεί απέναντι στον Μητσοτάκη μια επιλογή με πιο ισχυρή πρωθυπουργήσιμη εικόνα σε σχέση με το πολιτικό προσωπικό που βρίσκεται αυτή την ώρα επί σκηνής. Αυτονόητα, καθώς έχει διατελέσει πεντέμισι χρόνια ένοικος του Μαξίμου, τα ποσοστά του Τσίπρα είναι στις μετρήσεις καλύτερα. Αλλά όσοι αναλύουν τα ποιοτικά στοιχεία και τα επιμέρους ερωτήματα των ίδιων μετρήσεων, διατηρούν τις αμφιβολίες τους για το εάν μια επιστροφή στο δίπολο Μητσοτάκης – Τσίπρας μπορεί να διαμορφώσει νέες δυναμικές για την Ελλάδα της επομένης δεκαετίας ή ένα κενό θα συνεχίσει να παραμένει ακάλυπτο, αφήνοντας χώρο και για άλλους. Προφανώς η εικόνα είναι νωρίς για να αποκρυσταλλωθεί, αλλά παρά τη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να χάσει η ΝΔ τον πρώτο λόγο, καθ΄ οδόν προς τις κάλπες.

Από τις αρχές του 2026, ωστόσο, τα νέα πολιτικά στοιχήματα θα έχουν να κάνουν με τις συνεργασίες που αναδεικνύονται μέσα στο ρευστό τοπίο. Και το βασικό ερώτημα «με ποιους θα κυβερνήσετε;», το οποίο θα καλείται προσεχώς να απαντά ο Μητσοτάκης, ίσως αποδειχθεί ακόμη ένα από τα προβλήματά του.