
Η κοινωνική ατζέντα κυριαρχεί, το πολιτικό κλίμα βαραίνει και προδιαγράφονται εξελίξεις που απειλούν το λιγότερο με ανακάτεμα της τράπουλας, αν όχι με ανατροπές. Σε αυτό το θολό τοπίο επιχειρούν εκλογικούς σχεδιασμούς τα κομματικά επιτελεία, ακόμα κι αν πράγματι απομένουν 16 μήνες για την εθνική αναμέτρηση του 2027, με το ισχύον εκλογικό σύστημα, όπως επιμένει δημόσια ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Μπορεί η κάθε πλευρά να ορίζει μίνιμουμ στόχους και να δείχνει ότι χαράσσει μακροπρόθεσμη στρατηγική, ωστόσο αυτή αναθεωρείται τελικά ανάλογα με τα δεδομένα της στιγμής. Ακόμα περισσότερο κανείς δεν θέλει συζητήσεις για το μετεκλογικό τοπίο. Διότι όλοι στοχεύουν στη διεύρυνση της εκλογικής επιρροής τους εκτός παραδοσιακών τειχών – και αυτό δεν υπηρετείται από κουβέντες περί συνεργασιών. Ενδεικτική η επαναφορά του γαλάζιου μότο περί «αυτοδυναμίας» και πίστης στις «ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις», παρότι η κυβέρνηση εξακολουθεί δημοσκοπικά να αποκλίνει σημαντικά από μια τέτοια τροχιά. Μαρτυρά ουσιαστικά την προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να βγάλει τη ΝΔ από το κάδρο συζητήσεων για μετεκλογικές συμμαχίες και να στρέψει τους προβολείς σε μια μάχη απέναντι σε «ετερόκλητες» αντιπολιτευτικές δυνάμεις – με την προσοχή ταυτόχρονα σε «ειδικά» ακροατήρια και σε παραδοσιακές δεξαμενές της.
Ακόμα κι αν όλες οι ηγεσίες των κομμάτων θεωρούν ότι είναι νωρίς να ανοίξουν τα «μετεκλογικά» χαρτιά τους, κάνουν παρασκηνιακά τους υπολογισμούς τους. Τι προκύπτει από μια τέτοια χαρτογράφηση στις σημερινές συνθήκες; Με βάση τους δημοσκοπικούς συσχετισμούς είναι αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης χωρίς το πρώτο κόμμα, ενώ τα κουκιά βγαίνουν μόνο σε δύο σενάρια συνεργασιών. Το πρώτο είναι ένας συνασπισμός ΝΔ – ΠΑΣΟΚ: αυτός θα άθροιζε 175 έδρες με βάση την πρόθεση ψήφου πρόσφατης δημοσκόπησης (GPO/Παραπολιτικά). Το δεύτερο είναι μια συμμαχία από την άλλη πλευρά, μεταξύ ΝΔ και Ελληνικής Λύσης: αυτή θα άθροιζε 165 έδρες.
Με άλλα λόγια, το πρώτο κόμμα έχει κύριο λόγο στις προσπάθειες συγκρότησης συνεργατικού κυβερνητικού σχήματος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κοιτάζει, όπως και ο Νίκος Ανδρουλάκης, στις ίδιες ενδιάμεσες δεξαμενές, δηλαδή προς κεντρογενείς ψηφοφόρους, οι οποίοι, σύμφωνα με την ανάγνωση του Μαξίμου, δεν εγκαταλείπουν την προσήλωσή τους στην ανάγκη οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας. Εξού και θα συνεχιστούν ως το τέλος οι γαλάζιες επιχειρήσεις πλαγιοκόπησης του ΠΑΣΟΚ – και μέσω… Αλέξη Τσίπρα, πλέον. «Δεν το συζητάμε καν για τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε για τον Τσίπρα. Εμείς δεν κάνουμε συνομιλητές μας, όπως κάνει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη, όσους μας έλεγαν “προδότες”, ενώ κρατούσαμε τη χώρα στην Ευρώπη», ήταν τα κυβερνητικά «καρφιά» μέσα στην εβδομάδα. Υπάρχει σαφής επιστροφή στη νεοδημοκρατική τακτική διαχωρισμού του σημερινού ΠΑΣΟΚ από το «παλιό, υπεύθυνο» ΠΑΣΟΚ με το βλέμμα στους μετριοπαθέστερους ψηφοφόρους της Χαριλάου Τρικούπη, την ώρα που ο Ανδρουλάκης επιμένει στο δίπτυχο «ήττα Μητσοτάκη – νίκη του ΠΑΣΟΚ» έστω με μία ψήφο.
Οσο για το δεύτερο σενάριο σύμπλευσης της ΝΔ με δεξιότερα κόμματα, ο Μητσοτάκης κλείνει κάθε παράθυρο αναζήτησης διεξόδου με τον Κυριάκο Βελόπουλο. Από τη στιγμή που σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα δεν προκύπτει άλλο σενάριο – ούτε και αν αθροίζονταν όλες οι αντιπολιτευτικές έδρες από τα αριστερά και τα δεξιά της ΝΔ, με δεδομένο το ξεκάθαρο «όχι» του ΚΚΕ σε οποιοδήποτε συνεργατικό σχήμα –, προδιαγράφεται ένα παιχνίδι επίρριψης ευθυνών. Ενα blame game των πρώτων συνομιλητών, Μητσοτάκη και Ανδρουλάκη, για το διαφαινόμενο ναυάγιο, προτού υπάρξει, παρά την πρωθυπουργική ρητορική για «μία κάλπη», προσφυγή σε νέες εκλογές με σκληρότερα διλήμματα περί αστάθειας και βαριά πόλωση. Αυτή είναι η πραγματικότητα των δημοσκοπήσεων, όμως μένει να φανεί πόσο θα αλλάξουν οι συνθήκες εντός του 2026. Είναι άγνωστο πόσα ακόμα κόμματα θα πέσουν στη μάχη, με τα όρια (τους δυνητικούς ψηφοφόρους δηλαδή) δύο πρώην πρωθυπουργών, του Αλέξη Τσίπρα και του Αντώνη Σαμαρά, να μετριούνται ήδη, όπως μετριέται και η πιθανή απήχηση μιας κίνησης Τεμπών, από τη Μαρία Καρυστιανού ή με τη συμμετοχή της.
Αίτημα «αλλαγής»
Εξάλλου δημοσκόποι συμφωνούν ότι προς το παρόν η δυσαρέσκεια απλώς διαχέεται. Κανείς δεν έχει μπορέσει ακόμα να την εκφράσει, παρότι είναι πλειοψηφικές οι αρνητικές απόψεις για την κυβέρνηση. Ενδεικτικό το εύρημα προχθεσινού γκάλοπ (GPO/Star): πάνω από επτά στους δέκα ζητούν άλλη κυβέρνηση, το 27,2% απαντά ότι θέλει να συνεχίσει η κυβέρνηση της ΝΔ και ο Μητσοτάκης Πρωθυπουργός μετά τις επόμενες εκλογές. Αυτό το 70,8% που προκρίνει την «αλλαγή», σπάει σε διάφορες κατευθύνσεις και κανένας εξ αριστερών και εκ δεξιών δεν κεφαλαιοποιεί τη νεοδημοκρατική φθορά. Αντίθετα, ακόμα και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δείχνει να δυσκολεύεται να βελτιώσει την μπάρα με τις θετικές αξιολογήσεις του δικού του έργου. Ταυτόχρονα «γράφουν» διψήφιο ποσοστό (ακριβέστερα είναι δεύτερο κόμμα) οι αναποφάσιστοι μαζί με όσους απαντούν «άλλο» στην πρόθεση ψήφου, δείχνοντας ότι δεν τους καλύπτει το υπάρχον κομματικό μωσαϊκό.
Η ακρίβεια είναι με διαφορά η κεντρική εστία δυσφορίας των πολιτών – συνολικά η οικονομία είναι η βασική παράμετρος, όπως πιστεύουν στη ΝΔ, που, όταν έρθει η ώρα, θα καθορίσει εκλογικές συμπεριφορές. Ψηλά στις δημοσκοπήσεις και στα focus groups του Μαξίμου παραμένει όμως και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
