Το πρώτο κόμμα απαραίτητο συστατικό σε κυβέρνηση συνεργασίας

Στις έρευνες του τελευταίου διαστήματος καταγράφεται, έστω και με οριακή πλειοψηφία, η προτίμηση των πολιτών για την ανάδειξη μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές, ακόμη και αν χρειαστεί να γίνουν επαναλαμβανόμενες εκλογικές διαδικασίες.

Η οριακή αυτή μεταστροφή της κοινής γνώμης οφείλεται, εν πολλοίς, στην άρνηση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων κυρίως, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, να συζητήσουν προεκλογικά το ενδεχόμενο συνεργασίας και να μπουν σε έναν προγραμματικό διάλογο ουσίας για πιθανές συγκλίσεις και μετεκλογικές συμπράξεις.

Σε επίπεδο πολιτικής τακτικής η επιλογή αυτή φαντάζει λογική, αφού πριν απ’ την κάλπη,  επιδίωξη του κάθε κόμματος είναι η αύξηση της δικής του εκλογικής επιρροής και η διεύρυνση των δυνητικών του ορίων.

Η συζήτηση για συνεργασία εκπορεύεται, κατά βάση, από τα κόμματα της Αριστεράς, των οποίων, όμως, οι δημοσκοπικές επιδόσεις δεν επιτρέπουν την ανάληψη τέτοιων πρωτοβουλιών σε ρεαλιστικό επίπεδο. Ολα μπορούν, βέβαια, να ανατραπούν με την είσοδο των νέων –  παλιών παικτών στο πολιτικό σκηνικό και αναφερόμαστε κυρίως στην περίπτωση του Αλ. Τσίπρα, του οποίου ο πολιτικός φορέας, αν τελικά ιδρυθεί, θα δημιουργήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλο το κεντροαριστερό φάσμα.

Επί του πρακτέου, όμως, και με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα, στην περίπτωση που σήμερα είχαμε εκλογές, η ΝΔ θα καταλάμβανε 125 έδρες, το ΠΑΣΟΚ 50, η Ελληνική Λύση 40, το ΚΚΕ 29,  η Πλεύση Ελευθερίας 26, ο ΣΥΡΙΖΑ 20 και η Φωνή Λογικής 10 έδρες. Τα πιθανά αυτά αποτελέσματα σχηματοποιούν μια επτακομματική Βουλή, με τα σενάρια των πιθανών συνεργασιών να είναι επί της ουσίας δύο:

Μεγάλος συνασπισμός ΝΔ –  ΠΑΣΟΚ, ένας συνδυασμός που θα άθροιζε μία άνετη πλειοψηφία 175 εδρών, ένα σενάριο, όμως, που το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του έχουν αποκλείσει κατηγορηματικά, ενώ υπάρχουν και εισηγήσεις για συνεδριακή δέσμευση του κόμματος απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Το δεύτερο σενάριο είναι αυτό του δεξιού συνασπισμού της ΝΔ με τη συμμετοχή της Ελληνικής Λύσης και της Φωνής Λογικής, το οποίο, όμως, απορρίπτει ο Κυρ. Μητσοτάκης, που σε κάθε ευκαιρία αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα των μονοκομματικών αυτοδύναμων κυβερνήσεων, με βασικό επιχείρημα τη σταθερότητα και την ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων.

Το αδιέξοδο είναι προφανές και εξηγεί την αύξηση του ποσοστού των πολιτών που τάσσονται υπέρ της αυτοδύναμης λύσης. Οι συσχετισμοί μπορούν να ανατραπούν, μόνο αν το ΠΑΣΟΚ ή κάποιος άλλος σχηματισμός καταφέρει να ξεπεράσει τη ΝΔ και  συγκεντρώσει ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, που θα του επιτρέπει να διεκδικήσει επιπλέον έδρες από το κλιμακωτό μπόνους που προβλέπει ο εκλογικός νόμος.

Με λίγα λόγια για μια κυβέρνηση συνεργασίας πρακτικά και πολιτικά απαιτείται η συμμετοχή του πρώτου κόμματος.

Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής ερευνών GPO