Η καταξίωση της αναγνώρισης της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας από την UNESCO στις 12 Νοεμβρίου 2025, αποτελεί ιστορικό σταθμό στην εξέλιξη της ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού. Πρόκειται για τη σημαντικότερη αναγνώριση της επικαιρότητας της Ελληνικής γλώσσας στη σημερινή ανθρώπινη κοινωνία, μια αναγνώριση που ουσιαστικά αποδέχεται ότι η Ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας, δεν είναι μόνο γλώσσα ποιότητας, είναι γλώσσα παγκόσμιας αποδεκτικότητας αφού όλες οι γλώσσες του κόσμου, λίγο ή πολύ, έχουν στη σημειολογία τους λέξεις και έννοιες που αποδίδονται με την Ελληνική γλώσσα. Είναι η Ελληνική γλώσσα επίσης γλώσσα λειτουργική, αφού τα πλέον μνημειώδη γραπτά μνημεία της ανθρωπότητας είναι γραμμένα στην Ελληνική γλώσσα.
Η Ελληνική γλώσσα επομένως έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που πρέπει να έχει μια γλώσσα για να έχει σταθερότητα στη δομή της, έχει λειτουργικότητα και επικαιρότητα αφού τα κείμενα του ανθρώπου γράφτηκαν και αποδόθηκαν από τη γλώσσα αυτή, από τα Ευαγγέλια μέχρι και τους Ύμνους, από τις γραφές των προγόνων και τη λογοτεχνία τους και δεν πέρασε ούτε ένας αιώνας που να μην έχει γραφτεί στην Ελληνική γλώσσα ποίηση ή πεζογραφία. Η Ελληνική γλώσσα έχει παγκόσμια αποδεκτικότητα αφού ενυπάρχει μορφο-φωνηματικά σε όλες τις γλώσσες του κόσμου σε ποσοστά που αν συνυπολογιστούν και με τις ελληνογενείς λατινικές λέξεις, ξεπερνούν στις λατινογενείς γλώσσες της Ευρώπης το 30 τοις εκατό του συνόλου των λέξεων των γλωσσών αυτών.
Όλες οι χώρες αναγνώρισαν την τεράστια συμβολή της Ελληνικής γλώσσας, ως γλώσσας τροφού όλων των επιστημών και των τεχνών, αναγνώρισαν την ποιότητα της Ελληνικής γλώσσας να είναι η μόνη γλώσσα του Δυτικού κόσμου με μία συνεχιζόμενη ακατάπαυστη συνέχεια χρήσης προφορικής και γραπτής 3500 χρόνων, να είναι η μοναδική γλώσσα που απέμεινε από τον αρχαίο κόσμο να ομιλείται και να γράφεται σήμερα, και η μόνη γλώσσα που συνεχίζει να διαθέτει επικαιρότητα στον σημερινό κόσμο, δηλαδή να καταφεύγει ο σημερινός άνθρωπος στην Ελληνική γλώσσα, εάν χρειαστεί να δημιουργηθεί μια νέα έννοια τεχνολογίας.
Η διαχρονική αυτή χρήση της Ελληνικής και η θεσμική της αναγνώριση από την UNESCO αποτελεί ένα σημαντικότατο ιστορικό γεγονός, που θα μπορούσε να αποβεί κοσμογονικής σημασίας για την ίδια την Ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό, εάν μπορέσουμε την ευκαιρία αυτή να τη μεθοδεύσουμε σε μια συστηματική, πολιτιστική επίθεση του ελληνικού πολιτισμού, μέσα από τη γλώσσα, εάν την επικαιρότητα αυτή της Ελληνικής στη χρήση της από τον άνθρωπο την προωθήσουμε και την καλλιεργήσουμε ως κίνημα προβολής και διάδοσης του Ελληνικού πολιτισμού.
Είναι όντως μια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της σημασίας της ελληνικής γλώσσας ως γλώσσας που παρά τον μικρό αριθμό των χρηστών, διαθέτει, επαναλαμβάνω, ίσως τη μεγαλύτερη επιστημονική αποδεκτικότητα (δύναμη αποδοχής) από όλες τις άλλες γλώσσες του κόσμου, αλλά και παγκόσμια λειτουργικότητα μέσα από τις γραφές, τα μνημεία του λόγου, τα ευαγγέλια, και την ευρύτατη ελληνόγλωσση γραμματεία, μοναδική σε παγκόσμια κλίμακα. Για να καταστεί εφικτός ο επαναπροσδιορισμός πρέπει να λειτουργήσει η επικαιρότητα της χρήσης ή η επικαιρότητα προσφυγής στην Ελληνική γλώσσα για νέες έννοιες και λέξεις.
ΩΣΤΟΣΟ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Ό,τι κατακτήθηκε μέχρι σήμερα αποτελεί λαμπρή ιστορία και ανήκει δόξα και τιμή σε όλους όσοι εργάσθηκαν και πόνεσαν και μάτωσαν για την επιτυχία αυτή. Αυτά θα τα κρίνει με τρόπο ειλικρινή κι αμείλικτο η ιστορία. Αυτό πλέον είναι παρελθόν. Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Με ποιο τρόπο θα αξιοποιήσουμε την αναγνώριση αυτή; Πώς θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε την ευκαιρία που μάς έδωσε η Παγκόσμια Κοινότητα και η UNESCO; Με ποιο τρόπο ή με ποιους τρόπους θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε τους στόχους μιας παγκόσμιας πολιτιστικής επίθεσης του ελληνικού πολιτισμού μέσα από τη γλώσσα; Πώς θα παρακινηθούν τόσο οι Έλληνες να στηρίξουν τη μάθηση της ελληνικής γλώσσας και πώς θα καταφέρουμε να πείσουμε τους αλλογενείς και αλλόγλωσσους να φέρουν την Ελληνική γλώσσα και πολιτισμό στα σπίτια τους; Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της Ομογένειας, μιας Ομογένειας, χωρίς συγκρητισμό, χωρίς το δίκαιο ή τη δύναμη της ενότητας; Πώς θα καλλιεργηθεί και θα αναδειχθεί σε ισχύ, σε δύναμη η δράση του ελληνισμού ώστε να προαχθεί επίκαιρα στις σημερινές κοινωνίες του κόσμου η Ελληνική γλώσσα, όταν εμείς οι ίδιοι διδάσκουμε στα σχολεία μας, μόνο επιφανειακά τη γλώσσα μας για δύο ώρες την εβδομάδα, έτσι απλά για να ξεφύγουμε από την ευθύνη της συνείδησης ότι δεν προσφέρουμε ελληνομάθεια στα παιδιά μας, και το χειρότερο όταν τα εξαπατάμε να πιστεύουν ότι τάχα πηγαίνουν στο ελληνικό σχολείο και μαθαίνουν, τουλάχιστον να κατανοούν την Ελληνική;
Και ρωτώ τον γονέα:
Έχουν τα παιδιά σας ακούσματα της ελληνικής γλώσσας στο σπίτι; Μιλάτε ποτέ την Ελληνική γλώσσα; Πόσο συχνά συμμετέχουν τα παιδιά σας στις συζητήσεις αυτές στην Ελληνική; Πόσο συχνά ακούνε ελληνόφωνο ραδιόφωνο ή ελληνόγλωσση τηλεόραση; Πόσες φορές παρακολούθησαν εντατικά μαθήματα ελληνικής στην Ελλάδα; Πιστεύετε ειλικρινά ότι με δύο ώρες την εβδομάδα, μπορεί ένας πανέξυπνος άνθρωπος να μάθει μια ξένη γλώσσα; Γνωρίζετε ότι το 78% των παιδιών που έρχονται για πρώτη φορά στο ελληνικό σχολείο των δύο ωρών δεν είχε ποτέ ακούσει τα ελληνικά μέσα στο σπίτι; Πιστεύετε και ξοδεύεστε με την πεποίθηση ότι πράγματι με δύο ώρες την εβδομάδα μπορεί ένα παιδί να μάθει μια γλώσσα; Είναι αλήθεια ότι αισθάνεστε άνετα με το δίωρο της «μάθησης», διότι απλά σας δίνεται η ευκαιρία να κάνετε τα ψώνια της εβδομάδας ή να περάσετε το πρωινό ή ένα απογευματινό με τους φίλους σε κοινωνική έξοδο;
Και ρωτώ τους δασκάλους:
Ειλικρινά πιστεύετε ότι προσφέροντας δύο ώρες την εβδομάδα, ή 60-70 ώρες τον χρόνο θα μπορούσε ένα πανέξυπνο παιδί να μάθει τα στοιχειώδη ελληνικά; Στις δεκαετίες του 1970 και 1980 τα ελληνικά διδάσκονταν 12 ώρες την εβδομάδα, σήμερα διδάσκονται δύο ώρες την εβδομάδα, γιατί τιμωρείται ο μαθητής με την ύβρι της «αφομοίωσης» όταν ουσιαστικά δεν του παρέχουμε εμείς ως σχολείο και ως δάσκαλοι ουσιαστική παιδεία και μάθηση στην ελληνική γλώσσα; Συνεχίζει η διδασκαλία της ελληνικής να αποτελεί εθνικό λειτούργημα και ιερό καθήκον χρέους, ή απλά ένα παρα-επάγγελμα για ένα παραπλήσιο έσοδο, χωρίς να μας ενδιαφέρει πλέον τι ελληνομάθεια προσφέρουμε στα παιδιά μας; Είστε ικανοποιημένοι από τον πήχη της ποιότητας μάθησης που προσφέρετε στα παιδιά της Ομογένειας; Η εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας απαιτεί περίπου 3.000 ώρες άμεσης διαπροσωπικής διδασκαλίας, στη διάρκεια της σχολικής ηλικίας. Εμείς στην καλύτερη περίπτωση (ημερήσια σχολεία) προσφέρουμε τέσσερις ώρες, δηλαδή 500 ώρες στη σχολική ηλικία, στη χειρότερη περίπτωση (κάποια κρατικά σχολεία) προσφέρουμε 45 λεπτά την εβδομάδα, ήτοι 90 ώρες στη σχολική ηλικία. Πρόκειται για μια εσκεμμένη, συνειδησιακή εκστρατεία παρερμηνείας, υποτίμησης και ισοπέδωσης του χρέους μας απέναντι στην Ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό μας.
The post Η ελληνική γλώσσα διδάσκεται στη διασπορά αλλά δεν προσφέρεται προς μάθηση appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.