
Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ξεκίνησε τη συνεδρίαση με σημαντική πτώση, την τρίτη ημέρα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, καθώς οι μετοχές του αεροπορικού και τουριστικού τομέα κατέγραψαν απώλειες, σε αντίθεση με την άνοδο που σημείωσαν οι εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας και της ενέργειας.
Με το άνοιγμα των συναλλαγών, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχωρούσε κατά 0,89%, ο Nasdaq κατά 0,64% και ο διευρυμένος S&P 500 κατά 0,63%.
Ανάλογες απώλειες σημειώθηκαν και στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια: το Παρίσι κατέγραφε πτώση 2,22%, η Φραγκφούρτη 2,67%, το Λονδίνο 1,59% και το Μιλάνο 2,53%.
Σύμφωνα με αναλυτές, ο πόλεμος ενδέχεται να επηρεάσει τις τιμές του πετρελαίου, αλλά και συνολικά την παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο. Το μέγεθος του σοκ θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.
Πετρελαϊκό σοκ και ενεργειακές επιπτώσεις
Από το Σαββατοκύριακο, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω του στενού του Χορμούζ, στρατηγικής σημασίας θαλάσσιας οδού ανάμεσα στο Ιράν και το σουλτανάτο του Ομάν. Από εκεί διέρχεται περίπου το 20% του πετρελαίου που καταναλώνεται παγκοσμίως.
Η συνέπεια ήταν άμεση: οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου εκτοξεύτηκαν. Γύρω στις 16.10 (ώρα Ελλάδας), το Μπρεντ της Βόρειας Θάλασσας έφτασε τα 79,30 δολάρια το βαρέλι (+8,82%), αφού νωρίτερα είχε ξεπεράσει και τα 80 δολάρια. Στις αρχές του έτους η τιμή κυμαινόταν στα 61 δολάρια ανά βαρέλι.
Ο οικονομολόγος Σιλβέν Μπερσινιέρ, ιδρυτής της εταιρείας Bersingéco, προειδοποίησε ότι η κατάσταση αυτή «ενέχει τον κίνδυνο μιας τρίτης πετρελαϊκής κρίσης, μετά από εκείνες του 1973 και του 1979 και μετά την κρίση του φυσικού αερίου του 2022». Χαρακτήρισε «αξιόπιστο σενάριο» την πιθανότητα ο μαύρος χρυσός να φτάσει τα 110 δολάρια το βαρέλι, υπενθυμίζοντας ότι το 2008 η τιμή είχε ξεπεράσει τα 140 δολάρια και στις αρχές της δεκαετίας του 2010 κυμαινόταν στα 100 δολάρια.
Από την πλευρά του, ο Άνταμ Χετς της επενδυτικής εταιρείας Janus Henderson εκτίμησε ότι η τιμή του πετρελαίου θα αυξηθεί, αλλά θα παραμείνει σε «λογικά επίπεδα».
Επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο
Οι οικονομολόγοι της τράπεζας ING σημειώνουν ότι ο πόλεμος αυτός έρχεται «τη χειρότερη δυνατή στιγμή», καθώς το παγκόσμιο εμπόριο αντιμετώπιζε ήδη πιέσεις λόγω της «επίθεσης» του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με την επιβολή δασμών, λίγα χρόνια μετά την πανδημία της Covid-19 και ενώ συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Πέρα από τον ενεργειακό τομέα, το κλείσιμο του εναέριου χώρου στον Κόλπο διαταράσσει τους αεροπορικούς διαδρόμους μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, όπως ανέφεραν οι αναλυτές σε σχετικό υπόμνημα.
Ο Ρούμπεν Νίζαρντ, υπεύθυνος έρευνας στην ασφαλιστική εταιρεία Coface, προειδοποίησε ότι ενδέχεται να αυξηθούν τα ασφάλιστρα για τη ναυσιπλοΐα, εξέλιξη που θα ενίσχυε τις πληθωριστικές πιέσεις. «Σε παγκόσμιο επίπεδο, θα άνοιγε η πόρτα για ένα οικονομικό σενάριο στασιμοπληθωρισμού, με πολύ χαμηλή ή και μηδενική ανάπτυξη, ενδεχομένως και αρνητική σε ορισμένες χώρες», σημείωσε.
Αντίκτυπος στις αγορές και την οικονομία
Η διάρκεια της σύγκρουσης θα καθορίσει τον βαθμό επίδρασης στις αγορές και την παγκόσμια οικονομία. Οι οικονομολόγοι της τράπεζας Natixis εκτιμούν ότι «κάθε παρατεταμένη διακοπή» της ναυσιπλοΐας στο Χορμούζ «θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στις αγορές, την πληθωριστική δυναμική και τη διεθνή οικονομική σταθερότητα». Σύμφωνα με αυτούς, «η Κίνα είναι αυτή που θα επηρεαζόταν ιδιαιτέρως».
Παρόμοια άποψη εξέφρασε ο Σιρίλ Πουαριέ-Κουτανσέ, διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Θαλάσσιων Στρατηγικών Μελετών της Γαλλίας, τονίζοντας ότι «το κλείσιμο του Χορμούζ είναι ένα μεγάλο ζήτημα για την παγκόσμια οικονομία» και κυρίως «για την κινεζική οικονομία», καθώς «η Ασία εξαρτάται περισσότερο από το Χορμούζ για τις εισαγωγές της».
«Το ερώτημα είναι εάν θα υπάρχει το αναγκαίο καύσιμο για να κινείται η παγκόσμια μηχανή», κατέληξε χαρακτηριστικά.
Ο Σιλβέν Μπερσινιέρ εκτίμησε επίσης ότι «το πληθωριστικό σοκ θα είναι, με βάση τις πρώτες εκτιμήσεις που βασίζονται στα διαθέσιμα δεδομένα, μικρότερο από εκείνο του 2022-23», προσθέτοντας ότι, όσον αφορά τη γαλλική οικονομία, «θα αποφύγει την ύφεση».
Στην Ευρώπη, τα επιτόκια αυξήθηκαν σήμερα στις περισσότερες χώρες, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για ενίσχυση του πληθωρισμού. Το επιτόκιο του δεκαετούς γερμανικού ομολόγου, δείκτης αναφοράς για το κόστος δανεισμού στην ευρωζώνη, διαμορφωνόταν στο 2,70% στις 16.30 (ώρα Ελλάδας), έναντι 2,64% την Παρασκευή.