Συμφωνία Βιώσιμης Αλιευτικής Σύμπραξης μεταξύ ΕΕ και Σεϋχελλών

Η ΕΕ αξιόπιστος εταίρος των Σεϋχελλών λέει ο Καδής κατά την υπογραφή συμφωνίας αλιείας – Η νέα συμφωνία παραχωρεί σε ευρωπαϊκά αλιευτικά σκάφη πρόσβαση στα ύδατα του αρχιπελάγους των Σεϋχελλών για περίοδο τεσσάρων ετών

Ένα νέο πρωτόκολλο στο πλαίσιο της Συμφωνίας Βιώσιμης Αλιευτικής Σύμπραξης υπέγραψε ο Επίτροπος Βιώσιμης Αλιείας και Ωκεανών εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έδρα της Επιτροπής στις Βρυξέλλες τη Δευτέρα. Η νέα συμφωνία παραχωρεί σε ευρωπαϊκά αλιευτικά σκάφη πρόσβαση στα ύδατα του αρχιπελάγους των Σεϋχελλών για περίοδο τεσσάρων ετών, επιτρέποντας την αλίευση έως και 55.000 τόνων τόνου και άλλων μεταναστευτικών ειδών ετησίως.

Ο Επίτροπος Καδής, χαρακτήρισε στην ομιλία του την υπογραφή του νέου πρωτοκόλλου «κάτι πολύ περισσότερο από την ολοκλήρωση μιας διαπραγμάτευσης», σημειώνοντας ότι επιβεβαιώνει «μια μακρόχρονη και πολύτιμη εταιρική σχέση που βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, στα κοινά συμφέροντα και στην κοινή ευθύνη για τη βιώσιμη διαχείριση των ωκεανών μας». Όπως ανέφερε, από το 1978 η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Σεϋχέλλες έχουν αναπτύξει μια στενή και εποικοδομητική συνεργασία στον τομέα της αλιείας, η οποία έχει αποφέρει «οικονομική αξία, σταθερότητα και αποτελεσματική συνεργασία», ενώ το νέο πρωτόκολλο αποτελεί «μια ανανεωμένη έκφραση πολιτικής εμπιστοσύνης και κοινού οράματος».

Ο κ. Καδής είπε ακόμη ότι η συμφωνία «επιβεβαιώνει τη δέσμευση της ΕΕ να παραμείνει ένας αξιόπιστος και ενεργός εταίρος των Σεϋχελλών», σε μια περίοδο κατά την οποία οι ωκεανοί αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις από την υπερεκμετάλλευση, τη ρύπανση και την κλιματική αλλαγή.

Παράλληλα, ο Επίτροπος επισήμανε ότι η συνεργασία των δύο πλευρών επικεντρώνεται σε τέσσερις βασικές προτεραιότητες, που αφορούν στη διασφάλιση της βιωσιμότητας μέσω επιστημονικά τεκμηριωμένης διαχείρισης της αλιείας, στη στήριξη των τοπικών κοινοτήτων, στην προώθηση της καινοτομίας και της έρευνας, καθώς και στην ενίσχυση της παρακολούθησης και των ελέγχων για την καταπολέμηση της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας. «Ας εργαστούμε μαζί για την πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή αυτού του πρωτοκόλλου, προς όφελος των Σεϋχελλών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κοινού μας ωκεανού», κατέληξε.

Ο Υπουργός Αλιείας, Γεωργίας και Γαλάζιας Οικονομίας των Σεϋχελλών, Γουάλας Κόσγκροου, ανέφερε από τη μεριά του τη σημασία του τομέα της αλιείας για την οικονομία της χώρας, χαρακτηρίζοντάς τον «βασικό οικονομικό πυλώνα και ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής μας για τη γαλάζια οικονομία». Όπως ανέφερε, η συνεργασία με την ΕΕ αποτελεί «τόσο προνόμιο όσο και ευκαιρία» για την περαιτέρω ενίσχυση των οικονομικών δεσμών μεταξύ των δύο πλευρών, ιδιαίτερα στον τομέα της αλιείας, όπου η σχέση τους μετρά περισσότερες από τρεις δεκαετίες.

Ο κ. Κοζγκροου επιπλέον εξέφρασε τη δέσμευση της χώρας του για την εφαρμογή της συμφωνίας τα επόμενα τέσσερα χρόνια. «Μαζί είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε και να διασφαλίσουμε ότι, μέσω της Συμφωνίας Βιώσιμης Αλιευτικής Σύμπραξης, μπορούμε να ενισχύσουμε τους οικονομικούς δεσμούς μεταξύ των Σεϋχελλών και της ΕΕ και να εξασφαλίσουμε ευημερία τόσο για τη Δημοκρατία των Σεϋχελλών όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση», δήλωσε, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα για συνέχιση της συνεργασίας και μελλοντικές συμφωνίες.

Με βάση το νέο πρωτόκολλο, έως 30 ευρωπαϊκά αλιευτικά γρι-γρι, αλλά και οκτώ παραγαδιάρικα θα μπορούν να λάβουν άδεια και να επαναλάβουν τις αλιευτικές τους δραστηριότητες τους. Οι αλιευτικές επιχειρήσεις είχαν διακοπεί από τις 23 Φεβρουαρίου 2026, όταν εξέπνευσε το προηγούμενο πρωτόκολλο, εν αναμονή της ολοκλήρωσης και υπογραφής της νέας συμφωνίας.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, το νέο πρωτόκολλο ενισχύει τη δέσμευση των δύο πλευρών για βιώσιμη αλιεία και αμοιβαία οικονομική πρόοδο, καθώς και τη συνεργασία τους στη διακυβέρνηση της αλιείας. Ως ενεργά μέλη της Επιτροπής Τόνου του Ινδικού Ωκεανού (IOTC), η ΕΕ και οι Σεϋχέλλες επιδιώκουν την εξισορρόπηση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας με την οικονομική βιωσιμότητα, διασφαλίζοντας σημαντικές αλιευτικές δυνατότητες για τον ευρωπαϊκό στόλο, με παράλληλο σεβασμό στις ανάγκες των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Η συνολική χρηματοδοτική συνεισφορά της ΕΕ στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου ανέρχεται σε 23 εκατ. ευρώ για την τετραετία, εκ των οποίων τα 3 εκατ. ευρώ προορίζονται για τη στήριξη του τομέα της βιώσιμης αλιείας στις Σεϋχέλλες.

Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι πλοιοκτήτες θα καταβάλλουν στις αρχές των Σεϋχελλών τέλος αδειοδότησης και αλιευμάτων ύψους 90 ευρώ ανά τόνο, καθώς και ειδική εισφορά για τη διαχείριση του περιβάλλοντος και την παρακολούθηση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων στα ύδατα της χώρας.

Η Κομισιόν σημειώνει ότι ο τόνος αποτελεί το πλέον προϊόν στην ΕΕ με τη μεγαλύτερη κατανάλωση, αντιπροσωπεύοντας το 11% του συνολικού όγκου εισαγωγών προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας για το έτος 2024. Η συμφωνία αναμένεται να συμβάλει στην κάλυψη μέρους της ευρωπαϊκής ζήτησης, μειώνοντας την εξάρτηση της Ένωσης από εισαγωγές αλιευμάτων.

Το νέο πρωτόκολλο εφαρμόζεται ήδη από σήμερα, 27 Ιουλίου 2026, και θα τεθεί επισήμως σε ισχύ μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών επικύρωσης από τα δύο μέρη. Από πλευράς ΕΕ, απαιτείται η συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Πηγή: ΚΥΠΕ