
Στον κίνδυνο της υπόγειας καύσης που μπορεί να διατηρήσει ενεργές εστίες ακόμη και για εβδομάδες ή μήνες, αναφέρθηκε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ και ομότιμος καθηγητής Δυναμικής Τεκτονικής, Εφαρμοσμένης Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ, Ευθύμης Λέκκας, με αφορμή τις πυρκαγιές που μαίνονται στη Δυτική Αττική.
Μιλώντας στο ERT News, ο κ. Λέκκας αναφέρθηκε στις ιδιαίτερες ατμοσφαιρικές συνθήκες που δυσχεραίνουν το έργο των πυροσβεστικών δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι στην περιοχή έχει δημιουργηθεί θερμοκρασιακή αναστροφή, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται ένα μεγάλο νέφος καπνού και υδρατμών.
«Δημιουργούνται φαινόμενα τα οποία δυσχεραίνουν το έργο των εναέριων και επίγειων δυνάμεων, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που αναπτύσσονται στο μικροκλίμα της περιοχής», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Βελτίωση των συνθηκών τις επόμενες ώρες
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΟΑΣΠ, μετά τις μεσημβρινές ώρες αναμένεται σταδιακή αλλαγή των δεδομένων στην κατώτερη ατμόσφαιρα, γεγονός που θα μπορούσε να βοηθήσει στη διάλυση του νέφους που έχει σχηματιστεί πάνω από το μέτωπο.
«Πιστεύουμε ότι οι συνθήκες θα είναι καλύτερες σε μερικές ώρες. Ωστόσο, πρόκειται για πολύτιμες ώρες, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κατάσβεση», τόνισε.
Αναφερόμενος στην επάρκεια των διαθέσιμων μέσων, σημείωσε ότι σε μια πυρκαγιά τέτοιας έκτασης δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη η πλήρης επάρκεια, ωστόσο, σύμφωνα με την ενημέρωση που έχει, ο επιχειρησιακός μηχανισμός διαθέτει σήμερα περισσότερα επίγεια και εναέρια μέσα από ποτέ.
Όπως υπογράμμισε, η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ καλό επίπεδο εξοπλισμού σε σύγκριση και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Πρώτος στόχος η οριοθέτηση της πυρκαγιάς
Ο κ. Λέκκας εξήγησε ότι ο άμεσος επιχειρησιακός στόχος των πυροσβεστικών δυνάμεων είναι η οριοθέτηση της πυρκαγιάς, ώστε να περιοριστεί η εξάπλωσή της και να μην περάσει σε νέες εκτάσεις.
«Ο άμεσος στόχος είναι να οριοθετήσουμε μια πυρκαγιά, ώστε να μην εξαπλωθεί περαιτέρω. Αυτός είναι ο πρωτεύων και αρχικός στόχος», ανέφερε.
Όπως διευκρίνισε, η οριοθέτηση δεν σημαίνει ότι η φωτιά έχει σβήσει πλήρως, αλλά ότι οι ενεργές εστίες βρίσκονται πλέον μέσα σε μια ελεγχόμενη περίμετρο, χωρίς άμεση πρόσβαση σε νέα καύσιμη ύλη.
Σε δεύτερο στάδιο, οι πυροσβεστικές δυνάμεις επικεντρώνονται στην αντιμετώπιση των επιμέρους εστιών που παραμένουν στο εσωτερικό της καμένης περιοχής.
Η απειλή που κρύβεται κάτω από το έδαφος
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο καθηγητής στο φαινόμενο της υπόγειας καύσης, το οποίο έχει παρατηρηθεί και σε μεγάλες πυρκαγιές του παρελθόντος, όπως στην Ηλεία το 2007, στην Πάρνηθα και στη Χίο.
Όπως εξήγησε, ακόμη και όταν η επιφανειακή φωτιά φαίνεται να έχει κατασβεστεί, η καύση μπορεί να συνεχίζεται στο υπέδαφος, κυρίως στο ριζικό σύστημα των δέντρων.
«Η φωτιά μπορεί να διατηρηθεί επί ημέρες μέσα στην καμένη περιοχή. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι κορμοί και το ριζικό σύστημα των δέντρων καίγονται υπογείως. Αυτή η καύση μπορεί να διαρκέσει επί εβδομάδες ή ακόμη και μήνες», ανέφερε.
Οι υψηλές θερμοκρασίες που παραμένουν στο έδαφος μπορούν να διατηρήσουν θερμές εστίες για μεγάλο χρονικό διάστημα και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να προκαλέσουν νέες αναζωπυρώσεις.
Γιατί οι δυνάμεις παραμένουν στο σημείο
Ο Ευθύμης Λέκκας εξήγησε ότι η υπόγεια καύση αποτελεί έναν συνεχή κίνδυνο, ο οποίος όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί με συστηματική επιτήρηση και διαβροχή.
Για τον λόγο αυτό, οι πυροσβεστικές δυνάμεις παραμένουν στις πληγείσες περιοχές ακόμη και μετά την ανακοπή της προέλασης του μετώπου, ελέγχοντας θερμά σημεία και πιθανές αναζωπυρώσεις.
«Όταν σβήνουμε μία πυρκαγιά και αυτή παύει να προελαύνει, οι πυροσβεστικές δυνάμεις δεν αποχωρούν. Παραμένουν στην περιοχή επί ημέρες, ώστε να αντιμετωπίσουν φαινόμενα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέα επέκτασή της», σημείωσε.
Κλείνοντας, εξέφρασε την ελπίδα η μάχη της κατάσβεσης να ολοκληρωθεί σύντομα, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η αντιπυρική περίοδος βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και ότι ο Αύγουστος απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση.