Εντός, εκτός και επί τα αυτά

Συμβαίνει συχνά τα στελέχη των κομμάτων να τσακώνονται μεταξύ τους. Συμβαίνει, ακόμα πιο συχνά, αυτός ο καβγάς να «θολώνει» την εικόνα της εκάστοτε παράταξης, δυσκολεύοντας το κλίμα αλλά και τις δημοσκοπικές επιδόσεις. Αυτό που είναι ασυνήθιστο είναι η ασθένεια της εσωστρέφειας να πέφτει, παράλληλα, σε τρία κόμματα: κι αυτή τη στιγμή ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν να έχουν κολλήσει ο ένας τον άλλο. Στο Μέγαρο Μαξίμου έρχονται αντιμέτωποι με υπουργούς-συνδικαλιστές που αρχίζουν να κοιτούν πρώτα το προσωπικό τους ακροατήριο, στο ΠΑΣΟΚ οι ψίθυροι του παρασκηνίου ήρθαν στο προσκήνιο με αφορμή την παραπομπή της Κατερίνας Μπατζελή στην Επιτροπή Δεοντολογίας και στον ΣΥΡΙΖΑ έχει ανοίξει νέος κύκλος τάσεων, με γνωστούς πρωταγωνιστές, που αναπαράγει την παθογένεια που υποτίθεται είχε τελείωσει μετά τις εσωκομματικές κάλπες.

Αυτό είναι το ένα κοινό των τριών. Το άλλο είναι πως έχουν σηκώσει, κάποια στιγμή στη Μεταπολίτευση, ή σηκώνουν ακόμα το βάρος της διακυβέρνησης της χώρας και πλέον έχουν εγγραφεί ως «κυβερνητικά». Η ΝΔ μετράει ήδη έξι συνεχή χρόνια στην εξουσία, η θητεία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμα πρόσφατη, ενώ το ΠΑΣΟΚ, παρότι πια έκλεισε δεκαετία μακριά από τέτοιου είδους ευθύνες, παραμένει στη συλλογική συνείδηση ένα κόμμα που ανά πάσα στιγμή μπορεί να επανακάμψει σε κυβερνητικό σχήμα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Η κατάσταση δείχνει πως κάτι τρέχει με το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, καθώς η ρευστοποίηση δεν αφορά μόνο τον κεντροαριστερό πόλο, αλλά και τον κεντροδεξιό, που μέχρι τώρα είχε έναν κύριο εκφραστή που παρέμενε σε κυρίαρχα ποσοστά, ό,τι κι αν συνέβαινε στην απέναντι όχθη. Πλέον, η κυβέρνηση δεν χάνει από την αξιωματική αντιπολίτευση ή το αντίθετο – οι ψήφοι διοχετεύονται στα άκρα, οι ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές θολώνουν και κανείς εκ των κύριων παικτών δεν μπορεί να διαμορφώσει την ατζέντα, όσο κι αν προσπαθεί. Αντιθέτως, αυτός ο ρόλος έχει πια πιο κοινωνικά χαρακτηριστικά, με πίεση που ασκείται όχι μόνο για την ακρίβεια ή συνολικά την κατάσταση της οικονομίας, αλλά για θεσμικά ζητήματα, ως αποτέλεσμα των αντιδράσεων για τα Τέμπη.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν πως οι εξελίξεις σήμερα θυμίζουν πολύ την κατάσταση πριν από τις εκλογές του 2012, όταν η ΝΔ είχε βγει από μια δύσκολη εσωκομματική διαδικασία, το ΠΑΣΟΚ πλήρωνε κάθε μέρα και περισσότερο τη διαχείριση της λιτότητας και οι δύο μαζί σήκωναν το βάρος όσων οι πολίτες αντιλαμβάνονταν ως διαχρονικές ευθύνες ενός συστήματος που επί της ουσίας χρεοκόπησε τη χώρα. Οι διαφορές, ωστόσο, από τότε είναι δομικές: το Καστελλόριζο δεν μπορεί να συγκριθεί με τα Τέμπη, όχι γιατί το ένα σημείο καμπής από το άλλο έχουν τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά γιατί εγείρουν διαφορετικές αντιδράσεις. Η οικονομία, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν θα φτάσει ποτέ στο σημείο να ακουμπάει τον πυρήνα μιας οικογένειας που φοβάται να ανεβάσει έναν φοιτητή στο τρένο. Αντίστοιχα, το θυμικό δεν μετριέται κάθε τέλος του μήνα και, ως εκ τούτου, κάποια στιγμή αναπόφευκτα καταλαγιάζει.

Με άλλα λόγια; Η συγκυρία κάποια στιγμή περνάει. Το θέμα είναι να μπορεί κανείς να τη διαχειριστεί – και να καταφέρει, μέσα στον χαμό που επικρατεί, να διακρίνει ποιες μάχες έχουν σημασία να δοθούν, ποιες είναι εξαρχής χαμένες και ποιες ορίζουν τις αλλαγές που απαιτούνται.