
Είναι γνωστό πως τα αυτοκίνητα συμβάλλουν σημαντικά στη ρύπανση του αέρα. Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος είναι το γεγονός ότι τα οχήματα παράγουν θερμότητα, συμβάλλοντας στην επιβάρυνση του θερμικού περιβάλλοντος στις πόλεις. Όταν, δε, μιλάμε για πολυσύχναστους δρόμους και περιοχές που βρίσκονται κοντά σε αυτούς, τότε η θερμική επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Στους δρόμους των πόλεων, εκατοντάδες χιλιάδες οχήματα κινούνται καθημερινά, παράγοντας τεράστιες ποσότητες θερμότητας, οι οποίες απελευθερώνονται στους δρόμους, στην ατμόσφαιρα, στις γειτονιές. Σε πυκνοκατοικημένες περιοχές με αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων, η θερμότητα που εκλύεται από τα αυτοκίνητα θερμαίνει τον αέρα ανάμεσα σε κτίρια, δρόμους και άσφαλτο. Το αποτέλεσμα; Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, οι θερμοκρασίες στο κέντρο μιας πόλης αυξάνονται λόγω της κυκλοφορίας των οχημάτων από 0,5 έως και 2 βαθμούς Κελσίου, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της περιοχής αλλά και το πόσο επιβαρυμένες είναι οι κυκλοφοριακές συνθήκες.
Σύμφωνα με τον καθηγητή στον Τομέα Φυσικής Περιβάλλοντος του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Κλιματική Αλλαγή, Κωνσταντίνο Καρτάλη, η θερμότητα που εκπέμπεται από τα αυτοκίνητα στους δρόμους εκφράζεται ως θερμική ισχύς ανά τετραγωνικό μέτρο (W/m²) και «εξαρτάται από ποικιλία παραγόντων, μεταξύ των οποίων ο αριθμός οχημάτων ανά ώρα/χιλιόμετρο και οι συνθήκες κυκλοφορίας, όπως είναι η κυκλοφοριακή συμφόρηση».
Αθήνα όπως Πεκίνο
Μπορεί η ελληνική πρωτεύουσα να μη φτάνει σε μέγεθος και πληθυσμό την κινεζική μεγαλούπολη, ωστόσο έχουν ένα κοινό στοιχείο. Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες για πόλεις όπως το Τόκιο, το Παρίσι, το Πεκίνο αλλά και η Αθήνα, οι ανθρωπογενείς θερμικές εκπομπές από οχήματα κυμαίνονται περίπου από 10 έως 30 W/m² σε δρόμους ήπιας κυκλοφορίας, όπως για παράδειγμα στα προάστια, και από 30 έως 70 W/m² σε κατοικημένες περιοχές με μέτρια κυκλοφορία.
Σε κεντρικούς δρόμους, όμως, ή σε περιοχές με έντονη κυκλοφορία, όπως είναι το κέντρο της Αθήνας, η λεωφόρος Συγγρού ή η λεωφόρος Κηφισού, η τιμή μπορεί να φτάνει ή να ξεπερνά τα 100 W/m² κατά τις ώρες αιχμής. «Σημειώνεται ότι οι τιμές αυτές δεν περιλαμβάνουν την εκπομπή θερμότητας από την επιφάνεια (άσφαλτος) των δρόμων ή τα κτίρια που βρίσκονται κατά μήκος τους», σημειώνει ο καθηγητής.
Ετσι, το… τρίπτυχο «πυκνοί δρόμοι, μεγάλος αριθμός οχημάτων και μποτιλιαρισμένα οχήματα» είναι που δημιουργεί έντονο πρόβλημα ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες περιοχές. Σε συνθήκες, δε, καύσωνα – και φέτος το καλοκαίρι καταγράφηκαν στη χώρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα καύσωνες μεγάλης διάρκειας – επιβαρύνεται περαιτέρω η κατάσταση.
Η συνολική ανθρωπογενής θερμότητα σε μια πόλη προκύπτει από τέσσερις βασικές πηγές: τα κτίρια (θέρμανση, ψύξη), τις μεταφορές (κυκλοφορία οχημάτων), τη βιομηχανία και άλλες πηγές (υποδομές, φωτισμός, κ.ά.). Στην Αθήνα, η κυκλοφορία των οχημάτων συμβάλλει περίπου 20%-30% στη συνολική ανθρωπογενή θερμότητα που παράγεται. «Ωστόσο, σε περιοχές με έντονη κυκλοφορία, όπως είναι για παράδειγμα η λεωφόρος Κηφισού ή το κέντρο της Αθήνας, το ποσοστό αυξάνεται σημαντικά και μπορεί να φτάσει και το 40%, αλλά σε κατοικημένες περιοχές με λιγότερη κίνηση μειώνεται σε περίπου 10%-15%», σημειώνει ο Κ. Καρτάλης.
Ειδικά, δε, για τον… πολύπαθο Κηφισό, αυτό που παρατηρείται είναι πως νωρίς το πρωί τα επίπεδα της θερμικής επιβάρυνσης είναι πολύ χαμηλά, ενώ από τις 7 το πρωί και μετά που ο κόσμος πηγαίνει στη δουλειά του οι θερμικές εκπομπές των οχημάτων αγγίζουν υψηλά ποσοστά, τα οποία διατηρούνται στη συγκεκριμένη λεωφόρο μέχρι αργά το απόγευμα εξαιτίας των χαμηλών ταχυτήτων και της μεγάλης κυκλοφορίας των οχημάτων.
Μιλώντας στα «ΝΕΑ», ο μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ηλίας Αγαθαγγελίδης, υπογραμμίζει πως «στο πλαίσιο της έρευνάς μας στο ΕΚΠΑ υπολογίστηκε και χαρτογραφήθηκε ο δείκτης θερμικής έκθεσης – συνιστώσα του οποίου είναι η εκπεμπόμενη θερμότητα από την κυκλοφορία οχημάτων – για το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας. Η συμβολή στην παραγωγή θερμότητας της κυκλοφορίας στους μεγάλους οδικούς άξονες της πόλης, μεταξύ των οποίων είναι οι λεωφόροι Κηφισού, Συγγρού, Βουλιαγμένης και Κηφισίας καθώς και η Αττική Οδός, είναι παραπάνω από φανερή. Η συμβολή της κυκλοφορίας σε μικρότερους δρόμους στο κέντρο της πόλης δεν είναι εμφανής καθώς εκεί επικρατεί η παραγόμενη θερμότητα από τις ενεργειακές ανάγκες των κτιρίων. Δεν παύει, όμως, η συμβολή τους λόγω της κυκλοφορίας των οχημάτων να είναι σημαντική».
Πάντως, δεν είναι τυχαίο ότι πολλές πόλεις στο εξωτερικό προωθούν μέτρα για τη μείωση της κυκλοφορίας των οχημάτων, όπως είναι οι εκτενείς πεζοδρομήσεις στα κέντρα των πόλεων, με παράλληλη όμως ενίσχυση των μέσων μαζικής μεταφοράς. «Κύριος στόχος είναι ο περιορισμός των εκπομπών θερμότητας και η μείωση της θερμοκρασίας του αέρα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Παρίσι, το οποίο προχώρησε στην κατάργηση της κυκλοφορίας οχημάτων στις πλευρικές οδούς του Σηκουάνα, αλλά και η Βαρκελώνη, η οποία επέλεξε τη διαμόρφωση πάρκων σε διασταυρώσεις οδών με παράλληλη διακοπή της κυκλοφορίας των οχημάτων», συμπληρώνει ο Κ. Καρτάλης.
Η λύση
Ψήφος εμπιστοσύνης στα μέσα μαζικής μεταφοράς
Μονόδρομος είναι, σύμφωνα με τους επιστήμονες, η… ψήφος εμπιστοσύνης στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Στην Αθήνα, η υπό κατασκευή Γραμμή 4 του μετρό αναμένεται να απομακρύνει περίπου 53.000 οχήματα από την κυκλοφορία καθημερινά, συμβάλλοντας και στη μείωση της ανθρωπογενούς θερμότητας από την κυκλοφορία.
«Ομως θα χρειαστούν ευρύτερες επενδύσεις και βελτιώσεις στο δίκτυο δημόσιων συγκοινωνιών – κυρίως μέσω επεκτάσεων του μετρό – ώστε να είναι εφικτός ο περιορισμός της κυκλοφορίας των οχημάτων, ειδικά στο κέντρο της πόλης, χωρίς να θίγεται η λειτουργία της πόλης, κυρίως ως προς την εμπορική, πολιτιστική και τουριστική δραστηριότητα», τονίζει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Καρτάλης.
Σε ό,τι, δε, αφορά τη βελτίωση της ποιότητας του θερμικού περιβάλλοντος στις πόλεις – ιδιαίτερα, μάλιστα, σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών ή ακόμη και καυσώνων -, είναι προφανές ότι προέχει, σύμφωνα με τον Η. Αγαθαγγελίδη, η ενίσχυση του πρασίνου, με δεντροφυτεύσεις και δημιουργία πάρκων, κυρίως σε περιοχές με αυξημένες εκπομπές θερμότητας λόγω της κυκλοφορίας οχημάτων, ώστε να εκτονώνεται, έστω και μερικώς, η προκαλούμενη θερμική επιβάρυνση.