Ενώπιον της Δικαιοσύνης δύο ομογενείς στο Ντάργουιν

«Αθώοι» δήλωσαν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου της Βόρειας Περιοχής, οι δύο ομογενείς όπου αντιμετωπίζουν κατηγορίες για «σεξουαλική επαφή χωρίς συναίνεση», με νεαρή γυναίκα, της οποίας τα στοιχεία δεν δημοσιοποιήθηκαν.

Ασκήθηκαν από τέσσερις κατηγορίες στον P.C. και τον M.V.* σχετικά, ανέφερε το ABC, καθώς φέρονται να συνερεύθηκαν σεξουαλικά με την κοπέλα «δίχως τη συναίνεσή της» για περισσότερο από οκτώ ώρες στο διαμέρισμά της- αφού, όπως αναφέρθηκε στο δικαστήριο, νωρίτερα επιβιβάστηκε στο όχημά τους το οποίο «μπέρδεψε» με το Uber που περίμενε, ενώ ήταν «μεθυσμένη».

Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο επισήμανε ότι:

Κατά τη διάρκεια της δίκης, αναφέρθηκε ενώπιον των ενόρκων ότι η γυναίκα είχε πιει σε διάφορα μπαρ κατά τη διάρκεια βραδινής εξόδου στις 14 Ιανουαρίου 2024.

Γύρω στις 3:30 π.μ., έφυγε από το νυχτερινό κέντρο Mayberry στο κέντρο του Ντάργουιν αφού συνειδητοποίησε ότι ήταν «πολύ μεθυσμένη», σύμφωνα με την υπόθεση της Εισαγγελίας, και κάλεσε ένα Uber για να την πάει σπίτι.

Οι εισαγγελείς ισχυρίζονται ότι οι δύο άνδρες επιβίβασαν στο όχημά τους τη γυναίκα έξω από το νυχτερινό κέντρο, την οδήγησαν στο διαμέρισμά της όπου την κακοποίησαν επανειλημμένα για περισσότερο από οκτώ ώρες.

Οι ένορκοι άκουσαν πως η γυναίκα πίστευε ότι οι άνδρες ήταν ο οδηγός του Uber και ένας φίλος του.

Κατά την κατάθεσή του στο τέλος της δίκης, ο P.C. είπε στο δικαστήριο ότι αυτός και ο M.V. κάπνιζαν στο CBD όταν παρατήρησαν τη γυναίκα να κάθεται στο πεζοδρόμιο και της πρόσφεραν να την μεταφέρουν, πιστεύοντας ότι «χρειαζόταν βοήθεια».

Είπε ότι μπήκε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και γελούσε λέγοντας ότι ήταν μεθυσμένη, πριν σιωπήσει (falling silent) λίγο μετά την εκκίνηση του οχήματος.

Το βίντεο από κάμερες (CCTV) που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο κατέγραψε το αυτοκίνητο να σταματάει λίγο μετά την επιβίβασή της και τον P.C. να μπαίνει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, όπου είπε ότι «συνήλθε» αφού την έσπρωξε.

Είπε στους ενόρκους ότι, αν και ο M.V. πρότεινε να αφήσουν τη γυναίκα στην πολυκατοικία της, ένιωθε ότι ήταν «καθήκον» του να διασφαλίσει ότι θα έφτανε σπίτι της με ασφάλεια.

Μόλις μπήκαν στο διαμέρισμα, ο P.C. ισχυρίστηκε ότι η γυναίκα ξεκίνησε τη σεξουαλική επαφή, καταθέτοντας ότι τον άρπαξε από το χέρι και (στη συνέχεια προέβη σε κίνηση με την οποία εξέθεσα τα γεννητικά του όργανα – ‘pulled out my private parts’ είπε σύμφωνα με το ABC».

Ο κατηγορούμενος κατέθεσε μέσω διερμηνέα, έχοντας προηγουμένως δηλώσει ότι «καταλαβαίνει τα Αγγλικά καλύτερα από ό,τι τα μιλάει».

Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, η εισαγγελέας Rebecca Everitt αμφισβήτησε τα κίνητρα του και τον πίεσε σχετικά με το «κεντρικό ζήτημα της υπόθεσης»: αν η γυναίκα έδωσε τη συγκατάθεσή της (gave consent).

Ενώπιον των ενόρκων είχε αναφερθεί πως η μνήμη της γυναίκας για εκείνο το βράδυ ήταν αποσπασματική (fragmented) και «με κενά» (black spots).

Επίσης ότι η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα της μπορεί να ήταν μεταξύ 0,10 και 0,15 όταν έφτασε στο συγκρότημα διαμερισμάτων της με τους άνδρες — επίπεδα που περιγράφονται ως «υψηλά έως σοβαρά επίπεδα (high to severe range)».

Στην εναρκτήρια αγόρευσή της, η κα Everitt είπε στους ενόρκους: «Ο νόμος ορίζει ότι συναίνεση σημαίνει ελεύθερη και εθελούσια συμφωνία».

«Στις περιπτώσεις στις οποίες ένα άτομο δεν συναινεί σε σεξουαλική επαφή περιλαμβάνονται εκείνες όπου το άτομο κοιμάται, είναι αναίσθητο ή έχει επηρεαστεί από αλκοόλ ή άλλη ουσία σε βαθμό που να μην είναι σε θέση να συναινέσει ελεύθερα», πρόσθεσε.

Την προηγούμενη εβδομάδα, η κα Everitt, απευθυνόμενη προς τον P.C. ανέφερε ότι θα είχε δει αμέσως «ότι ήταν μια ελκυστική νεαρή γυναίκα» και επανειλημμένα υπαινίχθηκε ότι θα ήταν προφανές ότι «δεν ήταν απλώς μεθυσμένη — ήταν πολύ μεθυσμένη», επισημαίνοντας στοιχεία ότι είχε λιποθυμήσει στο αυτοκίνητο και χρειάστηκε βοήθεια για να περπατήσει — ισχυρισμούς που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε επανειλημμένα να δεχτεί.

«Ήταν μεθυσμένη… πολύ μεθυσμένη; Δεν ξέρω», είπε ο P.C.

Επέμεινε ότι ενήργησε από «καθήκον» και είπε στο δικαστήριο ότι «ήθελε να φύγει» όταν έφτασαν στο λόμπι του διαμερίσματος — αλλά έμεινε επειδή η γυναίκα τους είχε προσκαλέσει να μπουν.

Δήλωσε ότι η γυναίκα πήγε στο υπνοδωμάτιό της, έβγαλε τα ρούχα της, ξάπλωσε στο κρεβάτι και είπε κάτι που «δεν κατάλαβε».

«Είναι πιθανό να σας ζητούσε να φύγετε;», ρώτησε η κα Everitt.

«Όχι, δεν είπε κάτι τέτοιο», απάντησε.

«Σας θέτω το ερώτημα: υπήρχε μια ελκυστική νεαρή γυναίκα γυμνή μπροστά σας … συμφωνείτε ή διαφωνείτε ότι ελπίζατε να συμβεί κάτι σεξουαλικό;», είπε η εισαγγελέας.

Ο P.C. απέρριψε την υπόθεση, λέγοντας ότι «διαφωνούσε» και ότι «εξεπλάγη». «Αυτό δεν πέρασε από το μυαλό μου», είπε.

Η κα Everitt είχε αναφέρει προς τους ενόρκους ότι η γυναίκα θυμήθηκε ότι «έχασε τις αισθήσεις της ή αποκοιμήθηκε» στο κρεβάτι της, και ισχυρίστηκε ότι ξυπνούσε κατά διαστήματα και έβλεπε τον καθένα από τους άνδρες να την κακοποιεί σεξουαλικά.

«Τους είπε ότι ήταν αηδιαστικοί… και τους είπε να φύγουν», είπε η κα Everitt.

«Από τη στιγμή που φτάσατε στο πάρκινγκ και έπεσε από το αυτοκίνητο, ξέρατε ότι μπορούσατε να την εκμεταλλευτείτε;», ρώτησε απευθυνόμενη προς τον κατηγορούμενο. «Και μόλις μπήκατε στο διαμέρισμά της, αυτό ακριβώς κάνατε. Δεν σκεφτήκατε αν ήταν πολύ μεθυσμένη για να κάνει σεξ μαζί σας».

«Δεν ήταν τόσο μεθυσμένη. Ό,τι συνέβη ήταν με τη δική της ελεύθερη βούληση», απάντησε ο P.C.

Σύμφωνα πάντα με το ABC:

Έπειτα από περισσότερο από μία εβδομάδα ακροαματικής διαδικασίας, κατά την οποία παρουσιάστηκαν, μεταξύ άλλων, υλικό από κάμερες ασφαλείας (CCTV) και καταθέσεις της μητέρας και της συγκατοίκου της γυναίκας, η κα Everitt παρουσίασε την τελική της αγόρευση ενώπιον των ενόρκων την Τετάρτη.

Η εισαγγελέας πρόβαλε εκ νέου υλικό από κάμερες ασφαλείας που δείχνει τη γυναίκα να αποχωρεί από το νυχτερινό κέντρο Mayberry στο Ντάργουιν στις 3:30 τα ξημερώματα.

«[Η γυναίκα] σέρνονταν και έπεφτε έξω από το αυτοκίνητο, ήταν ξαπλωμένη στο έδαφος, ανίκανη να περπατήσει χωρίς να τη μεταφέρουν δύο άνδρες», δήλωσε.

«Όπως μόλις είδατε στο υλικό από τις κάμερες ασφαλείας, είναι αντικειμενικά προφανές … [η γυναίκα] μετά βίας μπορούσε να περπατήσει και δεν μπορούσε να συναινέσει ελεύθερα σε σεξουαλική πράξη με οποιονδήποτε».

Η κα Everitt αναφέρθηκε επίσης στη συναισθηματικά φορτισμένη κατάθεση της γυναίκας, η οποία αποδέχθηκε ότι η μνήμη της για τη νύχτα είναι αποσπασματική λόγω «σοβαρής μέθης», αλλά δήλωσε ότι «δεν είχε καμία απολύτως έλεγχο».

Η εισαγγελέας είπε ότι η γυναίκα θυμάται τους δύο άνδρες να «εναλλάσσονται» στη σεξουαλική επαφή μαζί της και ανέφερε: «Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτό, απλώς ένιωθα ότι συνεχιζόταν».

«Πρέπει να ήμουν εντός και εκτός συνείδησης (in and out of consciousness) γιατί απλώς δεν θυμάμαι», φέρεται να είπε η γυναίκα.

«Ο P. C. αρνήθηκε να αποδεχθεί ότι [η γυναίκα] ήταν πολύ μεθυσμένη», δήλωσε η κα Everitt.

«Θα σας πρότεινα ότι όταν οι κατηγορούμενοι είδαν [τη γυναίκα] στην άκρη του δρόμου … γνώριζαν ότι είχαν βρει μια ελκυστική, πολύ μεθυσμένη γυναίκα και ότι είχαν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν αυτή την κατάσταση».

Η κα Everitt υποστήριξε ότι οι κατηγορούμενοι όφειλαν να γνωρίζουν —σε κάθε σημείο της σεξουαλικής επαφής— ότι η γυναίκα ήταν «υπερβολικά μεθυσμένη» για να συναινέσει ελεύθερα ή ότι «δεν εξέτασαν επαρκώς» αν υπήρχε συναίνεση.

«Δεδομένου του βαθμού και της προφανούς έντασης της μέθης [της γυναίκας] … τουλάχιστον ενήργησαν με αδιαφορία ως προς το αν υπήρχε συναίνεση».

Από την πλευρά της υπεράσπισης, η συνήγορος Beth Wild κάλεσε τους ενόρκους να απορρίψουν την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, υποστηρίζοντας ότι ο P.C. «πίστευε ειλικρινά» ότι βρισκόταν σε μια «ευχάριστη στιγμή» (nice moment) με τη γυναίκα.

Η κα Wild έθεσε το ερώτημα γιατί «ένας άνδρας που γνώριζε ότι υπήρχε σημαντικός κίνδυνος μια γυναίκα να μην συναινούσε» θα παρέμενε στο σπίτι της, θα ζητούσε τον αριθμό της τρεις φορές και θα επιχειρούσε να κανονίσει συνάντηση.

«Δεν πρόκειται για μια υπόθεση ψεμάτων και αληθειών, ούτε για μια ευάλωτη γυναίκα και έναν ‘θηρευτή’, αλλά για ένα περιστατικό που μπορεί να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους», είπε.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γυναίκα ήταν μεθυσμένη και δεν θυμάται πράγματα … αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορείτε να καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε συναίνεση».

Στο δικαστήριο αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχει διαφωνία ως προς το ότι έλαβαν χώρα σεξουαλικές επαφές.

Οι ένορκοι κλήθηκαν να αποφασίσουν εάν η γυναίκα είχε την ικανότητα να συναινέσει και εάν οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι υπήρχε ουσιαστικός κίνδυνος να μην συναινούσε.

Η κα Wild προειδοποίησε τους ενόρκους ότι η καταγγέλλουσα «δεν μπορούσε να διακρίνει μεταξύ κενών μνήμης και απώλειας συνείδησης» και ότι η έλλειψη μνήμης «δεν αρκεί για να αποδειχθεί ανικανότητα συναίνεσης».

Η υπεράσπιση υπέδειξε επίσης ότι η κοπλελα ενδέχεται να «μετανόησε» για τη νύχτα και να διαμόρφωσε διαφορετική εκδοχή των γεγονότων.

«Δύο ξένοι άνδρες στο διαμέρισμα όλη την ημέρα, δεν είναι μια εικόνα που την τιμά», είπε η κα Wild.

«Δεν είναι μια καλή ιστορία και ίσως ήταν ευκολότερο να ειπωθεί ‘δεν έφταιγα εγώ’».

«Δεν πρόκειται για μια απλή ιστορία ‘αρπακτικών οδηγών Uber’».

«Έχουμε έναν άνδρα που πίστευε ότι είχε μια ευχάριστη στιγμή με μια όμορφη γυναίκα … και μια γυναίκα που ίσως δεν θυμάται πολλά από όσα συνέβησαν».

Ο συνήγορος του M.V., Stephen Robson SC, αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της Εισαγγελίας ότι η γυναίκα παρέμενε «ανίκανη να συναινέσει» γύρω στις 8 το πρωί, όταν, σύμφωνα με τον εντολέα του, σημειώθηκε η πρώτη σεξουαλική επαφή.

«Τελικά, το κεντρικό ζήτημα είναι εάν [η γυναίκα] ήταν τόσο μεθυσμένη ώστε να είναι ανίκανη ή εάν συναίνεσε λόγω μειωμένων αναστολών», ανέφερε.

Οι ένορκοι αποσύρθηκαν για να αποφασίσουν την ενοχή ή όχι των κατηγορούμενων.

*Ο «Νέος Κόσμος» επιλέγει να μη δημοσιεύσει τα πλήρη στοιχεία των κατηγορουμένων έως την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας.

 

The post Ενώπιον της Δικαιοσύνης δύο ομογενείς στο Ντάργουιν appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.