ΝΙΚΟΣ ΠΙΠΕΡΗΣ
Κόντευε να ‘ρθει το Πάσχα και σε τούτο το μέρος, ανάμεσα στη λίμνη και στο Παλιοχώρι, πέρασε ο Χειμώνας και δεν είχε βρέξει ούτε στάλα ακόμα. Τα χωράφια παρέμεναν χέρσα, ανόργωτα και άσπαρτα, γεμάτα αγκάθια ξερά, που υψώνονταν κάθετα μέχρι κει που σταυρώνανε οι γέρικοι κορμοί των ελιών και δημιουργούσανε ένα θέαμα μιας ξερής, άσπρης θάλασσας.
Η θεια-Γιωργούλα βιάστηκε να τελειώσει τις δουλειές του σπιτιού της και να πεταχτεί μέχρι κει κάτου στην Κάτου Λάκκα να φέρει το άλογό της, που το είχε δέσει απ’ το πρωί να βοσκήσει.
Συννέφιαζε κι ο τόπος μύριζε βροχή.
«Άντε ντε!» σκέφτηκε. «Μακάρι να έριχνε καμιά στάλα να ξεδιψάσει ο τόπος».
Πέρασε το λιοτριβειό του Χαραλάμη και κοντότρεχε, γιατί οι πρώτες σταγόνες βροχής αρχίσανε κιόλας να χτυπάνε αργιά-αργιά το μονοπάτι και να σηκώνουνε μπουχό. Έσπρωξε το μαντήλι της πάνου απ’ το μέτωπό της να ξεκρίνει το δρόμο καλύτερα.
Από κάτου, από τη μεριά της λίμνης, είδε να έρχεται ένα νεαρό αγόρι. Σταμάτησε και το περίμενε να πλησιάσει.
«Γεια σου, αγόρι μου, για πού το ‘βαλες τέτοια ώρα;».
«Καλησπέρα, θεια. Πάω στη λίμνη κι έφτασα κει κάτου, στο σταυροδρόμι», είπε κι έδειξε το δρόμο κουνώντας το χέρι του πίσω από τον ώμο του, «και δεν ήξερα ποιο δρόμο να πάρω. Γύρισα πίσω να βρω κανένα στο χωριό να ρωτήσω».
«Στη λίμνη, ε! Θα σου πω εγώ πώς να πας στη λίμνη. Και τι πας να κάνεις στη λίμνη τέτοια ώρα; Σε περιμένει κάποιος με κάνα καΐκι να περάσεις απέναντι;».
«Όχι, θεια. Πάω στη λίμνη να ψαρέψω».
«Να ψαρέψεις, ε! Πώς θε να ψαρέψεις; Πού ‘ναι τα δίχτυα σου, τ’ αγκίστριά σου… με τι θα πιάσεις τα ψάρια, αγόρι μου;».
«Ο παππούς μου είπε δεν χρειάζομαι τίποτα απ’ αυτά. Δεν είναι αναγκαία, είπε. Ο παππούς μου είπε για να προκόψω πρέπει να κάνω πέρα, να βγω στον κόσμο, να ψαρέψω».
«Έτσι, ε! Δε μου λες, πώς σε λένε κι από πού έρχεσαι τέτοια ώρα;».
«Με λένε Τάκη. Είμαι από το Ριζοχώρι».
«Από το Ριζοχώρι, ε; Τέσσερις ώρες δρόμο. Τάκη από το Παναγιώτης;».
«Όχι, θεια. Από το Χρήστος. Χρήστος, Χρηστάκης… Τάκης».
«Μάλιστα… Τη μάνα σου πώς τη λένε;».
«Την λέγανε Μαρία. Τώρα έχει πεθάνει».
«Τι μου λες;… Να σου πω τι λέω εγώ να κάνουμε: Σε λίγο θα νυχτώσει, θα πέσει το σκοτάδι. Στον τόπο τούτο που μας πλακώνουνε τα βουνά ένα γύρω δε βλέπεις ούτε τη μύτη σου άμα πέσει το σκοτάδι. Εδώ πιο κάτου έχω δέσει τ’ άλογο. Θα πάμε να το πάρουμε. Ύστερα θα γυρίσουμε στο σπίτι μου, θα μαγερέψω να φάμε. Θα κοιμηθείς στο σπίτι μου κι αύριο που θα ξημερώσει με το καλό φεύγεις για τη λίμνη… Τι λες;».
Το παιδί δεν μιλούσε.
Όταν φτάσανε στο σπίτι, η γυναίκα πάχνιασε τ’ άλογο. Στην πίσω αυλή του σπιτιού έμασε λίγα τσαχαλάκια, προσάναμμα για τη φωτιά. Πήρε και χοντρά ξύλα από τη στοίβα στην άκρη της αυλής.
«Πάμε μέσα τώρα να ανάψουμε τη φωτιά», είπε η γυναίκα. «Έχω κάτι λαχανάκια που μάζωξα το πρωί που πήγα να δέσω τ’ άλογο. Όπου να ‘ναι θα ‘ρθει κι ο γιος μου, ο Γιαννάκης μου. Τον έστειλα στο μαγαζί, στο Πάνου Χωριό, να φέρει αλάτι που το σώσαμε. Και χωρίς αλάτι δεν τρώγονται τα έρμα τα λάχανα».
Η γυναίκα άναψε τη φωτιά κι έβαλε πάνω το τσουκάλι με φρέσκο νερό.
«Ζήγω κοντά», είπε στο παιδί. «Έλα να πυρωθείς λιγάκι, να ζεστάνεις τα χέρια σου, θα έχουνε ξυλιάσει απ’ το κρύο».
Το παιδί πλησίασε τη φωτιά, έκατσε σ’ ένα σκαμνάκι, άπλωσε τα χέρια του πάνω στις φλόγες που ξεπετάγονταν γύρω απ’ το τσουκάλι κι άρχισε να τρίβει τις παλάμες του.
«Τι έχουνε τα χέρια σου, οι παλάμες σου, οι βούλες λέω;» ρώτησε η γυναίκα.
«Όταν ήμουνα μικρός, πήγα να συμπήσω τη φωτιά κι έπεσα μέσα και κάηκα». Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε τις παλάμες του. Ύστερα συνέχισε: «Ο παππούς μου είπε θα έχω τα σημάδια αυτά όλη μου τη ζωή».
«Έτσι, ε!… Κι ο πατέρας σου τι δουλειά κάνει; Έχεις πατέρα;».
«Όχι… δεν έχω. Ήταν μαραγκός, αλλά σωθήκανε οι δουλειές και δεν είχε τι να κάνει. Έφυγε στην Αμερική όταν ήμουνα μικρός κι από τότε δεν τον είδαμε. Μόνο τον παππού μου έχω. Κι ο παππούς είπε να κάνω πέρα κατά τη λίμνη, να βρω καμιά δουλειά… να κάνω κάτι… είπε κείνος γέρασε και σε λίγο θα πεθάνει και ποιος έχει όρεξη να κοιτάει εμένα».
«Να σου πω τι θα κάνουμε εμείς», είπε η γυναίκα. «Θα φάμε τα λαχανάκια κι ύστερα θα στρώσω εδώ, πλάι στη φωτιά, να κοιμηθείτε με τον Γιαννάκη μου… παρέα. Αύριο με το καλό που θα ‘χει σταματήσει κι η βροχή, φεύγεις για τη λίμνη. Αν αλλάξεις όμως γνώμη, κάτσε εδώ όσο θέλεις. Εγώ μόνο τον Γιαννάκη μου έχω, δεν έχω κανέναν άλλονε».
Το αγόρι δε μιλούσε, αποκοιμήθηκε στο στρώμα. Η ανάσα του βάθυνε, βρήκε κάποιον αργό ρυθμό.
Την άλλη μέρα σηκωθήκανε νωρίς. Κολατσίσανε τον ξινό τραχανά που μαγείρεψε η γυναίκα και ετοιμαστήκανε να πάνε στο σταυροδρόμι να δείξουνε στο παιδί τον δρόμο που πήγαινε για τη λίμνη. Η γυναίκα κρατούσε στα χέρια της ένα ταγαράκι που το ‘δωσε στο παιδί.
«Έχω βάλει μέσα ψωμί και λίγες ελιές, τα δίπλωσα με καθαρή πετσέτα… πάρ’ τα να φας άμα πεινάσεις», είπε η γυναίκα. «Κι ένα ζευγάρι παπούτσια του Γιαννάκη μου, του είναι μικρά τώρα που μεγάλωσε, μαθές. Να τα φορέσεις όταν κοντοφτάσεις στη λίμνη. Κι άμα δεν βρίσκεις ψάρια να ψαρέψεις τώρα που πιάνει η ζέστη, κι αλλάξεις γνώμη, εμείς εδώ θα είμαστε, άμα θέλεις να ‘ρθεις πίσω, να κάνουμε Πάσχα μαζί».
The post Η λίμνη appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.