Συνήθως περνούσαμε τις πασχαλινές διακοπές στο σπίτι της Στέτης. Ήταν χτισμένο από λάσπη και στάχυα σιταριού. Η τουαλέτα ήταν μια τρύπα στο χώμα, έξω από το κυρίως σπίτι, στο πλάι. Για να φτάσεις εκεί, έπρεπε να περάσεις από το κοτέτσι και από μερικούς επιθετικούς πετεινούς που φιλοδοξούσαν να γίνουν μεγάλοι Λοθάριοι. Μας ξυπνούσαν όλους με τις στριγγλιές τους σε ανίερες ώρες, όπως παραπονιόταν κάθε πρωί η μητέρα.
Ένας πρώτος ξάδελφος συνήθως ερχόταν να μας πάρει από την οδό Αρέως και μας οδηγούσε στο χωριό του πατέρα. Ήταν είτε ο ξάδελφος Δημήτρης, που είχε την όψη μεσογειακού αστέρα του σινεμά, μουστάκι και —σαν να μην έφτανε αυτό— ένα Triumph Herald Sports, είτε ο λιγομίλητος ξάδελφος Πανίκος, με το παλιό, συνετό, τετράθυρο Wolseley του. Ο Πανίκος θεωρούσε τον Δημήτρη φιγουρατζή. Ο Δημήτρης θεωρούσε τον Πανίκο αφόρητα βαρετό. Η αδελφή μου, η Φιλαδέλφεια, φρόντιζε να ρίχνει λάδι στη φωτιά λέγοντας στον Πανίκο πως απλώς ζηλεύει — πως ο Δημήτρης είναι τόσο όμορφος και μπορεί να αγοράζει βρετανικό σπορ αυτοκίνητο. Αυτό έκανε τον Πανίκο ακόμη πιο σιωπηλό από τη συνήθη εσωστρεφή, αδιάφορη στάση του, επιτρέποντάς μας να ακούμε ποπ μουσική σε ένταση που η μητέρα δεν θα ενέκρινε ποτέ.
Η μητέρα, θυμάμαι, δεν ερχόταν μαζί μας στο χωριό. Ίσως ερχόταν αργότερα, λίγο πριν από το Μεγάλο Σάββατο. Έφτανε με ταξί, μια Mercedes. Σίγουρα δεν έπαιρνε το λεωφορείο για τις πασχαλινές μας διακοπές. Πάντα αναρωτιόμουν τι έκανε η μητέρα στην πόλη όσο λείπαμε. Τη φανταζόμουν να ζει μια άλλη ζωή — μια ενήλικη, μυστική ζωή, που μπορούσε να ζει αυτές τις μέρες, απαλλαγμένη από το να φροντίζει μόνη της τα παιδιά της. Να ενδίδει στις επιθυμίες της, για λίγο ελεύθερη από την ευθύνη της ανύπαντρης μητέρας.

Ήμασταν ενθουσιασμένοι που μέναμε με τη θεία Χαρά, στο δικό της σπίτι, με τους χαλαρούς της κανόνες. «Θυμηθείτε μόνο: μείνετε μακριά από τους ταύρους», ήταν η μόνη της συμβουλή. Η μητέρα δεν ανακατευόταν. Ίσως γι’ αυτό μας άφηνε μόνους για μια εβδομάδα πριν έρθει — για να δώσει στη θεία Χαρά, που δεν είχε παιδιά, μια γεύση από την απόλυτη εξουσία πάνω μας.
Μας άρεσε να τρώμε διαφορετικά φαγητά, ιδιαίτερα γιατί η γιαγιά στο χωριό είχε έναν χωμάτινο φούρνο, όπου έφτιαχνε λεμονάτες πατάτες και κατσίκι, ζουμερά και λαχταριστά.. Το κρέας έλιωνε στο στόμα μας και τρώγαμε πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζαμε ότι μπορούσαμε. Υπήρχε όμως μια πλευρά της ζωής στο χωριό που μας τρόμαζε — πολύ πιο ωμή και σκληρή από τους χειρότερους εφιάλτες μας: στο χωριό δεν υπήρχαν κατεψυγμένα κοτόπουλα. Το παντοπωλείο δεν πουλούσε κοτόπουλο. Αν ήθελες να φας, υπήρχε μόνο ένας τρόπος: έτρωγες το κοτόπουλο που σκότωνες με τα ίδια σου τα χέρια. Ή δεν έτρωγες καθόλου.
Η θεία Χαρά συνήθως δεν έπαιρνε ενεργό μέρος σε αυτή τη «δοκιμασία» όταν ήμασταν εκεί. Ίσως επίτηδες, για να μη σοκάρει τις αστικές μας ευαισθησίες — ήξερε πόσο εύθραυστοι και ευαίσθητοι ήμασταν. Η Στέτη ήταν εκείνη που σκότωνε. Έτρεχε πίσω από τα κοτόπουλα —που μάλλον καταλάβαιναν τι τα περίμενε— μέχρι να πιάσει ένα. Ύστερα το σκότωνε με γυμνά χέρια. Ήταν σχεδόν τυφλή και πρακτικά κουφή. Το κεφάλι του άτυχου πουλιού πεταγόταν στην άκρη, αλλά το σώμα συνέχιζε να πετά και να σπαρταρά, σκορπίζοντας αίμα παντού στην πέτρινη αυλή, μέχρι που με έναν τρομακτικό γδούπο έπεφτε νεκρό. Οι πέτρες έμοιαζαν με εκείνους τους μεγάλους γκρίζους βράχους που βλέπει κανείς στον βυθό της θάλασσας, σε παραλίες όπως η Σαλαμίνα, όπου ο Δημήτρης μάς πήγαινε για μπάνιο.
Ένας από τους άντρες των θειάδων μας σκότωνε με παρόμοιο τρόπο και κατσίκια, αλλά ευτυχώς το έκανε νωρίς το πρωί, όταν εμείς —τα «χωραΐτικα», δηλαδή τα παιδιά της πόλης— κοιμόμασταν ακόμη.
Η απόλυτη κορύφωση των επισκέψεών μας στο χωριό ήταν το ότι μέναμε ξύπνιοι μέχρι πολύ μετά τα μεσάνυχτα για τη λειτουργία της Ανάστασης, στη νέα εκκλησία, δίπλα στην πιο γραφική παλιά, που κατέρρεε. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με κόκκινα αυγά, που υποτίθεται θα χρησιμοποιούσαμε για να ευχηθούμε «Χριστός Ανέστη» στο τέλος, αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Κωνσταντίνος, τα έτρωγε κρυφά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, συνοδεύοντάς τα με τουλάχιστον δύο φλαούνες. Δεν τον κατηγορούσαμε — πεινούσαμε κι εμείς, αλλά δεν είχαμε το θάρρος να κάνουμε το ίδιο. Θαυμάζαμε την τόλμη του.
Νηστεύαμε, βλέπεις. Συνήθως για μία εβδομάδα, αν και η μητέρα μάς κρατούσε μακριά από ορισμένες τροφές για ολόκληρες τις σαράντα μέρες. Όταν διαμαρτυρόμασταν, απλώς έλεγε: «Δεν τους έφτιαξα εγώ αυτούς τους κανόνες. Έτσι είναι η θρησκεία μας».
Ένα πραγματικό συμπόσιο μάς περίμενε όταν επιστρέφαμε χαράματα στο σπίτι της γιαγιάς. Μερικές φορές χανόμουν μέσα στο πλήθος και έπρεπε να βρω μόνος τον δρόμο μου πίσω, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι — το χωριό δεν είχε φώτα. Τα σκυλιά γρύλιζαν και με κυνηγούσαν. Κάθε σπίτι είχε τουλάχιστον δύο, που φύλαγαν τα πρόβατα τη μέρα και τη νύχτα γίνονταν άγρυπνοι φρουροί. Έτρεχα προσεκτικά να μη σκοντάψω στις πέτρες που ξεπετάγονταν παντού. Σκεφτόμουν πως αν ζούσα μόνιμα εκεί, τα σκυλιά θα ήταν φιλικά, σαν εκείνα των κόμικ που διάβαζα κρυφά στο κρεβάτι μου, μετά το «σβήστε τα φώτα» στην οδό Αρέως.
Πρώτο πιάτο: μαγειρίτσα. Μετά, βραστό κοτόπουλο με συκωτάκια — στις τέσσερις το πρωί. Οι μεγάλοι έτρωγαν ολόκληρα κεφάλια κατσικιού και εμείς ουρλιάζαμε όταν κάποιος μεγαλύτερος ξάδελφος έβαζε στο στόμα του κομμάτια γλώσσας και προσπαθούσε να μας φιλήσει.
Κοιμόμασταν λίγο και ξυπνούσαμε γύρω στις έντεκα, με τη θεία Χαρά να ετοιμάζει πυρετωδώς το τραπέζι, ιδρωμένη. Ο αδελφός μου έκλεβε κρυφά μεζεδάκια και μερικές φορές μου έδινε κι εμένα. Η θεία το ήξερε, αλλά έκανε πως δεν βλέπει — ήταν το αγαπημένο της.
Συγγενείς έρχονταν από παντού. Ήταν σαν να ξυπνάς μέσα σε ένα θορυβώδες όνειρο.
Καθόμουν δίπλα στον Δημήτρη και ήμουν ευτυχισμένος. Ο Πανίκος με προκαλούσε να πιω περισσότερη μπύρα KEO και η μητέρα με κοίταζε με βλέμμα που σκότωνε.
Ένα τελευταίο πράγμα θυμάμαι έντονα: έξω από την εκκλησία έκαιγαν τον Ιούδα. Πάντα με έπιανε μια λύπη που ο πατέρας ήταν στο εξωτερικό. Δεν ήταν δίπλα μου, να μου κρατά το χέρι όπως οι άλλοι πατέρες. Ήθελα απεγνωσμένα να το ζήσουμε μαζί. Αλλά δεν μπορούσα.
Η φωτιά έκαιγε όλη τη νύχτα. Η μητέρα μάς είχε απαγορεύσει να πλησιάσουμε. Τέτοια «ακαλαίσθητα» πράγματα δεν συνέβαιναν ποτέ κοντά στο σπίτι μας, στην Αρέως 36. Ήμουν το μόνο παιδί της Γ’ Δημοτικού που ήξερε τι σημαίνει «déclassé».
Ο πατέρας δεν πέρασε ποτέ μαζί μας Πάσχα στο σπίτι της μητέρας του.
*Απόσπασμα από το μυθιστόρημα The Art in My Palm του βραβευμένου, κυπριακής καταγωγής συγγραφέα Luke Icarus Simon.

The post Το μαράζι του Πάσχα appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.