Ο θρίαμβος της ανώτερης μεσαίας τάξης

Σε μια περίοδο που η παγκόσμια συζήτηση μονοπωλείται από την ακρίβεια και την οικονομική αβεβαιότητα, μια νέα εκτενής μελέτη του American Enterprise Institute (AEI) έρχεται να ανατρέψει τα καθιερωμένα αφηγήματα για την αμερικανική οικονομία, αποκαλύπτοντας πως η ανώτερη μεσαία τάξη αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη εισοδηματική ομάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η παραδοσιακή εικόνα μιας μεσαίας τάξης που «εξαφανίζεται» λόγω της συμπίεσης προς τα κάτω αποδεικνύεται εν μέρει ανακριβής, καθώς τα στοιχεία δείχνουν πως η πλειονότητα όσων εγκαταλείπουν τον πυρήνα της μεσαίας τάξης το πράττουν επειδή αναρριχώνται σε υψηλότερα οικονομικά στρώματα.

Συγκεκριμένα, περίπου το 31% των αμερικανικών νοικοκυριών ανήκει πλέον στην ανώτερη μεσαία τάξη, σημειώνοντας μια σχεδόν τριπλάσια αύξηση από το 1979, ενώ την ίδια στιγμή το μερίδιο των πλούσιων νοικοκυριών έχει εκτοξευθεί, όντας πλέον δώδεκα φορές υψηλότερο σε σχέση με πριν από τέσσερις δεκαετίες.

Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη ριζική αλλαγή της δομής της αμερικανικής οικογένειας και στην επαγγελματική ανέλιξη των γυναικών.

Η αύξηση των νοικοκυριών με δύο εισοδήματα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ποσοστό των γυναικών με πανεπιστημιακή μόρφωση εκτινάχθηκε από το 11% το 1970 στο 40% σήμερα, λειτούργησε ως πανίσχυρος κινητήρας οικονομικής ανόδου.

Οι Αμερικανοί επέλεξαν συνειδητά να εργάζονται περισσότερο και να επενδύουν στην καριέρα τους ώστε να εξασφαλίσουν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη, συχνά εις βάρος άλλων επιλογών, όπως η δημιουργία πολυμελών οικογενειών.

Αυτή η μετατόπιση έχει δημιουργήσει μια «οικονομία σχήματος Κ», όπου η ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες πολυτελείας αυξάνεται κατακόρυφα από τους ευνοημένους της ανώτερης τάξης, ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αναγκάζονται σε περιορισμούς.

Ωστόσο, η στατιστική αυτή ευημερία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι πολίτες αισθάνονται πιο πιεσμένοι από ποτέ.

Το παράδοξο αυτό εξηγείται από τη δυσανάλογη αύξηση του κόστους σε βασικούς πυλώνες του «αμερικανικού ονείρου», όπως η στέγαση, η εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη, οι οποίες ακριβαίνουν με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από τον πληθωρισμό.

Παρόλο που τα νοικοκυριά κερδίζουν περισσότερα χρήματα και πολλά καταναλωτικά αγαθά έχουν γίνει φθηνότερα με την πάροδο του χρόνου, η δυσκολία απόκτησης κατοικίας ή η χρηματοδότηση των σπουδών δημιουργεί μια αίσθηση οικονομικής ασφυξίας.

Έτσι, ενώ τα δεδομένα επιβεβαιώνουν μια ιστορική άνοδο προς την ευμάρεια, η υποκειμενική εμπειρία των πολιτών παραμένει εγκλωβισμένη στη σύγκριση με προηγούμενες γενιές, για τις οποίες τα μεγάλα οικονομικά ορόσημα της ζωής φάνταζαν πολύ πιο προσβάσιμα.