
Στη συζήτηση για το κράτος δικαίου, ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει στα επόμενα βήματα της αναθεωρητικής διαδικασίας. Η κυβερνητική πρόταση, επιδιώκοντας την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με την αποτελεσματικότητα και την επίτευξη της στοχοθεσίας, θα συμπεριλάβει στον κύκλο των αναθεωρητέων διατάξεων και το άρθρο 103 του Συντάγματος.
Ενώ, όμως, η κυβέρνηση αναδεικνύει τον πελατειασμό ως μείζονα διαχρονική παθογένεια, δεν έχει κάνει την παραμικρή νύξη σε διατάξεις του ίδιου άρθρου που ενθαρρύνουν μια από τις πιο προκλητικές εκφάνσεις του πελατειασμού στις προσλήψεις του Δημοσίου. Αναφερόμαστε στις ρυθμίσεις για τους μετακλητούς υπαλλήλους, που απέκτησαν μια ξεχωριστή επικαιρότητα μετά την «υπόθεση Λαζαρίδη»
Το Σύνταγμά μας, στο άρθρο 103 παρ. 5 και 8, παράλληλα με την έννοια της «οργανικής θέσης» και τις εγγυήσεις που τη συνοδεύουν, προβλέπει συγκεκριμένες θέσεις, οι οποίες καλύπτονται είτε από «μετακλητούς υπαλλήλους», που μπορούν να απολυθούν οποτεδήποτε από τη Διοίκηση χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία, είτε από «υπαλλήλους με θητεία». Οι μετακλητοί υπάλληλοι ασκούν επιτελικά ή αποφασιστικά καθήκοντα εκτός υπαλληλικής ιεραρχίας (π.χ. θέσεις Γενικού Γραμματέα Υπουργείου), υπό την προϋπόθεση, σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ ότι ο νόμος καθορίζει το περιεχόμενο του λειτουργήματος που ασκούν ως «ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι»
Η πρακτική αυτή, που συνιστά την πιο εμβληματική εξαίρεση από τον κανόνα της αξιοκρατικής στελέχωσης του Δημοσίου, συνδυάζεται με την απόλυτη ρυθμιστική ελευθερία του κοινού νομοθέτη να προβλέψει οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό προσόν για την πρόσληψη μετακλητών. Ετσι, όμως, εγείρονται πολλά ερωτήματα για το κατά πόσο δικαιολογημένο είναι να εξαιρούνται οι μετακλητοί από την εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών περί ίσης πρόσβασης και αξιοκρατικής μεταχείρισης στο Δημόσιο. Σε μία περίοδο, μάλιστα, που ο αριθμός των μετακλητών έχει εκτοξευθεί σε ύψη ρεκόρ, οι ισορροπίες μεταξύ ευκαιριακών συνεργατών και τυπικής διοίκησης πρέπει επειγόντως να επανεξεταστούν προκειμένου να περιοριστούν οι κομματοκρατούμενοι μηχανισμοί της «παράλληλης διοίκησης».
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δεχθεί ότι η «ανάγκη σχέσεως πολιτικής και προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ υπαλλήλων και Κυβερνήσεως για την απρόσκοπτη εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής» αποτελεί λόγο για να εξαιρεθεί η πρόσληψη των μετακλητών από τις γενικές προϋποθέσεις της «αξιοκρατικής ισότητας». Αυτή, όμως, η νομολογία δεν συνεπάγεται και την απόλυτη ελευθερία του νομοθέτη ή της διοίκησης να καθορίζει τις προϋποθέσεις πρόσληψής τους, ιδίως όταν συζητείται η άρση της μονιμότητας υπαλλήλων που προσλαμβάνονται με αξιοκρατικές διαδικασίες και αξιολογούνται με σύγχρονες μεθόδους εκτίμησης δεξιοτήτων.
Εάν πράγματι θέλουμε μια δημόσια διοίκηση στελεχωμένη από «κατάλληλους» και «ικανούς» υπαλλήλους, τότε οι αρχές και τα κριτήρια μιας «ελάχιστης αξιοκρατίας» θα πρέπει να εφαρμοστούν και στους μετακλητούς υπαλλήλους. Η αναθεωρητική διαδικασία προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να ανοίξει η δημόσια συζήτηση σχετικά με την πρόβλεψη ενός ελάχιστου (minimum) αριθμού τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των μετακλητών, που θα επιτρέψει την τοποθέτηση προσώπων με γνώση, ικανότητα και εμπειρία σε ευαίσθητες δημόσιες λειτουργίες.
Η λύση αυτή είναι συμβατή και με το «κοινό αίσθημα», όπου η κυριαρχία του αξιοκρατικού ιδεώδους δύσκολα ανέχεται να εξαιρούνται αυτές οι θέσεις, με την επίκληση της «πολιτικοποίησης», δηλαδή την επιβράβευση της κομματοκρατίας, από τη γενική εφαρμογή των αρχών της ίσης πρόσβασης και της αξιοκρατίας στις δημόσιες λειτουργίες. Η πρόβλεψη ενός minimum προσόντων για τους μετακλητούς κρίνεται αναγκαία και για την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας των καθηκόντων των μετακλητών για το διοικητικό σύστημα. Με τον τρόπο αυτόν και η «αξιοκρατική ισότητα» θα διασωθεί, αφού θα παραμένουν σε ισχύ τα «προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια επιλογής» που αναφέρονται στο άρθρο 103 παρ.8, και το στοιχείο της πολιτικής εμπιστοσύνης και της απρόσκοπτης εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής θα παραμείνει άθικτο. Ετσι, η διδακτική «περίπτωση Λαζαρίδη» θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο σε μια χρήσιμη, αξιακά και λειτουργικά, παρέμβαση στο καθεστώς των μετακλητών. Τόλμη και, πρωτίστως, συνέπεια απαιτούνται.
ΑΣΕΠ: Μόνιμες προσλήψεις 4.793 θέσεων στο Δημόσιο
Πρόκειται να εκδοθεί η Προκήρυξη 2ΓΒ/2026, για την πλήρωση συνολικά 4.793 θέσεων προσωπικού Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) διαφόρων κλάδων/ειδικοτήτων σε φορείς του Δημοσίου (Β΄ Στάδιο) από συμμετέχοντες στον πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό της 1Γ/2025 Πρόσκλησης/Προκήρυξης. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί το περιεχόμενό της Προκήρυξης 2ΓΒ/2026, καθώς έχει μεν αποσταλεί στους φορείς, αλλά εκκρεμεί η συμφωνία τους, το ΑΣΕΠ εξέδωσε ανακοίνωση με τον πίνακα των θέσεων αυτών, στον οποίο αναφέρονται απλώς οι ειδικότητες, οι φορείς και οι κωδικοί των πρόσθετων προσόντων, χωρίς κάποια πρόσθετη επεξήγηση.
Εκδόθηκαν οι πίνακες επιτυχόντων, μη επιτυχόντων και μη προσελθόντων υποψηφίων στην Εξέταση Ορθοφωνίας, που διενεργήθηκε για την πλήρωση 72 θέσεων ΠΕ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΕΝΑΕΡΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΕΙΔ. ΠΕ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΕΝΑΕΡΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ στην ΥΠΑ, χωρίς νέα προκήρυξη και χωρίς υποβολή νέας αίτησης, από πίνακα επιλαχόντων της Προκήρυξης 2Γ/2024. Εκδόθηκαν τα προσωρινά αποτελέσματα της Προκήρυξης 4Κ/2025 για την πλήρωση με σειρά προτεραιότητας, μεταξύ άλλων, 37 θέσεων προσωπικού στην Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε.. Ενστάσεις κατά των ανωτέρω πινάκων υποβάλλονται στο ΑΣΕΠ έως και τη Δευτέρα 27 Απριλίου 2026 και ώρα 14:00 αποκλειστικά μέσω του διαδικτυακού τόπου του ΑΣΕΠ. Για την ένσταση απαιτείται και παράβολο πενήντα ευρώ (50€), χωρίς την κατάθεση του οποίου η ένσταση δεν εξετάζεται.
Το ΑΣΕΠ ανακοίνωσε ότι στο πλαίσιο της Προκήρυξης 4Κ/2026 για την πλήρωση με σειρά προτεραιότητας 1654 θέσεων νοσηλευτικού προσωπικού Πανεπιστημιακής, Τεχνολογικής και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σε φορείς του Υπουργείου Υγείας, υποβλήθηκαν συνολικά 9.433 αιτήσεις. Αυτές αναλύονται ως εξής: 661 αιτήσεις για τις 64 θέσεις ΠΕ, δηλαδή πρόκειται να διοριστεί ένας στους 10 υποψήφιους. 2160 αιτήσεις για τις 676 θέσεις της ΤΕ, δηλαδή θα διοριστεί ένας στους 3 υποψήφιους 6612 αιτήσεις για τις 914 θέσεις της ΔΕ, δηλαδή θα διοριστεί ένας στους 7 υποψήφιους. Αξιοσημείωτα είναι και πάλι τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής στις ηλικίες 31-50 (69,4%). Στις ηλικίες κάτω των 30 ετών το ποσοστό των αιτήσεων κυμαίνεται στο 16,5%, ενώ στις ηλικίες άνω των 51 στο 14,1%.