Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα από τις αντιδράσεις κάποιων στην πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου σχετικά με τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στις λειτουργίες, κυρίως στην Αυστραλία.
Προσοχή: μιλάμε για τις λειτουργίες, δηλαδή τις ψαλμωδίες και το λειτουργικό μέρος της λατρείας, και όχι για τα κηρύγματα. Τα κηρύγματα, όπως σωστά έχει επισημανθεί, μπορούν και –σε πολλές περιπτώσεις– πρέπει να γίνονται και στα Αγγλικά, ώστε να υπάρχει κατανόηση από όλους τους πιστούς, ιδιαίτερα τους νεότερους ή όσους δεν έχουν επάρκεια στην ελληνική γλώσσα.
Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν την τοποθέτηση αυτή ήταν έντονες. Κάποιοι υποστήριξαν ότι «αν δεν καταλαβαίνουμε τι λέγεται, τότε γιατί να πηγαίνουμε στην εκκλησία;».
Μια τέτοια προσέγγιση, όμως, παραβλέπει μια βασική πραγματικότητα: η θεία λειτουργία, όπως έχει διαμορφωθεί εδώ και πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, τελείται στην ελληνική γλώσσα, και μάλιστα σε μια λόγια, αρχαΐζουσα μορφή της.
Κι όμως, γενιές ολόκληρες πιστών, ακόμη και άνθρωποι που δεν είχαν ολοκληρώσει ούτε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, προσέρχονταν στην εκκλησία, συμμετείχαν, άκουγαν, ένιωθαν και βίωναν τη λατρεία χωρίς να απαιτούν πλήρη γλωσσική κατανόηση κάθε λέξης.
Σήμερα, βρισκόμαστε στην Αυστραλία, σε μια πραγματικότητα διαφορετική, όπου η ελληνική γλώσσα υποχωρεί σταδιακά μέσα στις νεότερες γενιές.
Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Δεν είναι απλώς το αν θα γίνει μια φράση στα Αγγλικά ή στα Ελληνικά μέσα στη λειτουργία. Είναι το αν σε λίγα χρόνια θα έχουμε χάσει οριστικά τη γλώσσα μας μέσα στην ίδια μας την παροικία.
Θυμίζω ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Μακάριος, κατά τη διάρκεια ποιμαντικής επίσκεψής του στη Μελβούρνη τη Μεγάλη Παρασκευή, απηύθυνε δημόσια έκκληση προς ιερέα να περιορίσει τη χρήση της αγγλικής γλώσσας στη λατρεία, εκφράζοντας την ανησυχία του για την αποδυνάμωση της ελληνικής ταυτότητας.
«Εμείς εδώ είμαστε Έλληνες. Ποιος δεν καταλαβαίνει Ελληνικά; Δεν μου άρεσε που η λειτουργία ήταν μισή στα Ελληνικά και μισή στα Αγγλικά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, υπογράμμισε με έμφαση ότι η Εκκλησία δεν είναι απλώς ένας λειτουργικός χώρος, αλλά φορέας ταυτότητας: «Είμαστε Έλληνες και πρέπει να το διατηρήσουμε και να το φυλάξουμε. Γιατί αν η Εκκλησία χάσει την ελληνική της ταυτότητα, τι θα μας μείνει να φυλάξουμε;».
Ο Αρχιεπίσκοπος δεν απέρριψε πλήρως τη χρήση της αγγλικής γλώσσας.
Αντιθέτως, αναγνώρισε την ανάγκη επικοινωνίας με τη νέα γενιά, επιτρέποντας τη χρήση «λίγων Αγγλικών», αλλά μόνο επικουρικά και όχι ισότιμα με τα Ελληνικά.
Όπως σημείωσε, «θα βρούμε ψάλτες που θα ψάλλουν στα Ελληνικά και θα προσθέτουμε λίγα Αγγλικά, για χάρη των παιδιών μας, για να τα προσελκύσουμε και να τα φέρουμε στην Εκκλησία. Αλλά όχι μισά μισά».
Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Υπήρξαν όσοι συμφώνησαν πλήρως, θεωρώντας ότι η ελληνική γλώσσα αποτελεί θεμέλιο της ταυτότητάς μας. Υπήρξαν όμως και άλλοι που διαφώνησαν, υποστηρίζοντας ότι η Εκκλησία οφείλει να προσαρμοστεί πλήρως στο γλωσσικό περιβάλλον της νέας γενιάς.
Εγώ προσωπικά θεωρώ ότι η στάση του Αρχιεπισκόπου είναι σωστή και ρεαλιστική. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον κίνδυνο γλωσσικής αποξένωσης που αντιμετωπίζει η ελληνική παροικία στην Αυστραλία.
Και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι μέσα σε λίγες δεκαετίες, αν δεν υπάρξει συνειδητή προσπάθεια, θα έχουμε χάσει όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά και ένα μεγάλο μέρος της πολιτιστικής μας συνέχειας.
Με την ευκαιρία αυτή, οφείλουμε όλοι –όπου κι αν βρισκόμαστε και ό,τι κι αν κάνουμε– να συμβάλουμε στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας. Δεν είναι υπόθεση μόνο της Εκκλησίας. Είναι υπόθεση συλλογική: των οικογενειών, των σχολείων, των κοινοτικών οργανώσεων, των πολιτιστικών συλλόγων, των μέσων ενημέρωσης, αλλά και κάθε ενός από εμάς ξεχωριστά.
Τις προάλλες, η δασκάλα Γιώτα Σαυρίδου έγραψε στον «Νέο Κόσμο» ένα ιδιαίτερα εύστοχο κείμενο, στο οποίο επισήμανε ότι μεγάλο μέρος της ελληνοαυστραλιανής κοινότητας της Μελβούρνης επικοινωνεί κυρίως στα Αγγλικά, ακόμη και σε ελληνικούς κύκλους και οργανισμούς. Όπως σημείωσε, αυτό δημιουργεί –έστω και άθελα– ένα αρνητικό πρότυπο για τις νεότερες γενιές.
«Η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας. Είναι φορέας πολιτισμού, ιστορίας και αξιών. Είναι το νήμα που συνδέει τις γενιές», τονίζει χαρακτηριστικά.
Και πράγματι, όταν οι μεγαλύτεροι επιλέγουμε να μιλάμε κυρίως Αγγλικά, ακόμη και σε ελληνικές εκδηλώσεις, τι μήνυμα δίνουμε στα παιδιά μας;
Η ίδια επισημαίνει ότι η ευθύνη για τη διατήρηση της γλώσσας δεν βαραίνει μόνο τα σχολεία ή τους εκπαιδευτικούς.
Είναι συλλογική ευθύνη όλων μας: γονέων, κοινοτήτων, συλλόγων, μέσων ενημέρωσης και κάθε μέλους της παροικίας. Και καταλήγει με μια φράση που θα έπρεπε να μας προβληματίσει βαθιά: «Ό,τι δεν χρησιμοποιείται, χάνεται».
Ακριβώς γι’ αυτό, θεωρώ ότι η συζήτηση που άνοιξε με αφορμή τη δήλωση του Αρχιεπισκόπου δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί επιφανειακά ή συναισθηματικά. Πρέπει να ιδωθεί ως αφορμή για έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από την ταυτότητά μας στην Αυστραλία του σήμερα και του αύριο.
Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι θα έπρεπε να ξεκινήσει μια ουσιαστική «σταυροφορία» για τη σωτηρία της ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία. Όχι με φανατισμό, αλλά με συνείδηση, συνέπεια και καθημερινή πράξη. Γιατί αν χαθεί η γλώσσα, δεν χάνεται απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας, χάνεται ένα κομμάτι από αυτό που είμαστε.
The post Μπράβο στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.