Απόφαση με πολιτικές διαστάσεις – Στο αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών

Δεν ανασύρεται από το αρχείο η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών έπειτα από απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, ο οποίος με την από 27-04-2026 Πράξη του, έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης.

Κατά την κρίση του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού «τα στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, ικανά να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της δικογραφίας από το Αρχείο. Συνεπώς τα συμπεράσματα των πορισμάτων του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση δεν ανατρέπονται».

Κεντρικό σημείο της εισαγγελικής κρίσης αποτέλεσε το ζήτημα των «νέων πραγματικών περιστατικών». Όπως επισημαίνεται, τα στοιχεία που επικαλέστηκε το δικαστήριο – κυρίως μαρτυρικές καταθέσεις και δημοσιογραφικές πληροφορίες – δεν συνιστούν ουσιωδώς νέα δεδομένα, αλλά είχαν ήδη αξιολογηθεί στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογούν την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο, σύμφωνα με το άρθρο 43 §6 ΚΠΔ.

Ως προς δε τον Α.Κ, τον άνθρωπο από την προπληρωμένη κάρτα του οπίου έφυγαν τα «μολυσμένα» sms προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, για τον οποίο ο Αρειος Πάγος είχε κρίνει στο πόρισμα Ζήση ότι δεν έχει ουδεμία σχέση με τα καταγγελλόμενα, αφού τρίτος έκανε χρήση της κάρτας, ο κ. Τζαβέλας επιμένει ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά που να ανατρέπουν το προηγούμενο πόρισμα.

«Απέναντι σ’ αυτήν, την σαφή και κατηγορηματική απόφανση του πορίσματος του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα ΖΗΣΗ, ο Δικαστής του δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντί νέου πράγματι στοιχείου, που θα έπρεπε, κατά την Ποινική Δικονομία, να προκύπτει και να αναδεικνύεται, με σαφήνεια, από την ακροαματική διαδικασίακαι μάλιστα, τέτοιου, από το οποίο να δικαιολογείται η ανάσυρση της αρχειοθετηθείσας δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης, από το αρχείο, προβάλλει την – επί τη βάσει ασθενέστατων ενδείξεων και υπονοιών, ανάγκη, κατά την κρίση και την υπόδειξη και παραγγελία του – να διενεργηθεί και άλλη – τρίτη – έρευνα, με σκοπό την τυχόν ανεύρεση νέων ουσιωδών στοιχείων. Και μόνη, δε, η παραδοχή του ανωτέρω Δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ότι απαιτείται και άλλη, νέα έρευνα, για την εξακρίβωση τυχόν συμμετοχικής δράσης του Α.Κ, αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων προσώπων, στις ένδικες αξιόποινες πράξεις, αναδεικνύει,εμφατικά, το γεγονός, ότι, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν προέκυψαν νεότερα ουσιώδη στοιχεία, ανατρεπτικά του συμπεράσματος του εκδοθέντος εισαγγελικού πορίσματος, η δε συνεχής εμπλοκή της Δικαιοσύνης,σε έναν ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο, παρακωλύει και καθυστερεί την απονομή της» λέει χαρακτηριστικά και συμπληρώνει πως η ακροαματική διαδικασία ανέδειξε «νεότερα πραγματικά περιστατικά, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση αυτών, εξακολουθεί να παραμένει, αδύνατη, η ταυτοποίηση του προσώπου του παραμένοντος αγνώστου, κατόχου και χρήστητης ανωτέρω προπληρωμένης κάρτας».

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας. Κατά τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κρατικού απορρήτου κατά την έννοια του νόμου. Παρά το γεγονός ότι φέρονται ως στόχοι του Predator υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, όπως υπουργοί και ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, δεν προέκυψε ότι αποκτήθηκαν ή επιχειρήθηκε να αποκτηθούν συγκεκριμένα απόρρητα στοιχεία. Οι σχετικές εκτιμήσεις χαρακτηρίζονται «υποθετικές» και «επισφαλείς».

«Επί του ζητήματος αυτού, το σκεπτικό της εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών πιθανολογεί, ανεπιβεβαίωτα, ότι, λόγω της ιδιότητας ορισμένων, εκ των στόχων του κατασκοπευτικού λογισμικού “PREDATOR”, όπως του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, κ. Μιχαήλ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ, του Υπουργού Εξωτερικών, κ. Νικολάου ΔΕΝΔΙΑ, του Αρχηγού Γ.Ε.ΕΘ.Α., Κωνσταντίνου ΦΛΩΡΟΥ, του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, κ. Μιχαήλ ΚΑΡΑΜΑΛΑΚΗ και άλλων Υπουργών, που χειρίζονταν καίρια χαρτοφυλάκια, με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες (κατά την έννοια του άρθρου 149 ΠΚ), η στόχευση των εν λόγω προσώπων, με το ανωτέρω κατασκοπευτικό λογισμικό, που είχε δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης στα αρχεία καταγραφής, σε συνδυασμό με την έκταση των δεδομένων, που μπορούσαν να αποσπασθούν, με τη χρήση του και με τους αποδέκτες των μηνυμάτων, που περιείχαν συνδέσμους επιμόλυνσης με το ανωτέρω κατασκοπευτικό λογισμικό, είχε, ως αποτέλεσμα, την τετελεσμένη ή εν αποπείρα περιέλευση στην κατοχή ή στη γνώση των καταδικασθέντων, ως χρηστών του εν λόγω λογισμικού, Φ.Μπ, S. A. H., T. J. D., Ι. Λ. και τυχόν τρίτων συμμετόχων τους, των θεωρούμενων, επισφαλώς, ως κρατικών απορρήτων, κατά την έννοια του άρθρου 149 ΠΚ, στοιχείων και τυχόν εγγράφων, που θεωρούνταν πιθανό, ότι περιέχονταν στις συσκευές κινητών τηλεφώνων των ανωτέρω σημαντικών Ελλήνων αξιωματούχων, από μόνο το γεγονός, ότι αυτά, επισφαλώς και υποθετικά, θεωρούνταν, ως περιεχόμενα, στις συσκευές κινητών τηλεφώνων των ανωτέρω προσώπων, χωρίς ποτέ, αυτά (τα ανωτέρω στοιχεία και έγγραφα) να ανιχνευθούν και να εξετασθούν, ώστε να διαπιστωθεί, αν πράγματι επρόκειτο για κρατικά απόρρητα, κατά την προαναλυθείσα έννοια» σημειώνει ο κ. Τζαβέλλας.

Παρόμοια είναι η προσέγγιση και για το ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της παράνομης διακίνησης λογισμικού παρακολούθησης μετά το 2022. Η εισαγγελική αρχή κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι εμπλεκόμενες εταιρείες συνέχισαν τέτοια δραστηριότητα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Οπως αναφέρεται στην πράξη που εξέδωσε ο κ. Τζαβέλας, οι μαρτυρίες που επικαλέστηκε το δικαστήριο κρίθηκαν ότι αφορούν διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες και όχι εμπορία κατασκοπευτικού λογισμικού.

Καταληκτικά, η εισαγγελική διάταξη απορρίπτει την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης, επικαλούμενη το λεγόμενο «οιονεί δεδικασμένο». Όπως επισημαίνεται, η επανεξέταση μιας ήδη αρχειοθετημένης υπόθεσης επιτρέπεται μόνο όταν προκύψουν «ουσιώδη νέα στοιχεία», κάτι που εν προκειμένω δεν διαπιστώνεται. Η θέση αυτή στοχεύει στην αποφυγή ενός «ατέρμονου κύκλου ερευνών» και στη διασφάλιση της «ασφάλειας δικαίου».