Το αυτοκίνητο αποτέλεσε σύμβολο προκοπής για μια ολόκληρη γενιά μεταναστών, όμως δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύεται από ένα σημαντικό κόστος, τόσο ως προς την αγορά όσο και τη συντήρησή του.
Το οικονομικό αυτό βάρος έχει ξεφύγει ωστόσο, ιδιαίτερα σήμερα, καθώς —εκτός άλλων εξόδων, όπως οι ασφάλειες— οι τιμές των καυσίμων αποτελούν μία βασική και τακτική δαπάνη για τα νοικοκυριά, έναν αναγκαίο βραχνά.
Οι «παλιοί» της παροικίας μας θα θυμούνται ότι δεν ήταν πάντα έτσι — τουλάχιστον όχι στον βαθμό που είναι σήμερα.
Όταν έφτασαν στην Αυστραλία, με μια βαλίτσα στο χέρι (άντε και ένα μπαούλο οι πιο τυχεροί) και το βλέμμα στραμμένο σε ένα καλύτερο αύριο, εργάστηκαν σκληρά για να χτίσουν μια νέα, καλύτερη ζωή.
Να μη λείψει τίποτε στην οικογένεια, να αγοράσουν ένα σπίτι, αλλά και ένα «κάρο», που ήταν τότε σύμβολο προκοπής. Η απόκτησή του γέμιζε με περηφάνια μια γενιά που έμαθε να προχωρά μπροστά.
Ποιος δε θυμάται με νοσταλγία το πρώτο του αυτοκίνητο; Ποιος δεν αναπολεί τις πρώτες του βόλτες με αυτό;
Τότε που τα καύσιμα ήταν φθηνότερα και οι αποστάσεις έμοιαζαν μικρότερες.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ABS), η βενζίνη κόστιζε περίπου 10–15 σεντς το λίτρο — ένα μικρό, διαχειρίσιμο έξοδο για τα νοικοκυριά της εποχής.

Υπήρξαν σημαντικές αυξήσεις λόγω της πετρελαϊκής κρίσης τότε (ενδεικτικά το πετρέλαιο από 2–3 δολάρια το βαρέλι το 1970 έφτασε στα 35–40 δολάρια στα τέλη της δεκαετίας), αλλά και πάλι τα καύσιμα ήταν εντός του… οικογενειακού προϋπολογισμού.
Σήμερα, όμως, όπως πολλά άλλα στη ζωή, και αυτό έχει αλλάξει.
Το βαρέλι πετρέλαιο, λόγω κυρίως των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή πλησίασε τα 120 δολάρια και λίγες εβδομάδες πριν οι μέσες τιμές της απλής αμόλυβδης βενζίνης είχαν αυξηθεί κατά 33%, από 171 σεντ ανά λίτρο τον Φεβρουάριο σε μέση τιμή 228 σεντ ανά λίτρο τον Μάρτιο.
Το αυτοκίνητο δεν αποτελεί πλέον σύμβολο προόδου (υπάρχουν και εξαιρέσεις με μάρκες για όλα τα βαλάντια), αλλά ως επί το πλείστον αναγκαιότητα — και συχνά, οικονομικό βάρος.
Με το κόστος ζωής να αυξάνεται, τα τέλη κυκλοφορίας, οι ασφάλειες και, τα τελευταία χρόνια, οι τιμές των καυσίμων να εκτοξεύονται, η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο απαιτητική για τις οικογένειες (με πολλές από αυτές να στρέφονται στην ηλεκτροκίνηση).
ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Τα καύσιμα αυτοκινήτων, σύμφωνα με την ABS, βαραίνουν κατά 3,5% το «καλάθι» των αγαθών και υπηρεσιών που προσμετρώνται για τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (πιο απλά πληθωρισμό).
Όπως επισημαίνεται, η μεταβλητότητα στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου, οι γεωπολιτικές αναταράξεις και οι αποφάσεις εσωτερικής πολιτικής έχουν συμβάλει στις διακυμάνσεις των τιμών των καυσίμων κατά τις τελευταίες πέντε δεκαετίες.
Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή οδήγησαν σε απότομη αύξηση των τιμών των καυσίμων αυτοκινήτων στην Αυστραλία τον Μάρτιο, με αύξηση 32,8% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Οι τιμές τον Μάρτιο ήταν 10,7% υψηλότερες από το προηγούμενο ρεκόρ που είχε σημειωθεί τον Σεπτέμβριο του 2023.
Υπογραμμίζεται δε ότι η Αυστραλία εξαρτάται από τις εισαγωγές για την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης σε καύσιμα μεταφορών.
Οι τιμές των καυσίμων στη χώρα συνδέονται στενά με τις τιμές της διυλισμένης βενζίνης και του ντίζελ στη Σιγκαπούρη.
Οι σημαντικές μεταβολές στην τιμή των καυσίμων οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις μεταβολές των διεθνών τιμών του πετρελαίου και στο επίπεδο της παγκόσμιας παραγωγής και ζήτησης πετρελαίου.
Εγχώριοι παράγοντες, όπως οι μεταβολές στον ειδικό φόρο κατανάλωσης καυσίμων (ο οποίος μειώθηκε κατά 32 σεντς πρόσφατα), τα περιθώρια κέρδους των λιανοπωλητών και το επίπεδο του ανταγωνισμού στη λιανική πώληση, επηρεάζουν επίσης τις τιμές.
Άλλοι παράγοντες περιλαμβάνουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης, τα λιμενικά τέλη, την αποθήκευση στους τερματικούς σταθμούς, καθώς και τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων και των χονδρεμπόρων.
Τα καύσιμα αυτοκινήτων περιλαμβάνονται στον ΔΤΚ από την πρώτη έκδοση της σειράς στοιχείων της ABS το 1948.
Αρχικά, αποτελούσαν μέρος της υποομάδας «Καύσιμα και φωτισμός» εντός της ομάδας «Οικιακά είδη και εξοπλισμός».
To 1976, εισήχθη στον ΔΤΚ μια σειρά για τα καύσιμα αυτοκινήτων εντός της ομάδας «Μεταφορές».
Με την πάροδο των ετών, η συμβολή των καυσίμων αυτοκινήτων κυμάνθηκε μεταξύ 2% και 5% του «καλαθιού» του ΔΤΚ.
Πριν από το 2002, το προσωπικό της ABS ταξίδευε για να συλλέξει τις τιμές καυσίμων από τους λιανοπωλητές.
Οι τιμές συλλέγονταν από περίπου 500 σημεία πώλησης σε όλες τις πρωτεύουσες.
Από το 2002 και μετά συλλέγονται από διοικητικά στοιχεία τιμών αντλιών σε κάθε πρωτεύουσα.
Κάθε μήνα συλλέγονται πάνω από 100.000 τιμές που καλύπτουν ένα φάσμα τύπων καυσίμων, συμπεριλαμβανομένης της αμόλυβδης βενζίνης, του ντίζελ και του LPG.
TA ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, σημαντικά παγκόσμια γεγονότα είχαν σημαντική επίδραση τόσο στη ζήτηση όσο και στην προσφορά πετρελαίου, γεγονός που μεταφέρθηκε στις τιμές των καυσίμων αυτοκινήτων στην Αυστραλία.
-1979: Πετρελαϊκή κρίση
-1990: Εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ
-2008: Παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση
-2020: Πανδημία COVID-19
-2022: Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία
-2026: Σύγκρουση στη Μέση Ανατολή
1972 – 1979
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 σημειώθηκε η πρώτη παγκόσμια κρίση των τιμών του πετρελαίου, με αποτέλεσμα οι τιμές των καυσίμων στην Αυστραλία να αυξηθούν κατά 25% το 1975.
Μετά από μια σύντομη περίοδο αποπληθωρισμού στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, μια δεύτερη παγκόσμια κρίση των τιμών του πετρελαίου το 1979 οδήγησε σε αύξηση των τιμών των καυσίμων κατά σχεδόν 50%, η οποία παραμένει η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση των τιμών των καυσίμων που έχει καταγραφεί στη χώρα.
1980 – 1988
Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ, που διήρκεσε από το 1980 έως το 1988, οδήγησε σε μείωση των εξαγωγών πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, προκαλώντας περαιτέρω αύξηση των τιμών των καυσίμων κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980.
Η πτώση των τιμών στα μέσα και τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ήταν αποτέλεσμα της αύξησης της προσφοράς πετρελαίου μετά την επέκταση της παραγωγής πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία.
1990 – 2000
Η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ προκάλεσε μείωση της παραγωγής πετρελαίου, οδηγώντας σε αύξηση των τιμών των καυσίμων το 1990.
Αυτή ήταν μια προσωρινή επίδραση, καθώς η παραγωγή πετρελαίου, και κατά συνέπεια οι τιμές των καυσίμων, παρέμειναν σχετικά σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990.
Μετά την οικονομική ανάκαμψη από την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1997, η ζήτηση πετρελαίου στην Ασία αυξήθηκε, με αποτέλεσμα την άνοδο των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου.
Αυτό συνέπεσε με την εισαγωγή του Φόρου Αγαθών και Υπηρεσιών (GST) στην Αυστραλία το 2000. Ο GST είχε μόνο μικρή επίδραση στις τιμές των καυσίμων λόγω της ταυτόχρονης μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα.
2001 – 2008
Από το 2001 έως το 2007, οι αυξήσεις των τιμών των καυσίμων κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο γύρω στο 5% ετησίως, καθώς η παραγωγή πετρελαίου μειώθηκε και η ζήτηση στην Ασία συνέχισε να αυξάνεται.
Ωστόσο, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2008 οδήγησε σε μεγάλη πτώση των τιμών του πετρελαίου. Η αβεβαιότητα διεθνώς και η αύξηση της ανεργίας σε πολλές χώρες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οδήγησαν σε μείωση της ζήτησης για πετρέλαιο, με αποτέλεσμα οι τιμές των καυσίμων να πέσουν κατά 20% το 2009.
2014 – 2016
Μετά την ανάκαμψη από την κρίση, οι τιμές του πετρελαίου έπεσαν ξανά μεταξύ 2014 και 2016, αντανακλώντας την ισχυρή παραγωγή στις ΗΠΑ, οι οποίες σημείωσαν το υψηλότερο επίπεδο παραγωγής πετρελαίου σε περισσότερα από 100 χρόνια. Αυτό, σε συνδυασμό με την απόφαση της Ρωσίας και του ΟΠΕΚ να διατηρήσουν το επίπεδο παραγωγής πετρελαίου τους, οδήγησε σε παγκόσμια υπερπροσφορά πετρελαίου.
2020 – 2022
Η πανδημία COVID-19 το 2020 οδήγησε σε μια άλλη μεγάλη πτώση των τιμών των καυσίμων λόγω των περιοριστικών μέτρων, τόσο στο εσωτερικό όσο και σε χώρες σε όλο τον κόσμο, καθώς οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να μείνουν στο σπίτι λόγω των ταξιδιωτικών περιορισμών.
Καθώς η καταναλωτική και εμπορική ζήτηση μειώθηκε ραγδαία παγκοσμίως, αυτό οδήγησε σε υπερπροσφορά πετρελαίου και πτώση των τιμών των καυσίμων στην Αυστραλία κατά περισσότερο από 20%. Οι τιμές του πετρελαίου ανέκαμψαν το 2021, καθώς οι περιορισμοί λόγω της COVID-19 άρχισαν να χαλαρώνουν.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις αρχές του 2022 οδήγησε στην επιβολή κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, επηρεάζοντας την παγκόσμια προσφορά. Αυτό οδήγησε τις τιμές των καυσίμων αυτοκινήτων στην Αυστραλία να φτάσουν σε νέο ρεκόρ και να παραμείνουν υψηλές τα επόμενα χρόνια.
2026
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η διακοπή της διέλευσης πετρελαίου από το Στενό του Ορμούζ μείωσαν την προσφορά εξαγωγών πετρελαίου από την περιοχή. Αυτή η διακοπή της προσφοράς προκάλεσε σημαντική μεταβλητότητα στην παγκόσμια τιμή του πετρελαίου, η οποία οδήγησε σε υψηλότερες τιμές βενζίνης και ντίζελ σε όλο τον κόσμο.
ΟΙ ΤΙΜΕΣ
Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οι τιμές των καυσίμων αυτοκινήτων αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από το συνολικό «καλάθι» του ΔΤΚ.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ήταν αρκετά σταθερές, πριν αυξηθούν ταχύτερα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 και κορυφωθούν το 2008, λίγο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Μετά την κρίση ήταν πιο ασταθείς, με την κορυφή του 2008 να ξεπερνιέται μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα το 2014.
Κατά την τελευταία δεκαετία συνέχισαν να παρουσιάζουν διακυμάνσεις και αυξήθηκαν περισσότερο από τον ΔΤΚ, ακόμη και με τον υψηλότερο πληθωρισμό που παρατηρήθηκε το 2022 και το 2023.
Από το 1972 έως το τρίμηνο του Μαρτίου του 2026, οι τιμές των καυσίμων αυτοκινήτων αυξήθηκαν κατά 55% περισσότερο από τον συνολικό πληθωρισμό.
The post Από σύμβολο προκοπής των μεταναστών, αναγκαίος οικονομικός βραχνάς το αυτοκίνητο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.