Πέρα από τη σύγκριση: Ράσελ, Καζαντζάκης, Κίνα και το ελληνικό μέτρο

Το βαθύτερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης παγκόσμιας τάξης δεν είναι απλώς ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός ή η οικονομική παγκοσμιοποίηση. Είναι η μετατροπή της σύγκρισης σε κυρίαρχη μορφή πολιτικής και οικονομικής σκέψης.

Τα κράτη, οι οικονομίες και οι θεσμοί αξιολογούνται πλέον συνεχώς μέσα από δείκτες: ΑΕΠ, τεχνολογική ισχύ, στρατιωτική δυνατότητα, καινοτομία, «αποτελεσματικότητα διακυβέρνησης». Η αξία δεν νοείται εσωτερικά, αλλά συγκριτικά — σε σχέση με τη θέση κάποιου άλλου.

Αυτό παρουσιάζεται συχνά ως ουδέτερη τεχνική διαδικασία. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια βαθύτερη ιστορική μετατόπιση. Η αξιολόγηση παύει να είναι εργαλείο και μετατρέπεται σε αρχή οργάνωσης της πραγματικότητας.

Αυτό ακριβώς διέγνωσαν, από διαφορετικές αφετηρίες, ο νομπελίστας φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ, η αρχαία ελληνική σκέψη και —παραδόξως— ο Νίκος Καζαντζάκης μέσα από την εμπειρία του στην Κίνα.

Ο ΡΑΣΕΛ ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Όταν ο Bertrand Russell ταξίδεψε στην Κίνα το 1920 ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, συνάντησε —κατά τη δική του ανάγνωση— έναν διαφορετικό πολιτισμικό τρόπο κατανόησης της ζωής.

Στο έργο του The Problem of China έγραψε:

«Οι Κινέζοι είναι ο μόνος λαός στον κόσμο που πιστεύει πραγματικά ότι η σοφία είναι πολυτιμότερη από τα ρουμπίνια».

Και αλλού παρατηρούσε:

«Οι Κινέζοι έχουν ανακαλύψει —και εφαρμόσει επί πολλούς αιώνες— έναν τρόπο ζωής που, αν μπορούσε να υιοθετηθεί από ολόκληρο τον κόσμο, θα έκανε ολόκληρο τον κόσμο ευτυχισμένο».

Ο Ράσελ δεν εντυπωσιάζεται απλώς από την Κίνα ως μια εξωτική κοινωνία. Αυτό που τον απασχολεί είναι κάτι βαθύτερο: η διαφορά ανάμεσα σε έναν πολιτισμό που οργανώνεται γύρω από τη σοφία, την ισορροπία και την επάρκεια, και σε έναν δυτικό κόσμο που οργανώνεται γύρω από τη διαρκή ανταγωνιστική αξιολόγηση και την ατέρμονη επιδίωξη του «περισσότερου».

Για τον Ράσελ, η νεωτερική Δύση πάσχει από μια ψυχολογία χωρίς όριο. Η αξία του ανθρώπου εξαρτάται συνεχώς από τη σχετική του θέση: περισσότερο χρήμα, μεγαλύτερη ισχύς, υψηλότερη παραγωγικότητα, ταχύτερη ανάπτυξη.

Όμως, όταν η αξία γίνεται καθαρά συγκριτική, η ικανοποίηση καθίσταται αδύνατη. Πάντα υπάρχει ένας μεγαλύτερος δείκτης, μια ανώτερη θέση, ένας ισχυρότερος ανταγωνιστής.

Η μέτρηση παύει να περιγράφει τη ζωή και αρχίζει να την οργανώνει.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΡΟ

Η ανησυχία αυτή βρίσκεται ήδη στον πυρήνα της αρχαίας ελληνικής σκέψης.

Η ελληνική φιλοσοφία δεν αντιμετωπίζει την τάξη ως ζήτημα μεγιστοποίησης, αλλά ως πρόβλημα αναλογίας και ισορροπίας. Η κλασική έννοια του μέτρου δεν αφορά απλώς τη «μετριοπάθεια» με τη σύγχρονη ηθικολογική έννοια. Αφορά τη δομική σταθερότητα των πραγμάτων.

Το περίφημο ρητό:

«Παν μέτρον άριστον»

δεν σημαίνει απλώς την αποφυγή της υπερβολής. Σημαίνει ότι κάθε σύστημα —πολιτικό, ηθικό ή κοινωνικό— παραμένει βιώσιμο μόνο όταν τα επιμέρους στοιχεία του βρίσκονται σε ορθή αναλογία και ισορροπία μεταξύ τους.

Για τους αρχαίους Έλληνες, η υπέρβαση δεν αποτελεί απλώς ηθική παρέκκλιση, αλλά μορφή εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Είναι το σημείο όπου η επέκταση παύει να γνωρίζει όρια και το σύστημα αρχίζει να διαρρηγνύεται εκ των έσω.

Γι’ αυτό και η αρχαία ελληνική σκέψη αντιμετωπίζει με καχυποψία την ατέρμονη συσσώρευση. Η ανεξέλεγκτη μεγέθυνση δεν θεωρείται πρόοδος, αλλά απειλή για τη συνοχή.

Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σύνδεση με τον Ράσελ: και οι δύο διαβλέπουν ότι ένας πολιτισμός οργανωμένος αποκλειστικά γύρω από συγκριτικά μεγέθη χάνει την έννοια της επάρκειας.

Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΜΟΡΦΗΣ

Ο Νίκος Καζαντζάκης προσέγγισε την Κίνα διαφορετικά από τον Ράσελ — όχι αναλυτικά, αλλά υπαρξιακά.

Στα ταξιδιωτικά και φιλοσοφικά του έργα, η Ανατολή παρουσιάζεται ως ένας πολιτισμικός χώρος όπου η πειθαρχία, η αίσθηση του μέτρου και η εσωτερική αρμονία οργανώνονται με διαφορετικό τρόπο από εκείνον της δυτικής νεωτερικής εμπειρίας.

Ο Καζαντζάκης, βαθιά επηρεασμένος από την ελληνική τραγική παράδοση, αντιλαμβάνεται ότι ο ανθρώπινος αγώνας, όταν στερείται ορίων, καταλήγει να αυτοϋπονομεύεται. Η δύναμη προϋποθέτει μορφή· η ενέργεια προϋποθέτει μέτρο.

Αυτό που συναντά στην Κίνα είναι ένας πολιτισμός όπου η τάξη δεν βασίζεται αποκλειστικά στην κατάκτηση ή στην αδιάκοπη επέκταση, αλλά στη σχέση ανάμεσα στα μέρη του όλου.

Εδώ η κινεζική έννοια της αρμονίας συναντά το ελληνικό μέτρο.

Και στις δύο περιπτώσεις, η σταθερότητα δεν παράγεται από τη συνεχή υπέρβαση, αλλά από τη διατήρηση της ισορροπίας.

ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΣΤΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ιστορική μετατόπιση της νεωτερικότητας: το μέτρο ως όριο αντικαθίσταται από τη μέτρηση ως κατάταξη.

Η ελληνική έννοια του μέτρου αφορούσε τη διατήρηση αναλογίας και εσωτερικής ισορροπίας. Η σύγχρονη μέτρηση αφορά τη συνεχή αξιολόγηση της θέσης μέσα σε ιεραρχίες επίδοσης.

Το «παν μέτρον άριστον» μετατρέπεται σε αδιάκοπη συγκριτική αξιολόγηση.

Η αξία μεταφράζεται ολοένα και περισσότερο σε δείκτες: ΑΕΠ, ταχύτητα ανάπτυξης, παραγωγικότητα, τεχνολογική υπεροχή, γεωπολιτική ισχύ.

Και όταν η κοινωνία οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από εξωτερικά κριτήρια επίδοσης, η κλιμάκωση γίνεται ατελείωτη. Δεν υπάρχει φυσικό σημείο επάρκειας. Υπάρχει μόνο ο επόμενος στόχος.

Η ΑΜΕΡΙΚΗ, Η ΚΙΝΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

Το σύγχρονο περιβάλλον ανταγωνισμού μεταξύ Αμερικής και Κίνας αποτελεί έκφραση αυτής της βαθύτερης ιστορικής και πολιτισμικής πραγματικότητας.

Και οι δύο λειτουργούν μέσα στο ίδιο παγκόσμιο σύστημα συγκριτικής αξιολόγησης: ΑΕΠ, τεχνολογία, βιομηχανική ικανότητα, ενεργειακή μετάβαση, κρατική αποτελεσματικότητα.

Η διαφορά είναι ότι η Κίνα εξακολουθεί να αντλεί μέρος της πολιτικής της λογικής από έναν πολιτισμό που ιστορικά έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη συνέχεια, στην αρμονία και στον μακροχρόνιο συντονισμό. Η Αμερική, αντίθετα, οργανώθηκε γύρω από την καινοτομία, την επέκταση και την ατομική κινητικότητα.

Ωστόσο, και οι δύο παραμένουν εγκλωβισμένες στο ίδιο συγκριτικό πλαίσιο. Ο ανταγωνισμός δεν αναιρεί την αλληλεξάρτηση· αντίθετα, ενσωματώνεται και λειτουργεί μέσα σε αυτήν.

ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ο Ράσελ, η ελληνική σκέψη και ο Καζαντζάκης συγκλίνουν τελικά σε μία κοινή προειδοποίηση:

Οι πολιτισμοί δεν αποσταθεροποιούνται επειδή στερούνται δύναμης. Αποσταθεροποιούνται όταν χάνουν την έννοια της επάρκειας — όταν η σοφία, η αναλογία και η αρμονία αντικαθίστανται πλήρως από εξωτερικά συστήματα αξιολόγησης.

Τότε η μέτρηση παύει να λειτουργεί ως όριο και μετατρέπεται σε μηχανισμό αδιάκοπης κλιμάκωσης.

Ωστόσο, θα ήταν απλουστευτικό να θεωρήσουμε ότι όλα τα συστήματα ενσωματώνουν αυτή τη λογική με τον ίδιο τρόπο. Η Κίνα συμμετέχει πλήρως στα παγκόσμια συστήματα σύγκρισης, αλλά δεν ταυτίζει αναγκαστικά τη σύγκριση με την ύστατη αρχή της αξίας. Η πολιτική της παράδοση εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα στη συνέχεια, στη συνοχή και στη συστημική σταθερότητα — στοιχεία που μετριάζουν τη λογική της αδιάκοπης κλιμάκωσης.

Δεν πρόκειται, επομένως, για έξοδο από το συγκριτικό σύστημα, αλλά για διαφορετική ιεράρχηση προτεραιοτήτων εντός του.

Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο χαρακτηριστικό της εποχής μας: όχι ότι μετράμε υπερβολικά πολύ, αλλά ότι δεν γνωρίζουμε πλέον τι δεν πρέπει να μετριέται.

The post Πέρα από τη σύγκριση: Ράσελ, Καζαντζάκης, Κίνα και το ελληνικό μέτρο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.