ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ
Ο Edmund Keeley σημειώνει ότι, όταν ήρθε η ώρα να αποδοθεί στα αγγλικά το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη, το ποίημα «Πάρθεν» —δηλαδή «ελήφθη» ή «κατακτήθηκε»— έπρεπε να αποκλειστεί, διότι οι «ουσιώδεις γλωσσικές του ενασχολήσεις υπερέβαιναν τα όρια της μετάφρασης».
Από την αρχή, το ποίημα εγκαθιδρύει μια ένταση ανάμεσα σε αυτό που ο Γρηγόρης Γιουσδάνης ονομάζει «ξένο διακειμενικό υλικό» και στο ίδιο το ποίημα. Κατά τρόπο μοναδικό για τον Καβάφη, το ποίημα συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από παραθέματα ενός ποντιακού θρήνου για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η ένταση που εισάγει ο ποιητής αποτελεί σύμπτωμα μιας σύνθετης και πολυεπίπεδης σύγκρουσης ανάμεσα στον γραπτό λόγο και την προφορικότητα, η οποία λειτουργεί ως μεταφορά για τα προβλήματα που ενυπάρχουν στη διαμόρφωση μιας γλωσσικής και εθνικής ταυτότητας.
Ο αφηγητής ξεκινά υπογραμμίζοντας την ειρωνεία που αναδύεται από την αντίθεση ανάμεσα στην επιτελεστική προφορική παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και στην πράξη της ανάγνωσης μιας έντυπης, άρα στατικής και κωδικοποιημένης, συλλογής τέτοιων στίχων:
«Αυτές τις μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά, δικά μας, γραικικά».
Καθοριστική είναι η χρήση του όρου «δικά μας», με τον οποίο ο αφηγητής ιδιοποιείται το είδος των δημοτικών τραγουδιών ως ανήκον σε μια κοινότητα ομοίων ή συγγενών. Για να δηλώσει το «ελληνικό», χρησιμοποιεί τον όρο «γραικικά», έναν όρο φορτισμένο, που, όπως είναι γνωστό, χρησιμοποίησε και ο Αθανάσιος Διάκος λίγο πριν από τον θάνατό του για να δηλώσει την ταυτότητά του.
Η επιλογή αυτή είναι σημασιολογικά πυκνή. Ο αφηγητής αποφεύγει τον όρο «ελληνικά», με τις συνδηλώσεις του αρχαίου κόσμου και της κλασικής παράδοσης, όπως και τον όρο «ρωμέικα», με τις βυζαντινές του αναφορές. Αντιθέτως, περιορίζει συνειδητά το πεδίο αναφοράς της ταυτότητας σε κάτι που παραπέμπει στον νεότερο ελληνισμό, αυτόν που αναδύθηκε μετά την Επανάσταση.
Η έμφαση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση όταν ο αφηγητής διευκρινίζει ποια τραγούδια διαβάζει:
«Διάβασα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης».
Ακολουθεί μια απόδοση, εν μέρει μέσω άμεσων παραθεμάτων και εν μέρει μέσω παράφρασης, ενός από τους πιο γνωστούς θρήνους για την Άλωση. Η χρήση και η εγκατάλειψη των εισαγωγικών δείχνει πόσο βαθιά έχει αφομοιώσει ο αφηγητής το υλικό αυτό, το οποίο αποδίδεται σε ιδίωμα κοντινό στη νεοελληνική και θεωρείται πλέον δικό του. Ιδίως, ανακαλεί τη σκηνή όπου μια θεϊκή φωνή διατάσσει τους ιερείς να παύσουν:
«Πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα Βαγγέλια.
Πήραν την Πόλην, πήραν την, πήραν τη Σαλονίκη».
Εδώ, η ένταση ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο αίρεται μέσω μιας θεϊκής προφορικής εντολής. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποίημα γράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η διαμάχη για τη γλώσσα, ανάμεσα στην καθαρεύουσα και τη δημοτική, βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.
Ο αφηγητής εντείνει την ένταση αυτή εισάγοντας ένα ακόμη γλωσσικό στοιχείο: την ποντιακή διάλεκτο. Με τον τρόπο αυτό, αντιπαραβάλλει τον ποντιακό θρήνο για την Άλωση με τα «δικά μας» «γραικικά» τραγούδια, αποδίδοντάς του μάλιστα μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη:
«Όμως εκείνο που με άγγιξε πιο πολύ
ήταν το άσμα το Τραπεζούντιο με την παράξενή του γλώσσα
και με τη λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν πως θα σωθούμε ακόμη».Η πρωτοτυπία του Καβάφη έγκειται, μεταξύ άλλων, στην ιδιότυπη χρήση λέξεων και μοτίβων από όλο το διαχρονικό φάσμα της ελληνικής γλώσσας. Η θέση του ως ποιητή εκτός Ελλάδας, σε μια κοινότητα αποδήμων, καθώς και η ιστορική συγκυρία κατά την οποία η Ελλάδα επιχειρούσε να συγκροτήσει νέα γλώσσα και νέα κοινωνία, καθορίζουν τις επιλογές του.
Η παραδοχή του αφηγητή ότι το ποντιακό άσμα τον συγκινεί βαθύτερα πρέπει να ιδωθεί υπό αυτό το πρίσμα. Αν και η γλώσσα της Τραπεζούντας χαρακτηρίζεται «παράξενη», οι ομιλητές της παραμένουν «Γραικοί». Η δήλωση αυτή υπογραμμίζει ότι η ελληνική εμπειρία δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν στενό ορισμό, αλλά είναι ποικιλόμορφη και πολυδιάστατη.
Ωστόσο, η χρήση του όρου «Γραικοί» για τους Ποντίους έχει μια επιπλέον ειρωνική διάσταση, καθώς οι ίδιοι δεν αυτοπροσδιορίζονταν έτσι. Σε άλλον ποντιακό θρήνο για την Άλωση διαβάζουμε:
«Την Πόλην όντας όριζεν ο Έλλεν Κωνσταντίνον
είχεν πορτάρους δίκλωπους, αφέντες φοβετσιάρους,
εκείνος είχεν σύνοδον Ρωμαίους δωδεκάραν».
Γιατί, λοιπόν, ο αφηγητής αποφεύγει τους όρους «Έλλεν» και «Ρωμαίοι», που αντανακλούν την ποντιακή αυτοαντίληψη; Μήπως, στην προσπάθειά του να εντάξει αυτές τις περιφερειακές εκφάνσεις του ελληνισμού σε ένα εθνικό σύνολο, προβαίνει σε μια μορφή πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, επιβάλλοντας μια εξωτερική ταυτότητα;
Η στάση του αφηγητή αποκαλύπτει μια ανάγκη διαμεσολάβησης. Ακόμη και όταν προβάλλει την εγγύτητα της ποντιακής παράδοσης, παρεμβάλλει σχόλια για να την καταστήσει κατανοητή σε ένα «κεντρικό» κοινό.
Σε αυτό το σημείο, η ένταση ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο επανεμφανίζεται με νέα μορφή. Στον «κεντρικό» θρήνο, ο προφορικός λόγος απαγορεύει την ανάγνωση. Στον ποντιακό, ένα πουλί φέρνει γραπτή είδηση της καταστροφής, ενώ οι μορφωμένοι ιεράρχες αδυνατούν ή αρνούνται να τη διαβάσουν. Το έργο αυτό αναλαμβάνει ο Γιαννίκας, ο γιος της χήρας, ο κοινωνικά κατώτερος, ο οποίος, διαβάζοντας το μήνυμα, καταρρέει και θρηνεί:
«Μα αλίμονο, μοιραίον πουλίν
από την Πόλη έρτε
μες σο φτερούλιν’ αθ εν’ χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ σην άμπελον κονεύ μηδέ σο περιβόλιν
επήεν και εκόνεψεν σου κυπαρίσσ’ τη ρίζαν.
Οι αρχιερείς δε δύνανται ή δε θέλουν να το διαβάσουν.
Σέρας υιός γενήκασεν αυτός που το παίρνει το χαρτί
και το διαβάζει κι όλο φύρεται.
Σίτα αναγνώθ’, σίτα να κλαίει,
σίτα να κρούει την κάρδιαν.
Να αλί εμάς, να βάι εμάς,
η Ρωμανία πάρθεν».
Ο Γιώργος Σεφέρης έχει επισημάνει ότι ο κόσμος του Καβάφη κινείται σε μεταιχμιακές ζώνες, σε σύνορα τόπων, εποχών και ταυτοτήτων. Πρόκειται για έναν περιθωριακό χώρο συγχωνεύσεων και μεταβάσεων, όπου ακόμη και η γλώσσα είναι κράμα.
Το ποίημα γράφεται το 1921, σε μια στιγμή που η Μεγάλη Ιδέα φαινόταν εφικτή. Οι Έλληνες καλούνταν να αντιμετωπίσουν τα όρια της ταυτότητάς τους και τις αντιφάσεις της. Το «Πάρθεν» αναδεικνύει ακριβώς αυτές τις δυσκολίες.
Η οξυδέρκεια του Καβάφη αποδεικνύεται προφητική. Οι στίχοι: «και με τη λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν πως θα σωθούμε ακόμη», συνδέονται με την καταληκτική φράση «η Ρωμανία πάρθεν».
Οι Πόντιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως μέρος της Ρωμανίας, της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι, όπως οι Τραπεζούντιοι ήλπιζαν μάταια μετά την Άλωση της Πόλης, έτσι και οι ίδιοι δεν θα διασωθούν από την επερχόμενη καταστροφή.
Υπό αυτό το πρίσμα, το τέλος του ποιήματος είναι τραγικό και προφητικό. Προοιωνίζεται το τέλος της Ρωμανίας, την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας και την τραγωδία ενός λαού που θα υποστεί διωγμούς και ξεριζωμό.
Ο Καβάφης δεν θα μπορούσε να προβλέψει την εμφάνιση δυναμικών ποντιακών κοινοτήτων στην Αυστραλία. Ωστόσο, η εμπειρία τους παρουσιάζει αναλογίες με εκείνη των προγόνων τους. Συχνά βρίσκονται στο περιθώριο της ελληνοαυστραλιανής αφήγησης και, μέσα σε ένα πλαίσιο πολυπολιτισμικότητας που ευνοεί την αφομοίωση, ελπίζουν ότι η δική τους «Ρωμανία», η ανασυγκρότηση της μνήμης και του πολιτισμού τους, δεν θα «παρθεί».
Υπό αυτή την έννοια, το «Πάρθεν» παραμένει επίκαιρο, όχι μόνο ως ποιητικό κείμενο, αλλά και ως στοχασμός πάνω στη γλώσσα, την ταυτότητα και την εύθραυστη μοίρα των περιφερειακών μορφών του Ελληνισμού.
The post Πάρθεν appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.