
Με εμφανή προσπάθεια να ανακτήσει το πολιτικό momentum και να συσπειρώσει μια κομματική βάση που δείχνει σημάδια κόπωσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε από το βήμα του 16ου Συνεδρίου της ΝΔ να δώσει χαρακτήρα πολιτικής επανεκκίνησης στην έναρξη της προεκλογικής πορείας προς το 2027.
Πίσω από τις αναφορές στην «Ελλάδα του 2030», τα κυβερνητικά επιτεύγματα και την ανάγκη σταθερότητας, η ομιλία του πρωθυπουργού έκρυβε μια σαφή παραδοχή: η κυβερνητική φθορά είναι υπαρκτή και το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι τμήματα της παραδοσιακής γαλάζιας βάσης είτε απομακρύνονται είτε παραμένουν πολιτικά παγωμένα.
Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης απευθύνθηκε ευθέως «σε όσους έχουν απομακρυνθεί», λέγοντας πως «τώρα είναι η ώρα της συστράτευσης», ενώ αναγνώρισε ότι πολλοί πολίτες «μπορεί σήμερα να κρατούν αποστάσεις». Η αποστροφή του ότι «δεν έχω την απαίτηση να μην θυμώνουν ούτε να μας δώσουν λευκή επιταγή» αποτύπωσε την αγωνία επανασύνδεσης με ένα ακροατήριο που πιέζεται από την ακρίβεια, τα ενοίκια και τη συνολική φθορά της επταετούς διακυβέρνησης.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να εμφανιστεί ως ο μοναδικός εγγυητής πολιτικής σταθερότητας σε ένα διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας, επαναφέροντας το δίλημμα της διακυβέρνησης απέναντι σε μια -όπως τη χαρακτήρισε- «ανέτοιμη και τοξική αντιπολίτευση».
«Το δίλημμα δεν είναι “Μητσοτάκης ή χάος”. Είναι “Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης”, “Μητσοτάκης ή Τσίπρας”, “Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου”», είπε χαρακτηριστικά, σε μια αποστροφή που έδειξε ότι η κυβέρνηση θέλει από τώρα να μετατρέψει τις επόμενες εκλογές σε μάχη προσώπων και πολιτικής αξιοπιστίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέμεινε ιδιαίτερα στο αφήγημα της «συνέπειας», επαναλαμβάνοντας διαρκώς το σύνθημα «το είπαμε, το κάναμε», επιχειρώντας να πείσει ότι η κυβέρνηση παραμένει αποτελεσματική παρά τη φθορά.
Στο μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του παρουσίασε έναν εκτενή απολογισμό της επταετίας: από τη μείωση της ανεργίας και την επενδυτική βαθμίδα μέχρι τα Rafale, το gov.gr, τις μεταρρυθμίσεις στην Υγεία, τα μη κρατικά πανεπιστήμια και τη συνταγματική αναθεώρηση που σχεδιάζει η κυβέρνηση.
Ωστόσο, παρά την προσπάθεια να δοθεί τόνος αυτοπεποίθησης, η ομιλία περιείχε και αρκετές παραδοχές αδυναμιών. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε «αστοχίες και λάθη», στην ακρίβεια που «ροκανίζει το εισόδημα», στις καθυστερήσεις του Δημοσίου, στα προβλήματα στη Δικαιοσύνη, στην ανάγκη «ανάταξης» των σιδηροδρόμων αλλά και στη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς.
«Κι εγώ ενοχλούμαι πολλές φορές», είπε χαρακτηριστικά, παραδεχόμενος καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων και μεταρρυθμίσεων.
Στο εσωκομματικό πεδίο, η επαναλαμβανόμενη αναφορά στην «ενότητα», στη «συστράτευση» και στο ότι «κανείς δεν περισσεύει» ερμηνεύτηκε από αρκετά στελέχη ως μήνυμα προς όσους ασκούν κριτική στο εσωτερικό της ΝΔ ή κρατούν αποστάσεις από το κυβερνητικό κέντρο.
«Η μάχη θα είναι σκληρή», προειδοποίησε ο πρωθυπουργός, ανεβάζοντας τους τόνους απέναντι στην αντιπολίτευση, την οποία κατηγόρησε για «ψέμα», «τοξικότητα» και πολιτική ανεπάρκεια.
Ιδιαίτερα επιθετικός εμφανίστηκε και απέναντι σε όσους μιλούν για «κουρασμένη κυβέρνηση», απαντώντας πως «εκείνοι δεν έχουν κουραστεί να χάνουν τόσα χρόνια».
Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της ομιλίας ήταν σαφές: η ΝΔ μπαίνει ουσιαστικά από τώρα σε προεκλογική τροχιά, με στόχο όχι μόνο να διατηρήσει την πρωτιά αλλά κυρίως να αποτρέψει διαρροές και αποσυσπείρωση που θα μπορούσαν να δυσκολέψουν τον στόχο της τρίτης τετραετίας.
Και μπορεί το συνέδριο να στήθηκε ως επίδειξη κομματικής ισχύος και κυριαρχίας, όμως πίσω από τις γαλάζιες σημαίες και τα συνθήματα, η ομιλία Μητσοτάκη έδειξε κάτι πιο ουσιαστικό: ότι το κυβερνητικό στρατόπεδο γνωρίζει πως το 2027 δεν θα θυμίζει ούτε το 2019 ούτε το 2023.