H ανεργία στην Αυστραλία ενισχύθηκε από το 4,3% τον Μάρτιο στο 4,5% τον Απρίλιο, με περισσότερες γυναίκες να μένουν εκτός αγοράς εργασίας.
Τα άσχημα νέα για τους εργαζόμενους ωστόσο, αποτελούν «καλά» νέα για την Αποθεματική Τράπεζα (RBA) -και ενδεχομένως τα επιτόκια- καθώς δείχνουν επιβράδυνση της οικονομίας, άρα πιθανή υποχώρηση των πληθωριστικών πιέσεων.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ABS) το εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 4,5% τον Απρίλιο.
«Ο αριθμός των απασχολουμένων μειώθηκε κατά 19.000 τον Απρίλιο, ενώ ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 33.000», ανέφερε ο Sean Crick, επικεφαλής των Στατιστικών Εργασίας της ABS.
Παράλληλα, ο αριθμός των ανέργων που αναζητούν εργασία πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε κατά 11.000, ενώ των ανέργων που αναζητούν εργασία μερικής απασχόλησης αυξήθηκε κατά 22.000.
«Σε σύγκριση με τα συνήθη δεδομένα του Απριλίου, περισσότεροι άνθρωποι παρέμειναν άνεργοι αυτόν τον μήνα», επισήμανε ο κ. Crick.
«Τόσο η απασχόληση πλήρους όσο και η απασχόληση μερικής απασχόλησης μειώθηκαν, κατά 11.000 και 8.000 άτομα αντίστοιχα».
Η πτώση της απασχόλησης των γυναικών οδήγησε στη συνολική μείωση, με την πλήρη να μειώνεται κατά 19.000 άτομα και τη μερική κατά 13.000 άτομα.
«Αυτή είναι η πρώτη πτώση της απασχόλησης των γυναικών από τον Αύγουστο του 2025», είπε ο κ. Crick.
Η απασχόληση των ανδρών αυξήθηκε κατά 8.000 άτομα για την πλήρη και κατά 5.000 για τη μερική.
Το ποσοστό υποαπασχόλησης μειώθηκε κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες στο 5,8% τον Απρίλιο.
Σύμφωνα με τον κ. Crick, «παρά τη μείωση της απασχόλησης αυτόν τον μήνα, οι ώρες εργασίας αυξήθηκαν κατά 15,8 εκατομμύρια ώρες».
«Αυτό σημαίνει ότι οι ώρες εργασίας ανά άτομο αυξήθηκαν κατά 0,9% τον Απρίλιο».
Οι οικονομολόγοι εκτιμούσαν ότι το ποσοστό ανεργίας θα παρέμενε στο 4,3%, με αύξηση της απασχόλησης κατά 15.000 θέσεις εργασίας τον Απρίλιο.
Η RBA είχε προβλέψει νωρίτερα τον Μάιο ότι τη ανεργία θα κυμανθεί κατά μέσο όρο στο 4,2% το τρίμηνο του Ιουνίου.
Η άνοδος στο 4,5% «θα ‘ελαφρύνει’ κάπως την ΡΒΑ, καθώς η ζήτηση στην οικονομία αρχίζει να μειώνεται», δήλωσε στο ABC σχολιάζοντας τα νέα στοιχεία ο επικεφαλής οικονομολόγος της BDO, Anders Magnusson.
«Ενώ η πτώση της απασχόλησης προσφέρει κάποια ‘ανακούφιση’, η αύξηση των ωρών εργασίας υποδηλώνει μια πιο λεπτή εικόνα, όπου η αγορά εργασίας δεν ‘κρυώνει’ τόσο γρήγορα όσο υποδηλώνουν τα γενικά στοιχεία».
«Με τον πληθωρισμό να αυξάνεται και το κόστος των καυσίμων να επιτείνει τις πιέσεις στο κόστος των επιχειρήσεων και του βιοτικού επιπέδου, η εμπιστοσύνη στις προσλήψεις είναι κατανοητά περιορισμένη καθώς πλησιάζουμε στους τελευταίους μήνες του οικονομικού έτους», ανέφερε ο επικεφαλής οικονομολόγος της SEEK, Blair Chapman.
Ο υπουργός Οικονομικών, Jim Chalmers, δήλωσε ότι «το να βρίσκεται η ανεργία στα μέσα του 4%, μέσα σε όλη αυτή την παγκόσμια οικονομική αστάθεια και στο πλαίσιο των αυξήσεων επιτοκίων που επηρεάζουν την οικονομία μας, δείχνει ότι η αγορά εργασίας μας παραμένει μια πολύ σημαντική πηγή δύναμης».
Όταν ρωτήθηκε αν πιστεύει ότι η αύξηση της ανεργίας θα οδηγήσει στο να «παγώσουν» οι αυξήσεις επιτοκίων, είπε ότι δεν πρόκειται αυτός να δώσει «συμβουλές» στην ανεξάρτητη RBA.
«Προφανώς θα λάβουν αυτό το στοιχείο υπόψη στην απόφαση που θα πάρουν στην επόμενη ευκαιρία. Θα συνυπολογίσουν όλη την παγκόσμια αβεβαιότητα και όλες τις εγχώριες συνθήκες επίσης, συμπεριλαμβανομένου και του ποσοστού ανεργίας».
«Είδα ότι οι προσδοκίες της αγοράς άλλαξαν κάπως μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για το εργατικό δυναμικό, αλλά δεν θέλω να μπω σε συνεχή σχολιασμό των σκέψεών τους. Περιμέναμε ότι η ανεργία θα αυξανόταν λίγο».
«ΑΝΑΣΤΟΛΗ» ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
Στο μεταξύ, όπως ανέφερε το AAP, οι επίδοξοι ιδιοκτήτες ακινήτων αναστέλλουν τις αγορές καθώς το κόστος ζωής συνεχίζει να αυξάνεται, με προειδοποιήσεις ότι η ζήτηση αναμένεται να μειωθεί ακόμη περισσότερο.
Οι δεσμεύσεις στεγαστικών δανείων μειώθηκαν κατά 6,2% το τρίμηνο του Μαρτίου, σύμφωνα με ανάλυση της εταιρείας Cotality και νέα στοιχεία της ABS.
Τα δάνεια προς επενδυτές στην Περιοχή της Πρωτεύουσας μειώθηκαν κατά σχεδόν 17% το τελευταίο τρίμηνο, σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο του 5,3%.
Στη Νέα Νότια Ουαλία τα δάνεια προς επενδυτές μειώθηκαν κατά 6,3%, ενώ η Νότια Αυστραλία και η Τασμανία σημείωσαν αύξηση 4,7% και 8,8% αντίστοιχα.
Παρά ταύτα, οι επενδυτές αντιπροσώπευαν πάνω από το 40% της αξίας των δανείων σε ολόκληρη τη χώρα.
Το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας συγκεντρώθηκε στις πρωτεύουσες.
Η RBA υπενθυμίζεται αύξησε το επιτόκιο δύο φορές το τρίμηνο του Μαρτίου στο 4,1%, μειώνοντας την εμπιστοσύνη των αγοραστών.
Στην τελευταία συνεδρίαση της τράπεζας τον Μάιο, το επιτόκιο αυξήθηκε ξανά στο 4,35%.
Η έκθεση της Cotality ανέφερε ότι η τρίτη αύξηση θα μπορούσε να επιδεινώσει την ύφεση στον τομέα.
«Η ζήτηση είναι πιθανό να μειωθεί περαιτέρω, καθώς δεν έχει γίνει ακόμη αισθητή η πλήρης επίδραση της αυστηροποίησης των επιτοκίων, ιδίως της αύξησης του Μαΐου. Υπάρχει αυτή η πιθανότητα», ανέφερε.
«Σε εθνικό επίπεδο, η αγορά κατοικιών βρίσκεται ήδη στο χείλος μιας ύφεσης, με τις τιμές των κατοικιών να συρρικνώνονται ήδη στο Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη, ενώ η ανάπτυξη επιβραδύνεται στις μεσαίες πρωτεύουσες».
Τα δάνεια για την αγορά πρώτης κατοικίας μειώθηκαν επίσης σε όλες τις δικαιοδοσίες εκτός από την Περιοχή της Πρωτεύουσας και αναμένεται να μειωθούν περαιτέρω.
Σε εθνικό επίπεδο, το ύψος των δανείων για την αγορά πρώτης κατοικίας μειώθηκε κατά 4,3% για το τρίμηνο, με τη Νέα Νότια Ουαλία να σημειώνει πτώση 4,1% και τη Βικτώρια 4,5% για την ίδια περίοδο.
Η μεγαλύτερη πτώση σημειώθηκε στη Βόρεια Περιοχή (-20,6%).
«Η Βικτώρια συνεχίζει να ηγείται της δανειοδότησης για την αγορά πρώτης κατοικίας ως ποσοστό του συνόλου, με το σχετικό πλεονέκτημα της Μελβούρνης όσον αφορά την οικονομική προσιτότητα σε σχέση με άλλες πόλεις, καθώς και τις φορολογικές ρυθμίσεις που αποθαρρύνουν τους επενδυτές, να συμβάλλουν σε αυτή την τάση», επισήμανε η Cotality.
Σε κάθε περίπτωση εμπιστοσύνη των καταναλωτών έχει καταρρεύσει από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, λόγω της αύξησης του κόστους των υλικών και των διακυμάνσεων της χρηματιστηριακής αγοράς.
Οι αξίες των ακινήτων στις περισσότερες πρωτεύουσες πάντως αυξήθηκαν το τρίμηνο του Μαρτίου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Cotality.
Το Περθ ηγήθηκε με άνοδο 6,8%, ακολουθούμενο από το Μπρίσμπαν με 4,7%. Το Σίδνεϊ και η Μελβούρνη ήταν οι μόνες πόλεις που σημείωσαν πτώση στις τιμές, κατά 0,9% και 1,5% αντίστοιχα.
Η ανησυχία για τις αλλαγές στο negative gearing και την έκπτωση φόρου υπεραξίας κεφαλαίου (CGT) στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό είναι επίσης πιθανό να κάνει τους αγοραστές πιο διστακτικούς.
The post Σημάδια «επιβράδυνσης» της αυστραλιανής οικονομίας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.