ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ
Η επικείμενη κινηματογραφική «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε τμήματα της ελληνικής διασποράς, πολύ πριν ακόμη προβληθεί. Οι συνήθεις κατηγορίες επανέρχονται με προβλέψιμη κανονικότητα: ελάχιστοι Έλληνες ηθοποιοί, αμερικανικές προφορές, ακόμη μία περίπτωση κατά την οποία το Χόλιγουντ εκμεταλλεύεται τον ελληνικό πολιτισμό, αποκλείοντας τους ίδιους τους Έλληνες από ουσιαστική συμμετοχή. Πίσω όμως από την αγανάκτηση κρύβεται κάτι βαθύτερο και περισσότερο αποκαλυπτικό: η αμηχανία μπροστά στη μετατροπή ενός από τα θεμελιώδη κείμενα του παγκόσμιου πολιτισμού σε παγκόσμιο θέαμα, μέσα στο οποίο οι σύγχρονοι Έλληνες μοιάζουν απόντες.
Η συζήτηση παρουσιάζεται συχνά ως ζήτημα «εκπροσώπησης». Αν το Χόλιγουντ επιμένει ότι η πολιτισμική αυθεντικότητα και η συμπερίληψη έχουν σημασία, γιατί αυτό δεν ισχύει και για τους Έλληνες; Το επιχείρημα ακούγεται εύλογο, μέχρι τη στιγμή που εξετάζει κανείς σοβαρά τι ακριβώς σημαίνει «ελληνικότητα» στην περίπτωση του Ομήρου.
Ο ομηρικός κόσμος προϋπάρχει κατά πολλούς αιώνες της εμφάνισης του σύγχρονου έθνους-κράτους. Οι ταυτότητες των επών είναι φυλετικές, τοπικές, αριστοκρατικές και ρευστές, με τρόπους εντελώς ξένους προς τις σύγχρονες αντιλήψεις περί εθνότητας. Η απαίτηση να αντιστοιχηθούν μηχανικά οι σημερινές εθνοτικές κατηγορίες με έναν κόσμο της ύστερης Εποχής του Χαλκού κινδυνεύει να επιβάλει στον Όμηρο λογικές του 19ου αιώνα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η επιλεκτικότητα ορισμένων αντιδράσεων. Για δεκαετίες, το Χόλιγουντ γέμιζε την αρχαιότητα με ξανθούς, Βορειοευρωπαίους ηθοποιούς, που ελάχιστη σχέση είχαν με τη μεσογειακή πραγματικότητα. Τότε οι διαμαρτυρίες ήταν περιορισμένες. Η οργή φαίνεται να εντείνεται κυρίως όταν η απόκλιση από το στερεότυπο αφορά μαύρους ηθοποιούς. Έτσι, πίσω από τη ρητορική περί «ιστορικής αυθεντικότητας» διακρίνεται συχνά μια βαθύτερη φυλετική αμηχανία.
Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο ελληνικός πολιτισμός ουδέποτε αντιμετώπισε την αρχαιότητα ως ερμητικά κλειστή εθνική ιδιοκτησία. Η ελληνιστική Αλεξάνδρεια διεθνοποίησε την ελληνική παιδεία. Το Βυζάντιο διέσωσε και ταυτόχρονα μετασχημάτισε τους αρχαίους συγγραφείς. Ο Ελληνισμός επεκτάθηκε ιστορικά μέσω διάχυσης, προσαρμογής και επανερμηνείας, όχι μέσω πολιτισμικής απομόνωσης.
Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι το Χόλιγουντ λειτουργεί χωρίς αντιφάσεις. Η σύγχρονη αμερικανική βιομηχανία χρησιμοποιεί συχνά την αρχαιότητα ως όχημα για σύγχρονα ιδεολογικά μηνύματα. Η «ποικιλομορφία» εφαρμόζεται επιλεκτικά, σύμφωνα με αμερικανικές πολιτισμικές ευαισθησίες και όχι με κάποια συνεπή φιλοσοφία παγκόσμιας εκπροσώπησης. Ωστόσο, η ελληνική αντίδραση αποκαλύπτει μια ακόμη αντίφαση: πολλοί καταγγέλλουν την αμερικανική οικειοποίηση της ελληνικής κληρονομιάς, ενώ ταυτόχρονα επιζητούν μεγαλύτερη συμμετοχή ακριβώς μέσα σε αυτόν τον μηχανισμό οικειοποίησης.
Για τη διασπορά ειδικά, η αρχαιότητα λειτούργησε επί δεκαετίες ως μορφή συμβολικής νομιμοποίησης μέσα σε αγγλοσαξονικές κοινωνίες, όπου οι Έλληνες δεν θεωρούνταν πάντοτε πλήρως «δυτικοί». Η επίκληση του Σωκράτη, της δημοκρατίας και του Ομήρου αποτέλεσε τρόπο διεκδίκησης αξιοπρέπειας και πολιτισμικής αποδοχής. Γι’ αυτό και η απουσία από μια μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή βιώνεται συχνά ως μορφή συμβολικού αποκλεισμού και πολιτισμικής υποβάθμισης. Η συζήτηση γύρω από τον Νόλαν αποκαλύπτει έτσι όχι μόνο διαφωνίες περί κινηματογράφου, αλλά και βαθύτερες ανασφάλειες γύρω από τη θέση των Ελλήνων μέσα στον σύγχρονο δυτικό κόσμο.
Ίσως όμως το βαθύτερο πρόβλημα να βρίσκεται αλλού. Η νεότερη Ελλάδα κληρονόμησε την αρχαιότητα υπό εξαιρετικά παράδοξες συνθήκες. Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε σε μια εποχή όπου η ευρωπαϊκή φιλελληνική φαντασία είχε ήδη μετατρέψει την κλασική Ελλάδα σε ιδεατό πρόγονο της Δύσης. Όμως η πραγματική Ελλάδα ήταν ορθόδοξη, βαλκανική, οθωμανική και βαθιά βυζαντινή. Έτσι, η νεότερη Ελλάδα αναγκάστηκε να ταυτιστεί με μια αρχαιότητα της οποίας η κυρίαρχη ερμηνεία είχε ήδη διαμορφωθεί από ξένους.
Η αποξένωση αυτή εντάθηκε μετά την πτώση του Βυζαντίου. Η επιβίωση αντικατέστησε τη δημιουργική συνομιλία με την κλασική παράδοση, ενώ η αρχαιότητα παρέμεινε ως εκπαίδευση, κύρος και συμβολική καταγωγή, όχι όμως πάντοτε ως ζωντανή μυθολογική εμπειρία. Και εδώ ανακύπτει το δύσκολο ερώτημα: αν οι Έλληνες ενοχλούνται από τις ξένες επανερμηνείες του Ομήρου, πού βρίσκονται οι ελληνικές επανερμηνείες;
Ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος σπάνια τολμά να συνομιλήσει δημιουργικά με την αρχαιότητα ή ακόμη και με ευρύτερους μυθολογικούς κόσμους. Περιστρέφεται κυρίως γύρω από πολιτικό τραύμα, κοινωνικό ρεαλισμό και ιστορική μελαγχολία. Σπανίως επιχειρεί να αγγίξει την επική φαντασία, τη μεταφυσική φιλοδοξία ή τη μεγάλη μυθολογική αφήγηση. Η μεταπολεμική ελληνική κινηματογραφία διαμορφώθηκε μέσα σε εμπειρίες καταστροφής, εμφυλίου, δικτατορίας και συλλογικής απογοήτευσης. Συνεπώς, η καχυποψία απέναντι στη μεγαλόπνοη μυθοπλασία δεν υπήρξε τόσο ένδειξη πολιτισμικής αδυναμίας όσο προϊόν μιας εντελώς διαφορετικής ιστορικής και καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας.
Αντιθέτως, η Δύση προσέγγισε την αρχαιότητα με αδιάκοπη φαντασιακή ελευθερία. Η Αναγέννηση την αισθητικοποίησε, η βικτωριανή εποχή την αυτοκρατοροποίησε και η Αμερική τη μετέτρεψε σε θέαμα. Ο Σαίξπηρ ξαναέγραψε τον Πλούταρχο χωρίς άγχος «πιστότητας», ενώ ο Τζόις μετέτρεψε τον Οδυσσέα σε περιπλανώμενο Δουβλινέζο. Άλλωστε, δεν πρόκειται για ιστορία με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αλλά για μύθο, και οι μύθοι επιβιώνουν ακριβώς επειδή κάθε εποχή τους επανερμηνεύει σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες και αγωνίες.
Ίσως τελικά ο Όμηρος να επιβίωσε ακριβώς επειδή έπαψε να ανήκει αποκλειστικά στους Έλληνες. Κάθε εποχή τον επανεφηύρε σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες. Και αν οι ίδιοι οι Έλληνες αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο την αρχαιότητα ως κληρονομιά προς φύλαξη, αντί ως πρώτη ύλη για νέα δημιουργία, τότε ο Όμηρος θα συνεχίσει να επανερμηνεύεται αλλού, ερήμην μας.
The post Οδύσσειοι ονειδισμοί appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.