
Η αποκάλυψη ότι ο Γρηγόρης Δημητριάδης – ένας άνθρωπος που εδώ και καιρό δεν κατέχει καμία θεσμική ή δημόσια ιδιότητα – κυκλοφορεί προστατευόμενος από μεγάλη φρουρά, προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις. Το θέμα έφεραν στη Βουλή ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νίκη καταθέτοντας δύο κοινοβουλευτικές ερωτήσεις με ευθεία και συγκεκριμένα ερωτήματα προς το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη προσωπικά, ζητώντας εξηγήσεις για τους ένστολους που απασχολούνται σε ρόλο «σεκιούριτι» ιδιωτών. Θυμίζω, άλλωστε, ότι το βιντεοληπτικό υλικό και δεκάδες φωτογραφικά ντοκουμέντα από το ΟΑΚΑ δείχνουν την πολυμελή προσωπική φρουρά του Δημητριάδη, ο οποίος είναι εκτός κυβέρνησης από το 2022 εξαιτίας του σκανδάλου των υποκλοπών και έκτοτε εμφανίζεται ως ένας δικηγόρος και «απλός στρατιώτης» της παράταξής του.
Τα δύο κόμματα ζητούν από τον Χρυσοχοΐδη να ξεκαθαρίσει τον ακριβή αριθμό των αστυνομικών, τις υπηρεσίες από τις οποίες προέρχονται, αν όντως συμμετέχουν νυν και πρώην στελέχη των ΕΚΑΜ και κυρίως, αν υπάρχει επίσημη έκθεση αξιολόγησης κινδύνου που να δικαιολογεί αυτά τα μέτρα. Μάλιστα, ο πρόεδρος της Νίκης, Δημήτρης Νατσιός, συνέδεσε ευθέως το επεισόδιο που εκτυλίχθηκε στον τελικό της Euroleague με τις συνταρακτικές αποκαλύψεις στη δίκη για τις υποκλοπές στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, καταγγέλλοντας τους ανθρώπους του Μαξίμου «που λειτουργούν πάνω από θεσμούς και κανόνες». Δεν απέφυγε και ένα πολιτικό καρφάκι: «Επειδή ξέρουμε πόσο πολύ συμπαθεί τον κ. Δημητριάδη ο κ. Χρυσοχοΐδης, θα περιμένουμε τις απαντήσεις του».
Στο προσκήνιο η αποκάλυψη των «ΝΕΩΝ»
Οι καταγγελίες για τους ΕΚΑΜίτες που συμμετέχουν στη φρουρά Δημητριάδη δεν έπεσαν ως κεραυνός εν αιθρία. Οπως είχαν αποκαλύψει «ΤΑ ΝΕΑ» πριν από έναν χρόνο, ο τότε διοικητής της ΕΚΑΜ υπέβαλε ξαφνικά την παραίτησή του από το Σώμα, για να αναλάβει επικεφαλής της προσωπικής ασφάλειας του «απλού ιδιώτη» Δημητριάδη. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο επικεφαλής της πιο εξειδικευμένης αντιτρομοκρατικής μονάδας της χώρας άφησε το καθήκον για να γίνει ο «αρχισωματοφύλακας» του πρώην ισχυρού άνδρα του Μαξίμου, είχε προκαλέσει, όπως καταλαβαίνετε, σούσουρο. Υπήρχαν, μάλιστα, πληροφορίες που έλεγαν πως δεν έφυγε μόνος, αλλά «τράβηξε» μαζί του, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (μέσω αποσπάσεων, «ειδικών αδειών» κ.λπ.) και άλλα στελέχη από την παλιά του υπηρεσία. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη απέφυγε να απαντήσει, τότε, σε αυτές τις αποκαλύψεις που επανέρχονται τώρα με τη μορφή καταγγελιών και ερωτήσεων που αφορούν, συν τοις άλλοις, τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τις δαπάνες του υπουργείου.
Μετά την ΕΥΠ, το χάος…
Στη Βουλή μεταφέρθηκε, επίσης, το θέμα που σας ανέφερα προχθές για τη διάταξη που δίνει, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα μόνιμης μετάταξης στην ΕΥΠ όσων υπηρετούν εκεί με απόσπαση. Με απλά λόγια, όσων πήγαν εκεί με πολιτική απόφαση. Η αντιπολίτευση αντέδρασε σε υψηλούς τόνους – προφανώς – κάνοντας λόγο για δημιουργία «πέμπτης φάλαγγας εντός της Υπηρεσίας». Ενώ το Μέγαρο Μαξίμου εκπροσώπησε στη Βουλή ο Ακης Σκέρτσος, προβαίνοντας σε ένα εκπληκτικό… υμνολόγιο στην ΕΥΠ και τα πεπραγμένα της. Διατύπωσε, μάλιστα, εν είδει αξιώματος, πως «δεν υπάρχει δημοκρατία, δεν υπάρχει χώρα, δεν υπάρχει ασφάλεια χωρίς την ΕΥΠ», για να λάβει από τον Θεόφιλο Ξανθόπουλο την απάντηση «και δεν υπάρχει Μητσοτάκης χωρίς την ΕΥΠ». Αντιμετώπισε δε με μεγάλο εκνευρισμό όλες τις αναφορές, ιδίως του Δημήτρη Μάντζου, στις παρακολουθήσεις και τις υποκλοπές και την άρνηση της ΕΥΠ να εφαρμόσει τις δικαστικές αποφάσεις του ΣτΕ που τη διατάσσουν να ενημερώσει τους παρακολουθούμενους. Αντί απάντησης ειρωνεύτηκε το ΠΑΣΟΚ ότι «σέρνονται πίσω από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου».
Το παρασκήνιο της αρχειοθέτησης
Στην ίδια συζήτηση, βεβαίως, δεν αποφεύχθηκαν οι αναφορές και στη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης των υποκλοπών, στην οποία κεντρικό ρόλο διαδραματίζει πλέον ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευάγγελος Μπακέλας. Το σημειώνω διότι ο Νάσος Ηλιόπουλος κατέθεσε στη Βουλή τις αποκαλύψεις του δικηγόρου των θυμάτων του Predator. Ο Ζαχαρίας Κεσσές αποκάλυψε ότι στις 24 Απριλίου είχε συναντήσει τον Μπακέλα στον Αρειο Πάγο, τον ενημέρωσε για νέα εμπιστευτικά στοιχεία, νέες μηνύσεις και «για τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα πρόσωπα». Αποκάλυψε δε ότι ο Μπακέλας «συμφώνησε ότι έπρεπε να αποφευχθεί η παραγραφή αδικημάτων, ότι υπήρχε δυνατότητα απευθείας παραπομπής σε δίκη των εννέα συνεργών των τεσσάρων ήδη καταδικασθέντων ιδιωτών χωρίς νέα διαβίβαση της δικογραφίας στον Αρειο Πάγο», ενώ «διατύπωσε άποψη ακόμη και για το ζήτημα της αυτοεξαίρεσης του Κ. Τζαβέλλα, διαβεβαιώνοντάς με ότι ανέμενε η υπόθεση να χρεωθεί σε άλλον εισαγγελικό λειτουργό του Αρείου Πάγου, κάτι που απεδείχθη αναληθές».