Νίκος Ανδρουλάκης στα «ΝΕΑ»: Χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη οι δημοκρατικοί θεσμοί αδειάζουν από περιεχόμενο

Νίκος Ανδρουλάκης πρόσωπο

«Η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή με το ΠΑΣΟΚ πρωταγωνιστή. Όχι μια απλή εναλλαγή προσώπων ή μια διαφορετική διαχείριση της ίδιας παρακμής. Αλλά αλλαγή κουλτούρας διακυβέρνησης, αλλαγή προτεραιοτήτων και αλλαγή πορείας για τη χώρα», τονίζει ο Νίκος Ανδρουλάκης σε άρθρο του στην εφημερίδα «Τα Νέα», υπό τον τίτλο: «Μαζί για την πολιτική αλλαγή».

Ολόκληρο το άρθρο:

Στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας, η δημοκρατία και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν υπήρξαν ποτέ δύο διαφορετικοί δρόμοι. Σε κάθε μεγάλη στιγμή διεκδίκησης του ελληνικού λαού, οι δρόμοι αυτοί συναντήθηκαν. Από την 3η Σεπτέμβρη του 1843 και το αίτημα για Σύνταγμα έως τη γενιά του «1-1-4» και τον αγώνα για δημοκρατική ομαλότητα, το θεμελιώδες διακύβευμα παρέμενε διαχρονικά το ίδιο: να υπάρχουν όρια στην αυθαιρεσία της εξουσίας. Γιατί χωρίς δημοκρατία και ισχυρό κράτος δικαίου δεν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη. Και χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη, οι δημοκρατικοί θεσμοί αδειάζουν από περιεχόμενο. Αυτό το μήνυμα παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ. Σήμερα στη χώρα μας επικρατεί μια βαθιά αίσθηση αδικίας και ανισότητας. Οι πολίτες το βλέπουν όταν η πρόσβαση στις ευκαιρίες εξαρτάται περισσότερο από γνωριμίες και διασυνδέσεις παρά από την αξία και την προσπάθεια.

Το βλέπουν στην ίδια τους την καθημερινότητα, που δυσκολεύει από την ακρίβεια, τα υψηλά ενοίκια, την υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και παιδείας.

Το βλέπουν, όταν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παλεύουν να επιβιώσουν σε μια αγορά όπου τα ολιγοπώλια διαθέτουν ασύγκριτα μεγαλύτερη πρόσβαση στην πολιτική εξουσία και τη χρηματοδότηση.

Οταν η νέα γενιά αισθάνεται ότι οι κόποι της δεν αρκούν για να χτίσει μια ζωή με εργασιακή ασφάλεια και προοπτική.

Και όταν η κοινωνία χάνει την εμπιστοσύνη της στους δημοκρατικούς θεσμούς, τότε η δυσπιστία διαχέεται παντού: στην οικονομία, στην πολιτική.

Γι’ αυτό το κράτος δικαίου δεν είναι μια αφηρημένη ή θεωρητική έννοια. Αντιθέτως, είναι η βεβαιότητα του πολίτη ότι προστατεύεται απέναντι στην αυθαιρεσία και ότι δεν ζει σε ένα κράτος όπου οι ισχυροί απολαμβάνουν περισσότερα προνόμια και μεγαλύτερη ασυλία.

Στα επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, αλλεπάλληλα σκάνδαλα και σοβαρά πλήγματα στο κράτος δικαίου έχουν τραυματίσει την αξιοπιστία της πολιτικής στα μάτια της κοινής γνώμης.

Στον τρόπο διαχείρισης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και ευρύτερα των ευρωπαϊκών κονδυλίων όπου δεν υπάρχει διαφάνεια, αξιοκρατία και στοχευμένη αξιοποίηση, με αποτέλεσμα η χώρα να χάνει ευκαιρίες αλλά κάποιοι ημέτεροι να ωφελούνται σκανδαλωδώς.

Στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αναφορικά με τις παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις, ανέδειξαν ένα «γαλάζιο σύστημα» πελατειακών εξυπηρετήσεων και πολιτικής προστασίας, που λειτουργούσε για χρόνια εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος και των έντιμων παραγωγών.

Στο σκάνδαλο των παράνομων παρακολουθήσεων, όπου έπαιξαν ακόμη και με τα θέματα εθνικής ασφάλειας χωρίς να λογοδοτήσουν ακόμη οι υπεύθυνοι. Οταν δεν ενδιαφέρει τον κ. Μητσοτάκη ποιοι παγίδευσαν τους αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων, δεν χρειάζεται δεύτερο επιχείρημα γιατί είναι ακατάλληλος για Πρωθυπουργός.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η κοινωνία παρακολουθεί εμβρόντητη μια κυνική απόπειρα συγκάλυψης από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που δεν διστάζει να εργαλειοποιήσει τη θεσμική λειτουργία της Βουλής, ώστε να ορθώσει τείχος ατιμωρησίας σε κυβερνητικά στελέχη που είχαν εμπλοκή.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι οι θεσμικές εκτροπές επιχειρείται να παρουσιαστούν από τον Πρωθυπουργό περίπου ως αναγκαίες εκπτώσεις στο όνομα της δήθεν «σταθερότητας».

Σαν να θεωρείται πλέον φυσιολογικό οι απευθείας αναθέσεις να είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Σαν να είναι αποδεκτό τα μείζονα σκάνδαλα να μένουν στο σκοτάδι της ατιμωρησίας.

Σαν να πρέπει η κοινωνία να συμβιβαστεί με την απαξίωση των θεσμών, μόνο και μόνο για να μη διαταράσσεται η πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας.

Ολα αυτά είναι απαράδεκτα για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου.

Δεν αξίζουν στη χώρα μας.

Δεν αξίζουν στους πολίτες της.

Οχι στο όνομά μας.

Οχι στο όνομα μιας κοινωνίας που ασφυκτιά από τις ανισότητες.

Οχι στο όνομα των ανθρώπων που βλέπουν τον μισθό τους να τελειώνει πριν περάσει ο μήνας.

Οχι στο όνομα της νέας γενιάς που αναγκάζεται να βρει προοπτική στο εξωτερικό.

Οχι στο όνομα των πολιτών που ζητούν ασφάλεια, αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη.

Δεν πρέπει να επιτρέψουμε τα αδιέξοδα, η φθορά και ο κυνισμός του συστήματος Μητσοτάκη να μετατραπούν σε αδιέξοδα για τον ελληνικό λαό και τη χώρα.

Γιατί η πραγματική σταθερότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ατιμωρησία ή την ανοχή απέναντι στην παρακμή. Δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή χώρα χωρίς ισχυρούς θεσμούς. Δεν μπορεί να υπάρξει ανθεκτική ανάπτυξη χωρίς δικαιοσύνη. Και δεν υφίσταται πραγματική δημοκρατική σταθερότητα, όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι η αλήθεια, η αξιοκρατία και η ισονομία υποχωρούν μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα.

Η αληθινή σταθερότητα χτίζεται μόνο πάνω στην εμπιστοσύνη. Οταν ο πολίτης γνωρίζει ότι η εξουσία ελέγχεται, ότι οι θεσμοί λειτουργούν ανεξάρτητα και ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω λογοδοσίας. Οταν αισθάνεται ότι το κράτος λειτουργεί υπέρ του δημόσιου συμφέροντος και όχι υπέρ αδιαφανών μηχανισμών εξουσίας.

Γι’ αυτό, σήμερα, η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή με το ΠΑΣΟΚ πρωταγωνιστή.

Οχι μια απλή εναλλαγή προσώπων ή μια διαφορετική διαχείριση της ίδιας παρακμής.

Αλλά αλλαγή κουλτούρας διακυβέρνησης, αλλαγή προτεραιοτήτων και αλλαγή πορείας για τη χώρα.

Αυτή η μάχη δεν μπορεί να δοθεί από αυτόκλητους «σωτήρες», ούτε από αναξιόπιστα και ηθικά χρεοκοπημένα συστήματα εξουσίας που αναπαράγουν τις ίδιες παθογένειες.

Μπορεί να δοθεί μόνο μαζί με την κοινωνία.

O αγώνας για το κράτος δικαίου δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια.

Είναι μάχη για την καθημερινότητα, για τον μισθό, για το κόστος ζωής, για τις ευκαιρίες της νέας γενιάς και για την ποιότητα της δημοκρατίας μας.

Είναι, τελικά, μια μάχη για τη δική μας ζωή.