ΜΕΓΑΛΗ απήχηση είχε το σχόλιό μου την περασμένη εβδομάδα για τη νέα μόδα που φαίνεται να επικρατεί σε ένα μέρος της δεύτερης και τρίτης γενιάς Ελληνοαυστραλών: κηδείες σε στενό οικογενειακό κύκλο, χωρίς ανακοινώσεις, χωρίς κόσμο και, συχνά, χωρίς τα παραδοσιακά μνημόσυνα. Το θέμα άγγιξε νεύρο. Και δεν είναι παράξενο. Γιατί μπορεί να αλλάζουν οι εποχές, αλλά ο τρόπος που αποχαιρετούμε τους ανθρώπους μας λέει πολλά για το ποιοι είμαστε.
O ΦΙΛΟΣ και λόγιος Κωνσταντίνος Καλυμνιός έσπευσε να δώσει μια πιο φιλοσοφική διάσταση στο ζήτημα, παραπέμποντας στον Καβάφη και στο περίφημο ποίημα «Κεριά». Ίσως, λέει, οι νεότερες γενιές να προτιμούν να κοιτούν μπροστά, στα «αναμμένα κεριά» του μέλλοντος, παρά πίσω, στα σβησμένα κεριά του παρελθόντος.
Το Ποίημα
Του μέλλοντος οι μέρες
στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή
κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν
καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω·
με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο
φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω
τ’ αναμμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω
να μη δω και φρίξω
τί γρήγορα που η σκοτεινή
γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που
τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.
ΟΜΟΡΦΗ σκέψη. Ποιητική. Αλλά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια.
Ο Καβάφης έγραψε να μη μένουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν. Δεν έγραψε να θάβουμε τους ανθρώπους μας σαν να πρόκειται για φορολογική δήλωση που κατατέθηκε ηλεκτρονικά και έκλεισε η υπόθεση.
Διότι κάπου εδώ αρχίζει το παράδοξο της εποχής μας.
Ζούμε σε μια κοινωνία όπου ανακοινώνουμε στο Facebook ότι αλλάξαμε χτένισμα, ανεβάζουμε δεκάδες φωτογραφίες από τον σκύλο μας, ενημερώνουμε το κοινό για το τι φάγαμε το μεσημέρι, αλλά όταν πεθαίνει ο πατέρας, η μητέρα ή ένας αγαπημένος φίλος, η πληροφορία αντιμετωπίζεται σχεδόν ως κρατικό μυστικό.
ΚΑΙ μετά από έξι μήνες ακούς τυχαία:
«Δεν το έμαθες; Πέθανε πέρυσι…»
Και μένεις να αναρωτιέσαι αν έχασες κάποιο δελτίο ειδήσεων ή αν η κηδεία έγινε υπό καθεστώς προστασίας μαρτύρων.
ΑΝΑΜΕΣΑ στα πολλά μηνύματα που έλαβα, ξεχώρισα την επιστολή της Δέσποινας Καψίλη, μιας πρώτης γενιάς μετανάστριας, η οποία περιέγραψε με συγκινητικό τρόπο την πικρία που ένιωσε όταν έμαθε εκ των υστέρων ότι μια παλιά φίλη της είχε ήδη κηδευτεί χωρίς να το γνωρίζει κανείς από τον κύκλο της.
Και έχει δίκιο να αισθάνεται έτσι. Γιατί η κηδεία δεν γίνεται μόνο για τον νεκρό. Γίνεται και για τους ζωντανούς. Είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος κλείνει τον κύκλο της επίγειας παρουσίας του και όσοι μοιράστηκαν μαζί του ένα κομμάτι ζωής έχουν την ευκαιρία να πουν ένα τελευταίο αντίο.
Το μνημόσυνο, επίσης, δεν είναι απλώς μια θρησκευτική υποχρέωση. Είναι μια υπενθύμιση ότι η μνήμη δεν έχει ημερομηνία λήξης.
Βέβαια, ακούω συχνά τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.
«Είναι προσωπική υπόθεση.»
«Δεν θέλουμε φασαρία.»
«Δεν θέλουμε κοινωνικές υποχρεώσεις.»
Σεβαστά όλα αυτά.
ΑΛΛΑ όταν μια κοινότητα αρχίζει να εξαφανίζει τις συλλογικές τελετές μνήμης, τότε δεν αλλάζει απλώς ένα έθιμο. Αλλάζει ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της.
Οι πρώτοι μετανάστες έχτισαν την παροικία πάνω στην αλληλεγγύη. Στα βαφτίσια πήγαιναν όλοι. Στους γάμους πήγαιναν όλοι. Στις κηδείες πήγαιναν όλοι. Άλλοτε από αγάπη, άλλοτε από υποχρέωση, άλλοτε επειδή έτσι λειτουργούσε η κοινότητα.
ΣΗΜΕΡΑ φαίνεται πως περνάμε στο άλλο άκρο.
Από την εποχή της υπερβολικής κοινωνικότητας, στην εποχή της πλήρους ιδιωτικοποίησης του πένθους.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα.
Αν συνεχίσουμε να αποχαιρετούμε τους ανθρώπους μας πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς κοινότητα, χωρίς μνήμη και χωρίς συλλογική συμμετοχή, μήπως τελικά δεν σβήνουν μόνο τα κεριά των νεκρών;
Μήπως σβήνουν, σιγά-σιγά, και μερικά από τα κεριά που κράτησαν ζωντανή την παροικία μας για τόσες δεκαετίες;

ΝΑ ΠΕΡΑΣOΥΜΕ όμως και σε μια θετική επισήμανση.
Μεγάλη αίσθηση έκανε η συνέντευξη που πήρε ο συνάδελφος Γιάννης Σοφιανός από τη Μαρία Αναστασάτου. Και όχι άδικα.
Στα 100 της χρόνια, η κυρία Μαρία δεν κουβαλά απλώς έναν αιώνα ζωής. Κουβαλά έναν αιώνα αγώνα, θυσιών, ξενιτιάς, απωλειών και αξιοπρέπειας. Από την ορφάνια σε ηλικία μόλις επτά ετών, τη γερμανική Κατοχή στην Κρήτη, τις σπουδές στην Αθήνα του Εμφυλίου, τα ατέλειωτα ταξίδια με το θρυλικό «Κυρήνεια», τη μετανάστευση στην Αυστραλία και την τραγική απώλεια του συζύγου της το 1973, η ζωή της θα μπορούσε να γεμίσει όχι μία αλλά πολλές ανθρώπινες διαδρομές.
Και όμως, η ίδια τα αφηγείται όλα με εκείνη τη γαλήνη που αποκτούν μόνο όσοι έχουν κοιτάξει κατάματα τις δυσκολίες και τις νίκησαν.
ΤΟ ΠΙΟ συγκινητικό, όμως, δεν ήταν μόνο η ιστορία της. Ήταν η ανταπόκριση των αναγνωστών.
Μετά τη δημοσίευση της συνέντευξης, τρία-τέσσερα εγγόνια μάς πλησίασαν σχεδόν αμέσως και μας είπαν: «Να γράψετε και την ιστορία της δικής μας γιαγιάς», ή «του δικού μας παππού». Και, προς μεγάλη μας έκπληξη, όλοι ήταν εκατό χρονών και βάλε!
Αρχίζω να πιστεύω ότι η ελληνική παροικία διαθέτει αρκετούς αιωνόβιους. Κάτι θα ξέρουν αυτοί οι άνθρωποι. Ίσως το μυστικό να είναι το ελαιόλαδο. Ίσως το χωριάτικο φαγητό. Ίσως το ότι πέρασαν τόσα πολλά στη ζωή τους που τίποτε πλέον δεν τους λυγίζει.
Όποιο κι αν είναι το μυστικό, εμείς σκοπεύουμε να συνεχίσουμε να καταγράφουμε αυτές τις πολύτιμες ιστορίες. Γιατί μαζί με τους ανθρώπους αυτούς φεύγει σιγά-σιγά και ένα μεγάλο κομμάτι της συλλογικής μνήμης του Ελληνισμού της Αυστραλίας.
Γι’ αυτό, αν γνωρίζετε κάποιον αιωνόβιο συμπάροικο, κάποιον παππού ή γιαγιά που έχει συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής και εξακολουθεί να μας εμπνέει με τις αναμνήσεις και τη σοφία του, ενημερώστε μας.
Υποσχόμαστε να μην του ζητήσουμε το μυστικό της μακροζωίας μόνο για δημοσιογραφικούς λόγους. Μπορεί να μας χρειαστεί κι εμάς…!
ΕΧΩ την αίσθηση ότι η δημοτικότητα της Pauline Hanson αυξάνεται και στις τάξεις της ελληνικής παροικίας, μάλιστα με εντυπωσιακό ρυθμό.
Και δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους βρίσκονται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Ακούω ολοένα και περισσότερους ανθρώπους που παραδοσιακά ψήφιζαν Φιλελεύθερους ή ακόμη και Εργατικούς να δηλώνουν ότι στις επόμενες εκλογές θα προτιμούσαν τη Hanson και το One Nation.
Αν όντως αυτή η τάση είναι πραγματική και όχι απλώς η εντύπωση που δημιουργούν οι συζητήσεις στα καφενεία, στα κοινωνικά δίκτυα και στα οικογενειακά τραπέζια, τότε αξίζει να αναρωτηθούμε: γιατί συμβαίνει;
ΜΗΠΩΣ πρόκειται για αντίδραση απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο; Μήπως αρκετοί ψηφοφόροι αισθάνονται ότι τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν πάψει να ακούνε τις ανησυχίες τους για το κόστος ζωής, την εγκληματικότητα, τη μετανάστευση ή την ελευθερία της έκφρασης; Ή μήπως η Hanson έχει απλώς καταφέρει να εμφανιστεί ως η μόνιμη «αντισυστημική» φωνή, παρότι βρίσκεται στην πολιτική σκηνή εδώ και δεκαετίες;
Υπάρχει βέβαια και μια ειρωνεία που δεν περνά απαρατήρητη. Πολλοί από εκείνους που σήμερα δηλώνουν θαυμαστές της Hanson είναι παιδιά ή εγγόνια μεταναστών. Δηλαδή ανθρώπων που, όταν πρωτοήρθαν στην Αυστραλία, πιθανότατα θα είχαν βρεθεί στο στόχαστρο αρκετών από τις θέσεις που κατά καιρούς εξέφραζε η ίδια για τη μετανάστευση.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ, όμως, έχει παράξενους κύκλους. Χθες ήσουν ο «νεοφερμένος», σήμερα είσαι ο «παλιός Αυστραλός» που παραπονιέται για τους νεοφερμένους. Κάπως έτσι λειτουργεί το έργο και απλώς αλλάζουν οι πρωταγωνιστές.
Εσείς τι πιστεύετε; Είναι πράγματι η Pauline Hanson πιο δημοφιλής στην ελληνική παροικία από ό,τι στο παρελθόν; Και αν ναι, πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο;
Περιμένω τα σχόλιά σας.
ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ έχουμε αργία. Είναι τα γενέθλια του βασιλιά μας. Αισιοδοξώ πως φέτος θα μου δώσουν και μένα μια τιμητική διάκριση. Δεν το αξίζω;
Καλό τριήμερο!
Η Τιτίκα σας!
Τ.Τ.

The post Και πάλι για την μόδα οι κηδείες να γίνονται “κλειστά και ξεπέτα” appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.