Μουντιάλ και πόλεμος: Tι «ενώνει» Πινοσέτ, Βιδέλα, Μουσολίνι!

Το Μουντιάλ των ΗΠΑ, Καναδά και  Μεξικού πλησιάζει. Ένθερμοι υποστηρικτές με τις παραδοσιακές ενδυμασίες των χωρών τους αναμένεται να πλημμυρίσουν τους δρόμους της Βόρειας και  Κεντρικής Αμερικής. Η προσμονή και ο ενθουσιασμός υπήρχαν πάντοτε και θα υπάρχουν κάθε φορά που διεξάγεται το Παγκόσμιο Κύπελλο. Μέσω αυτού, το φιλοθεάμον κοινό εκφράζει την αγνή και συνάμα ανιδιοτελή αγάπη του για τον βασιλιά των σπορ, το ποδόσφαιρο.

Ωστόσο, όσο σπάνιο και αν είναι, κατά καιρούς το φίλαθλο αίσθημα έχει καπηλευτεί για την εξυπηρέτηση διαφόρων πολιτικών συμφερόντων. Οι περιπτώσεις των Μουντιάλ του 1934, του ’74 και του ’78 αποτελούν τη διαστρέβλωση του ευ αγωνίζεσθαι, το σκοτεινό κεφάλαιο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Οι δικτατορίες των Μουσολίνι, Βιδέλα και Πινοσέτ σε Ιταλία, Αργεντινή και Χιλή, αντίστοιχα, παραβίασαν και κατακρεούργησαν τα ήθη και τις αξίες που πρεσβεύει ο αθλητισμός.

Η προπαγάνδα του Μουσολίνι

Ο Μπενίτο Μουσολίνι, ο αυταρχικός ηγέτης της γείτονος χώρας, μελέτησε ενδελεχώς την απήχηση του ποδοσφαίρου στον κοινό, μη διστάζοντας να την κάνει άλλο ένα όπλο στην φαρέτρα της διάδοσης του φασιστικού του καθεστώτος. Το Μουντιάλ του 1934 αποτέλεσε μία άριστα σκηνοθετημένη παράσταση, την οποία ενορχήστρωσε και διηύθυνε μαεστρικά  ο Ιταλός δικτάτωρ. 

Η άνθηση και η παγκοσμιοποίηση του ποδοσφαίρου μπορεί τότε να βρισκόταν σε πρώιμο στάδιο, αλλά εκείνος με την οξυδέρκεια που τον διακατείχε, διέκρινε την  μοναδική ευκαιρία που του παρουσιαζόταν, να αναδείξει και να διαδώσει σε όλο τον πλανήτη το έργο της απολυταρχίας του.

Το σχέδιό του να αναλάβει το Παγκόσμιο Κύπελλο γρήγορα έδρασε. Η οικοδόμηση πολλών γηπέδων και γενικά ποδοσφαιρικών  εγκαταστάσεων, άμεσα έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της Ιταλίας έναντι της έτερης διεκδικήτριας διοργανώτριας χώρας, της Σουηδίας. Ωστόσο, για την υλοποίηση των πρώτων σκελών του στόχου του, εκκρεμούσε μια συνθήκη μείζονος σημασίας. Ποια ήταν αυτή;

Η διασφάλιση της συμμετοχής των Ιταλών στην εν λόγω διοργάνωση. Τότε, ακόμη και ο οικοδεσπότης  δεν είχε εξασφαλισμένη θέση στο Μουντιάλ. Μέσω προκριματικών κέρδιζε την παρουσία του σε δύο παιχνίδια επί ίσοις όροις. Βέβαια για τους «Σκουάντρα Αντζούρα» αρκούσε μόνο ένας. Στους διπλούς αγώνες βρέθηκε απέναντι στην Εθνική Ελλάδας. Πρώτη αναμέτρηση στην Ιταλία έληξε 4-0. Το εν λόγω σκορ, όμως,  για τον Μουσολίνι κρίθηκε ανεπαρκές. 

Ήθελε να περιορίσει στο ελάχιστο τα περιθώρια ενός ενδεχόμενου λάθους. Εξαγόρασε, λοιπόν,  την τότε ΕΠΟ με 50.000 λιρέτες , για τη μη διεξαγωγή του δεύτερου αγώνα επί ελληνικού εδάφους. Η συμφωνία των δύο κρατών προκάλεσε την οργή του Τύπου εκείνης της εποχής. 

Η πεμπτουσία του βρώμικου παιχνιδιού 

Έχοντας… στρατολογήσει Αργεντινοθρεμμένους και Ουρουγουανοθρεμμένους ποδοσφαιριστές με ιταλικές ρίζες, όπως οι Ντε Μαρία, Μόντι, Γκουάιτα και Όρσι, η «Σκουάντρα Ατζούρα» του μεγάλου Τζουζέπε Μεάτσα έμοιαζε έτοιμη να σηκώσει το τρόπαιο. Βέβαια, για να συμβεί αυτό, χρειάστηκαν οι δόλιες αποφάσεις των διαιτητών, ειδικά από τα προημιτελικά και μετά.

Η επιβολή του φασισμού στην Ιταλία δεν περιορίστηκε μόνο στους ναζιστικούς χαιρετισμούς και τα λεγόμενα των παικτών, «Ιταλία, Ντούτσε». Αρχικά, ο σκόπιμος τραυματισμός του… ανίκητου Ισπανού τερματοφύλακα Ρικάρντο Θαμόρα -κάταγμα στα πλευρά- στις δύο αναμετρήσεις με την Ιβηρική χώρα στους «8», αποτέλεσε τον πρώτο απροκάλυπτο βρώμικο αγώνα που μεθόδευσε ο Μπενίτο Μουσολίνι.

YouTube thumbnail

Στη συνέχεια, στα ημιτελικά, πριν την κατάκτηση του Μουντιάλ και τη νίκη της στον τελικό απέναντι στην Τσεχοσλοβακία με 2-1, η Εθνική Ιταλίας πήρε τη νίκη εναντίον της Αυστρίας με γκολ οφσάιντ του Γκουάιτα.

Το Μουντιάλ της Ντροπής  

Το 1978 το Παγκόσμιο Κύπελλο διεξήχθη στην Αργεντινή υπό δικτατορικό καθεστώς. Πρόκειται για το πλέον αιματοβαμμένο και ανήθικο τουρνουά που έμεινε στην ιστορία ως το Μουντιάλ της Ντροπής. Η χούντα του Χόρχε Βιδέλα, όπως και του Μουσολίνι, ήθελε να εκμεταλλευτεί τη δημοφιλία του ποδοσφαίρου στο κοινό, προς όφελός της.

Η ειδοποιός διαφορά, όμως, ανάμεσα στις διοργανώσεις του 1934 και του 1978 είναι ότι στη δεύτερη ο βάρβαρος ηγέτης της Αργεντινής είχε την καθολική στήριξη, τόσο του προέδρου της FIFA, Ζοάο Χαβελάνζε, όσο και της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Χάρη σε εκείνους κάμφθηκαν όλες οι εύλογες αντιρρήσεις των συμμετεχουσών ομάδων. 

Βλέπετε, η κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα της Λατινικής Αμερικής έγινε γρήγορα γνωστή σε όλο τον κόσμο. Οι ύποπτες εξαφανίσεις ανθρώπων, οι άδειοι δρόμοι της χώρας και τα ουρλιαχτά των πολιτών της Αργεντινής από τα βασανιστήρια που τους υπέβαλλε ο Βιδέλα συγκλόνισαν την κοινή γνώμη, σηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων, η οποία εξασθενήθηκε με την αρωγή της FIFA. 

Λόγω των όσων αναφέρθηκαν, αρκετές ομοσπονδίες πίεζαν τον Χαβελάνζε να αφαιρέσει από την Αργεντινή τα δικαιώματα της διοργάνωσης και να τα αναθέσει στη Βραζιλία, απειλώντας με μποϊκοτάζ. Ωστόσο, το αυτί του ισχυρού άνδρα της διοργανώτριας αρχής δεν… ίδρωσε. Λέγεται, μάλιστα, πως εκείνος δέχθηκε ποικίλα δώρα από τον Βιδέλα για να επιμείνει στην αρχική του απόφαση.

 Ελλείψει ντροπής, ο άνδρας περί ου ο λόγος, λίγο πριν την έναρξη του τουρνουά, δήλωσε: «Επιτέλους, ο κόσμος θα δει το πραγματικό πρόσωπο της Αργεντινής». Πράγματι,  οι απανταχού φίλαθλοι το είδαν, διακρίνοντας το αδίστακτο… βλέμμα του.

Η πλεκτάνη πριν και κατά τη διάρκεια του αγώνα με το Περού

Η «Αλμπισελέστε», αποτελούμενη από σπουδαίους παίκτες εκείνης της εποχής, όπως οι Μάριο Κέμπες, Ντανιέλ Πασαρέλα, Οσβάλντο Αρντίλες, «Πάτο» Φιγιόλ, Μπερτόνι, Χούσεμαν, Ολγκίν, Ταραντίνι και Βίγια, ήταν εκ των φαβορί της διοργάνωσης. Τερμάτισε δεύτερη στον όμιλο, κερδίζοντας μία θέση για τους «8». Εκεί, οι προκριθείσες ομάδες μοιράστηκαν σε δύο γκρουπ, με τους πρώτους να παίρνουν το εισιτήριο για τον τελικό. Η Αργεντινή συναγωνιζόταν με τη Βραζιλία για την πρώτη θέση. 

Η μεταξύ τους ισοπαλία στη δεύτερη αγωνιστική και η ισοβαθμία τους θα έκριναν την πρόκριση στην τελευταία. Τότε, ήρθε στην επιφάνεια η επιθυμία των ιθυνόντων της FIFA να βοηθήσουν με τον τρόπο τους την Εθνική Αργεντινής. Όρισαν τον αγώνα της με το Περού μετά την ολοκλήρωση εκείνου της «Σελεσάο» με την Πολωνία, ώστε να γνωρίζει το αποτέλεσμα που χρειαζόταν για να παραστεί στον τελικό.

 Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, η «Αλμπισελέστε», έπειτα από τη νίκη της Βραζιλίας με 3-1 επί της Πολωνίας, έπρεπε να επικρατήσει με τέσσερα τέρματα και πάνω, καθώς η διαφορά των γκολ για τους «κιτρινομπλέ» είχε διαμορφωθεί στο 6-1, ενώ εκείνη είχε 2-0. Η Εθνική του Βιδέλα υπερκάλυψε το εν λόγω χάντικαπ, διασύροντας το Περού με το ευρύ 6-0, κερδίζοντας την πρόκριση στον μεγάλο τελικό.

YouTube thumbnail

Η εν λόγω αναμέτρηση χαρακτηρίστηκε ως στημένη, εξαιτίας της μέτριας εμφάνισης του τερματοφύλακα των ηττημένων, Ραμόν Κιρόγα, ο οποίος, να σημειωθεί, πως ήταν Αργεντινός που είχε πάρει περουβιανή υπηκοότητα.

Από εκεί και έπειτα, στον τελικό του… καυτού Μονουμεντάλ, απέναντι στην Ολλανδία, σε ένα δραματικό παιχνίδι που κρίθηκε στην παράταση, η «Αλμπισελέστε» κατέκτησε τον τίτλο, νικώντας τους «Οράνιε» με 3-1 (κ.δ. 1-1). Τα γκολ των «κυανόλευκων» πέτυχαν οι Κέμπες, σε κανονική διάρκεια και παράταση, και  Μπερτόνι, ενώ το μοναδικό τέρμα των «πορτοκαλί» σημείωσε ο Νάνινγκα. Μετά τη λήξη της αναμέτρησης ο Βιδέλα περιχαρής απένειμε το βαρύτιμο τρόπαιο στον αρχηγό της Εθνικής Αργεντινής, Ντανιέλ Πασαρέλα.

Η πιο σκοτεινή πρόκριση σε τελικά Μουντιάλ

Το συγκεκριμένο γεγονός δεν αφορά ούτε τη διεξαγωγή, ούτε τα όσα εκτυλίχθηκαν σε κάποιο Μουντιάλ. Έγκειται στην πρόκριση μιας εθνικής ομάδας σε αυτό. Ο λόγος γίνεται για την περιβόητη συμμετοχή της Χιλής στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Το λατινοαμερικάνικο κράτος  για να παρευρεθεί στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας, έπρεπε πρώτα να ξεπεράσει το εμπόδιο της Σοβιετικής Ένωσης σε διπλά παιχνίδια μπαράζ.

Ο πρώτος αγώνας ήταν προγραμματισμένος για τις 26 Σεπτεμβρίου 1973. Όλα καλά μέχρι εδώ, καμία αναστάτωση δεν υπήρχε. Ώσπου, έντεκα ημέρες πριν τον αγώνα, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ ανέτρεψε τον αρχηγό της χώρας, Σαλβαδόρ Αλιέντε, δημιουργώντας το απόλυτο χάος. Ο βίαιος δικτάτορας, έχοντας στο πλευρό του τη στήριξη των ΗΠΑ, προέβη σε αιματοκύλισμα. 

Αναλυτικότερα, αποφάσισε άμεσα να μετατρέψει το Εθνικό Στάδιο της χώρας σε τόπο βασανιστηρίων. Στο μεταξύ, η εθνική Χιλής ταξίδευε στην Ευρώπη για τον αγώνα της με τη Σοβιετική Ένωση. Η αναμέτρηση έληξε ισόπαλη, με το έπαθλο της συμμετοχής στο Μουντιάλ να κρίνεται στον δεύτερο αγώνα στο Σαντιάγο.

Ο αυταρχικός ηγέτης, θέλοντας να αποκρύψει τις πράξεις του από τους Σοβιετικούς, διέταξε τους παίκτες να μην αναφέρουν τίποτα στους δημοσιογράφους σχετικά με τα τεκταινόμενα που συνέβαιναν τότε στη Χιλή.

 Ωστόσο, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές του, οι φρικαλεότητες που διαδραματίζονταν στο κολαστήριο του Σαντιάγο γρήγορα έκαναν τον γύρο του κόσμου.  Η ομοσπονδία του κομμουνιστικού κράτους, μόλις πληροφορήθηκε όσα επικρατούσαν στην αντίπαλο χώρα, ζήτησε από τη FIFA να αλλάξει το μέρος τέλεσης του δεύτερου παιχνιδιού, την ίδια ώρα που οι γηπεδούχοι επέμεναν να μην αλλάξει ο ορισμός. Έτσι, η διοργανώτρια αρχή ανέθεσε σε ειδικούς απεσταλμένους να διερευνήσουν την κατάσταση του γηπέδου. 

Εκείνοι, πραγματοποιώντας έναν υποτυπώδη έλεγχο, ενέκριναν τη διεξαγωγή του παιχνιδιού στο εν λόγω στάδιο. Τελικά, οι Σοβιετικοί, στο άκουσμα της παράλογης ετυμηγορίας της FIFA, αρνήθηκαν να ταξιδέψουν στη Χιλή, επικαλούμενοι ανθρωπιστικούς λόγους. Ωστόσο, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται, ο αγώνας έγινε με μόνο μία ομάδα αγωνιζόμενη. 

Οι παίκτες της Χιλής, στο μισοάδειο γήπεδο του Σαντιάγο, εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο. Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη του παιχνιδιού και οι ποδοσφαιριστές της «La Roja», κάνοντας ανενόχλητοι πάσες ο ένας στον άλλο, έφτασαν στην αντίπαλη ανυπεράσπιστη εστία, πετυχαίνοντας γκολ. Ο εν λόγω αγώνας, 53 έτη μετά, θεωρείται ακόμα ως η ύστατη παρωδία και εξευτέλιση του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

YouTube thumbnail

Το Μουντιάλ αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες διοργανώσεις ολόκληρου του αθλητισμού. Η δόξα και το πάθος που εκπέμπει η εν λόγω διοργάνωση έχουν δελεάσει αρκετές φορές αυτάρεσκους και αδίστακτους ηγέτες να την κάνουν υποχείριό τους. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί πολλές φορές να έχει παραστρατήσει, αλλά ήταν, είναι και θα είναι ένα τουρνουά το οποίο ανήκει αποκλειστικά και μόνο στους φιλάθλους του.

Νικόλας Παναγόπουλος