Συμφωνία υπό αυστηρούς όρους ζητά η Ουάσιγκτον, απαντά με δυσπιστία η Τεχεράνη

Πώς καλύπτει ο διεθνής τύπος τις εξελίξεις με φόντο τις συνομιλίες Ιράν-ΗΠΑ

Το εγχείρημα τερματισμού του πολέμου ΗΠΑΙράν κυριάρχησε για μια ακόμη φορά στη διεθνή αρθρογραφία, με επίκεντρο το Στενό του Ορμούζ, όπου ο διπλός αποκλεισμός έχει παγώσει το εμπόριο και διατηρεί υψηλά τις τιμές του αργού, καθώς η Ουάσιγκτον επιδιώκει συμφωνία υπό αυστηρούς όρους και η Τεχεράνη απαντά με δυσπιστία. Παράλληλα, αναδεικνύονται η εσωτερική καταστολή στο Ιράν εν μέσω πολέμου και η αποδόμηση του περιφερειακού «δακτυλίου» επιρροής της. Στην Ασία, η στροφή της Ουάσιγκτον για την Ταϊβάν εισάγει αβεβαιότητα, ενώ η Κίνα αποτιμά τη στρατιωτική διάσταση της κρίσης στον Κόλπο. Στο ευρωπαϊκό μέτωπο, προβάλλουν η επιτάχυνση της ενταξιακής πορείας της Ουκρανίας, ο ασύμμετρος ανταγωνισμός Μόσχας–Πεκίνου–Ουάσιγκτον και μια από τις σφοδρότερες ρωσικές αεροπορικές επιθέσεις στο Κίεβο.

Ο δυτικός Τύπος

Ο Daniel R. DePetris, σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Μια συμφωνία με το Ιράν είναι ήδη αρκετά δύσκολη — το εγχείρημα του Τραμπ για τις Συμφωνίες του Αβραάμ την κάνει ακόμη δυσκολότερη» που δημοσιεύθηκε στο ms.now (MSNBC) (ημερομηνία πρόσβασης: 3 Ιουνίου), υποστηρίζει ότι ο τερματισμός του πολέμου με το Ιράν έχει αναδειχθεί στο πιο απαιτητικό εγχείρημα της δεύτερης θητείας του Τραμπ. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, αναλυτή του Defense Priorities, ΗΠΑ και Ιράν εξακολουθούν να επιδιώκουν ένα πλαίσιο που θα αντάλλασσε την επανάνοιξη του Στενού του Ορμούζ με τη λήξη του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων και μια εξηνταήμερη αναστολή των εχθροπραξιών, κατά τη διάρκεια της οποίας θα συζητείτο το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Αν και η γενική ιδέα του πλαισίου κρίνεται υγιής, οι λεπτομέρειες —ιδίως το ύψος και το χρονοδιάγραμμα αποδέσμευσης των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων— παραμένουν σημεία τριβής. Ο DePetris θεωρεί λάθος τη σύνδεση της συμφωνίας με την προσχώρηση αραβικών κρατών στις Συμφωνίες του Αβραάμ: η Μέση Ανατολή του 2026 διαφέρει ριζικά από εκείνη του 2020, καθώς ο διετής πόλεμος στη Γάζα ανέτρεψε τους υπολογισμούς εξομάλυνσης. Πρόσθετες απαιτήσεις, εκτιμά, μόνο καθυστερούν την επίτευξη εκεχειρίας.

Σε ρεπορτάζ ανάλυσης με τίτλο «Διπλός αποκλεισμός στον Κόλπο: πώς το Στενό του Ορμούζ έγινε ζώνη αναμέτρησης ΗΠΑ-Ιράν» (ημερομηνία πρόσβασης: 2 Ιουνίου), η The Guardian αποτυπώνει το αδιέξοδο που έχει διαμορφωθεί στο σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη. Η εφημερίδα περιγράφει την κατάσταση ως «διπλό αποκλεισμό»: το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό αποκλείει τους ιρανικούς λιμένες, ενώ το Ιράν εμποδίζει τη ναυσιπλοΐα στον Κόλπο, με αποτέλεσμα η εμπορική κίνηση να έχει σχεδόν παγώσει. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Τεχεράνη επανακαθόρισε το στενό σε εκτεταμένη «επιχειρησιακή ζώνη», επέβαλε διόδια άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων ανά πλοίο και έπληξε ή έστρεψε πίσω δεξαμενόπλοια, ενώ παράλληλα τοποθέτησε νάρκες. Σε αυτό το πλαίσιο, το Λονδίνο ανακοίνωσε την αποστολή πολεμικού σκάφους του Βασιλικού Ναυτικού, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και μαχητικών για τη συμμετοχή σε διεθνή αμυντική αποστολή με στόχο τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Βρετανοί αξιωματούχοι τονίζουν ότι η ανάπτυξη έχει αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα. Η ανάλυση προειδοποιεί, ωστόσο, ότι τυχόν συνοδεία εμπορικών πλοίων ενέχει τον κίνδυνο άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής με την Τεχεράνη, ενώ η αβεβαιότητα διατηρεί τις τιμές του αργού σε υψηλά επίπεδα παγκοσμίως.

Σε ρεπορτάζ με τίτλο «Μέση Ανατολή: ο Τραμπ ετοιμάζεται να λάβει την “τελική απόφασή” του για πιθανή συμφωνία με το Ιράν, αλλά για την Τεχεράνη “καμία συμφωνία δεν έχει ακόμη επιτευχθεί”» (ημερομηνία πρόσβασης: 3 Ιουνίου), το franceinfo καταγράφει την ένταση των τελευταίων μέτρων προς μια συμφωνία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τραμπ συγκάλεσε δίωρη σύσκεψη του υπουργικού συμβουλίου στον Λευκό Οίκο στις 29 Μαΐου χωρίς να καταλήξει σε άμεση απόφαση. Πριν από τη συνεδρίαση είχε θέσει στο Truth Social τους όρους του: το Ιράν να αποδεχθεί ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο, το Στενό του Ορμούζ να ανοίξει «αμέσως» και να αποναρκοθετηθεί πλήρως, ενώ το εμπλουτισμένο ουράνιο να «ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ» —με κεφαλαία γράμματα— σε συντονισμό με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας· διευκρίνισε επίσης ότι «δεν θα υπάρξει καμία ανταλλαγή χρημάτων προς το παρόν». Η Τεχεράνη αντέδρασε με δυσπιστία: πηγές που επικαλείται το πρακτορείο Fars χαρακτήρισαν τις δηλώσεις «μείγμα αλήθειας και ψεύδους», ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ Εσμαΐλ Μπαγαΐ υπογράμμισε ότι «καμία τελική συμφωνία δεν έχει συναφθεί» και υπερασπίστηκε την «ειδική κατάσταση» του στενού, ενώ ο επικεφαλής διαπραγματευτής Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ δήλωσε ότι «μόνο οι πράξεις μετρούν».

Στην εβδομαδιαία επισκόπησή του (ημερομηνία πρόσβασης: 4 Ιουνίου), το Der Spiegel εστιάζει στη νέα δυναμική γύρω από την ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς. Σύμφωνα με το άρθρο, η εκλογική ήττα του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν τον Απρίλιο αφαίρεσε από το Κρεμλίνο έναν ισχυρό μοχλό παρεμπόδισης στις Βρυξέλλες, ανοίγοντας τον δρόμο για επιτάχυνση της ενταξιακής πορείας του Κιέβου, το οποίο ζήτησε να ανοίξουν επισήμως όλες οι διαπραγματευτικές «δέσμες» (clusters) τον Ιούνιο. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν προκάλεσε πανηγυρισμούς στο Βερολίνο: ο Μερτς, επικεφαλής ενός CDU παραδοσιακά επιφυλακτικού απέναντι στη διεύρυνση, βρίσκεται σε αμηχανία. Το περιοδικό παρουσιάζει το σχέδιο ενός καθεστώτος «συνδεδεμένου μέλους», βάσει του οποίου η Ουκρανία θα συμμετείχε σταδιακά στον προϋπολογισμό της ΕΕ, θα καλυπτόταν από τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας και θα έστελνε υπουργούς στις Βρυξέλλες και ευρωβουλευτές στο Κοινοβούλιο, χωρίς όμως δικαίωμα ψήφου. Το Der Spiegel κρίνει ότι η πρόταση Μερτς εγκαινιάζει μια αναγκαία συζήτηση, αλλά προειδοποιεί ότι περιπλέκει περαιτέρω μια ήδη πολύπλοκη Ένωση και απαιτεί συντονισμό με Παρίσι, Ρώμη, Μαδρίτη και Βαρσοβία.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Η Nasrin Parvaz, σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Επέζησα από τις φυλακές του Ιράν· μην αφήσετε όσους παραμένουν εκεί να χαθούν στην ομίχλη του πολέμου» που δημοσιεύθηκε στη The New Arab την 1η Ιουνίου, προειδοποιεί ότι η Ισλαμική Δημοκρατία εκμεταλλεύεται τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ για να εντείνει την εσωτερική καταστολή. Η αρθρογράφος, ακτιβίστρια και συγγραφέας που κρατήθηκε επί οκτώ χρόνια και βασανίστηκε, υποστηρίζει ότι η διεθνής προσοχή σε επώνυμους κρατουμένους σώζει ζωές, καθώς το καθεστώς υποχωρεί όταν εκτίθεται. Επισημαίνει ότι από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, οπότε ΗΠΑ και Ισραήλ έπληξαν το Ιράν, πάνω από 4.000 άνθρωποι έχουν συλληφθεί με κατηγορίες εθνικής ασφάλειας, ενώ πληθαίνουν οι εξαφανίσεις, τα βασανιστήρια και οι αποσπάσεις «ομολογιών». Οι εκτελέσεις πολλαπλασιάζονται, καθώς ο πόλεμος προσφέρει πρόσχημα για κλιμάκωση της καταστολής. Η Parvaz ανατρέχει στις μαζικές εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων το 1988, στο τέλος του ιρανο-ιρακινού πολέμου, και φοβάται επανάληψη της ιστορίας. Καλεί τα διεθνή μέσα να κρατήσουν τον προβολέα στραμμένο στο Ιράν, ώστε όσοι αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους να μη λησμονηθούν και οι παραβιάσεις να μην αποκρύπτονται στη σκιά.

Ο Kamyar Behrang, σε ανάλυση γνώμης με τίτλο «Ο “δακτύλιος της φωτιάς” του Ιράν καταρρέει: γιατί η 7η Οκτωβρίου ήταν ο μεγαλύτερος στρατηγικός λάθος υπολογισμός της Τεχεράνης» που δημοσιεύθηκε στην The Jerusalem Post στις 2 Ιουνίου, υποστηρίζει ότι ο πόλεμος αποκάλυψε τη δομική ευθραυστότητα του ιρανικού συστήματος. Επί δεκαετίες, σημειώνει, η Τεχεράνη κρατούσε το πεδίο μάχης μακριά από τα σύνορά της, επενδύοντας σε ένα δίκτυο πολιτοφυλακών και αντιπροσώπων —Χεζμπολάχ, Χαμάς, σιιτικές οργανώσεις στο Ιράκ, Χούθι— που εξασφάλιζε στρατηγικό βάθος και αποτροπή. Μετά την 7η Οκτωβρίου, εκτιμά ο αρθρογράφος, η αρχιτεκτονική αυτή άρχισε να ραγίζει: η Χαμάς υπέστη καταστροφικές απώλειες, ενώ η Χεζμπολάχ —ο κεντρικός πυλώνας της ιρανικής επιρροής στον Λίβανο— δέχεται την εντονότερη πίεση στη σύγχρονη ιστορία της. Η οικονομική εξάρτηση του Λιβάνου από τα κράτη του Κόλπου, υπογραμμίζει, ωθεί τη Βηρυτό προς πλαίσιο οικονομικής ενσωμάτωσης αντί επαναστατικής μαχητικότητας. Ο Behrang καταλήγει ότι η Τεχεράνη ήλπιζε να παγώσει την περιφερειακή ολοκλήρωση, αλλά αντ’ αυτού επιτάχυνε τη σταδιακή αποδόμηση του ίδιου του περιφερειακού της εγχειρήματος.

Ο Τύπος της Ασίας

Ο Jesse Johnson, σε ανάλυση με τίτλο «Ο Τραμπ λέει ότι “τίποτα δεν άλλαξε” για την Ταϊβάν — όμως τα λόγια του προδίδουν μια μεγάλη μετατόπιση» που δημοσιεύθηκε στην The Japan Times (ημερομηνία πρόσβασης: 3 Ιουνίου), υποστηρίζει ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις του Αμερικανού προέδρου, η πραγματικότητα στο πεδίο μεταβάλλεται. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, σε συνέντευξή του στο Fox News μετά τη σύνοδο κορυφής με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, ο Τραμπ διερωτήθηκε αν έχει νόημα οι αμερικανικές δυνάμεις να «διανύσουν 9.500 μίλια για να πολεμήσουν», ενώ χαρακτήρισε το εκκρεμές πακέτο αμερικανικών εξοπλισμών ύψους 14 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν «ένα πολύ καλό διαπραγματευτικό χαρτί» στις συναλλαγές του με το Πεκίνο. Το άρθρο επισημαίνει ότι, αν και δεν πρόκειται για επίσημη αλλαγή της δηλωμένης αμερικανικής πολιτικής, ο Τραμπ έσπασε το προηγούμενο προειδοποιώντας ανοιχτά την Ταϊπέι να μην προχωρήσει σε κίνηση προς επίσημη ανεξαρτησία. Ο Johnson εκτιμά ότι η μετατροπή της στρατιωτικής στήριξης σε αντικείμενο παζαριού με το Πεκίνο εισάγει νέα αβεβαιότητα στον αμυντικό σχεδιασμό της Ταϊβάν και κλονίζει την αξιοπιστία των μακροχρόνιων αμερικανικών δεσμεύσεων στην Ινδο-Ειρηνική.

Σε ρεπορτάζ με τίτλο «Κινέζος εμπειρογνώμονας αποτιμά τις επιπτώσεις του αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ και την ικανότητα του Ιράν να το ελέγξει» (ημερομηνία πρόσβασης: 4 Ιουνίου), η Global Times παραθέτει την ανάλυση του Wang Yanan, αρχισυντάκτη του περιοδικού Aerospace Knowledge του Πεκίνου, για τη στρατιωτική διάσταση της κρίσης. Σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα, η επιβολή αποκλεισμού δεν είναι τεχνικά πολύπλοκη για την Τεχεράνη: εφόσον στόχος είναι απλώς το πλήγμα δεξαμενόπλοιων, ακόμη και συμβατικοί αντιπλοϊκοί πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη συνιστούν αξιόπιστη απειλή. Ο Wang προειδοποιεί ωστόσο ότι, εάν δυτικές χώρες παράσχουν ένοπλη συνοδεία σε εμπορικά πλοία, το επεισόδιο ενδέχεται να κλιμακωθεί σε στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ του Ιράν και ενός ευρύτερου δυτικού συνασπισμού. Εκτιμά ότι μια πιο βιώσιμη στρατηγική για την Τεχεράνη θα ήταν να επιδείξει ανθεκτικότητα στα πλήγματα και ικανότητα παρατεταμένων αντιποίνων· έτσι, εμποδίζοντας τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να επιτύχουν τους ταχείς, «αστραπιαίους» πολιτικούς στόχους τους, θα αύξανε την πιθανότητα μια τελική διευθέτηση να διαμορφωθεί με όρους ευνοϊκότερους για την ίδια. Η εκπρόσωπος του κινεζικού ΥΠΕΞ Μάο Νινγκ, από την πλευρά της, υπενθύμισε ότι το Στενό του Ορμούζ αποτελεί σημαντική διεθνή εμπορική οδό για αγαθά και ενέργεια.

Ο Τύπος της Ρωσίας και Ουκρανίας

Ο Ιβάν Τιμοφέγιεφ, γενικός διευθυντής του Ρωσικού Συμβουλίου Διεθνών Υποθέσεων (RIAC), σε ανάλυση με τίτλο «Σχέσεις στο τρίγωνο» που δημοσιεύθηκε στην Kommersant την 1η Ιουνίου, αποτιμά τον συσχετισμό δυνάμεων στο τρίγωνο Μόσχα–Πεκίνο–Ουάσιγκτον μετά τις επισκέψεις Πούτιν και Τραμπ στην Κίνα. Ο αρθρογράφος περιγράφει ένα σαφώς ασύμμετρο τρίγωνο: ΗΠΑ και Ρωσία βρίσκονται σε αντιπαράθεση, με νεύρο το ουκρανικό· ΗΠΑ και Κίνα συνδέονται οικονομικά αλλά αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμοι αντίπαλοι· ενώ οι σχέσεις Ρωσίας–Κίνας είναι, αντιθέτως, φιλικές, σε επίπεδο εταιρικής σχέσης «άνευ προηγουμένου». Κατά τον Τιμοφέγιεφ, η θέση του Πεκίνου είναι η πλέον ισχυρή: ενισχύει την εταιρική σχέση με τη Μόσχα χωρίς να σπεύδει σε ρήξη με την Ουάσιγκτον, την οποία θεωρεί παγιδευμένη σε «διπλή ανάσχεση» Ρωσίας και Κίνας ταυτόχρονα. Πέρα από την οικονομία —η διμερής ρωσοκινεζική εμπορική κίνηση προσέγγισε τα 250 δισ. δολάρια—, ο αναλυτής δίνει έμφαση στην κοινή διακήρυξη Ρωσίας-Κίνας για έναν πολυπολικό κόσμο, ως βήμα προς μια συστημική εναλλακτική τάξη πραγμάτων. Καταλήγει ότι Πούτιν και Τραμπ πέτυχαν τους τακτικούς τους στόχους, όμως η ίδια η διάταξη του τριγώνου παραμένει αμετάβλητη, με την Κίνα στην ευνοϊκότερη θέση.

Σε ρεπορτάζ με τίτλο «Το Κίεβο μετρά τις πληγές του μετά τη μαζική ρωσική επίθεση με πυραύλους και drones που σκότωσε τουλάχιστον 23» που δημοσιεύθηκε στην Kyiv Independent στις 2 Ιουνίου, καταγράφεται μία από τις σφοδρότερες αεροπορικές επιθέσεις του πολέμου. Σύμφωνα με την ουκρανική Αεροπορία, η Ρωσία εξαπέλυσε 73 πυραύλους και 656 μη επανδρωμένα αεροσκάφη με στόχους το Κίεβο, το Ντνίπρο, την Πολτάβα, το Χάρκιβ και τη Ζαπορίζια· οι ουκρανικές αντιαεροπορικές δυνάμεις κατέρριψαν ή εξουδετέρωσαν 40 πυραύλους και 602 drones. Το δημοσίευμα αναφέρει τουλάχιστον 22 νεκρούς και πάνω από 138 τραυματίες, ανάμεσά τους παιδιά στο Ντνίπρο, ενώ ο δήμαρχος της πόλης κήρυξε ημέρα πένθους. Σύμφωνα με την εφημερίδα, η έλλειψη συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας —εν μέρει λόγω της εξάντλησης των αμερικανικών αποθεμάτων στον πόλεμο του Ιράν— αφήνει τους αμάχους ιδιαίτερα εκτεθειμένους στους βαλλιστικούς πυραύλους. Ο Πρόεδρος Ζελένσκι ζήτησε εκ νέου ενίσχυση από ΗΠΑ και Ευρώπη, χαρακτηρίζοντας την επίθεση «ρητή δήλωση» της Μόσχας ότι τα πλήγματα θα συνεχιστούν. Παράλληλα, η εφημερίδα σημειώνει ότι, βάσει στοιχείων του φορέα DeepState, τα μηνιαία ρωσικά εδαφικά κέρδη κατέγραψαν αρνητικό πρόσημο για πρώτη φορά από το 2023.

Πηγή: ΚΥΠΕ

Το άρθρο Συμφωνία υπό αυστηρούς όρους ζητά η Ουάσιγκτον, απαντά με δυσπιστία η Τεχεράνη εμφανίστηκε πρώτα στο Cyprus Times.