«Θηλειά» η ακρίβεια για τα νοικοκυριά: Τα παραδοσιακά προϊόντα γίνονται είδη πολυτελείας

Καλάθι σούπερ μάρκετ

«Θηλειά στον λαιμό» των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει η ακρίβεια, καθώς οι διαδοχικές ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά και το αυξανόμενο κόστος στέγασης, εξανεμίζουν το εισόδημα των πολιτών από τις πρώτες ημέρες του μήνα. Οι τιμές σε κρέατα, όπως το μοσχάρι, το αρνί, το κατσίκι κα το κοτόπουλο, κινούνται σε υψηλά επίπεδα, αναγκάζοντας πολλούς καταναλωτές να περιορίζουν τις αγορές τους, ενώ η εκτόξευση των ενοικίων δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την καθημερινότητα οικογενειών και νέων που επιδιώκουν να ανεξαρτητοποιηθούν.

Την ίδια ώρα, τα σταθερά υψηλά επίπεδα που εξακολουθεί να καταγράφει ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, εντείνουν την οικονομική πίεση και την αβεβαιότητα για χιλιάδες νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5,4% τον Απρίλιο και στο 5,2% τον Μάιο, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη ανοδική πορεία του κόστους ζωής.

Ανοδική πορεία παρουσιάζουν και οι τιμές των τροφίμων, με το μοσχάρι να αυξάνεται κατά 17,6%, το αρνί και κατσίκι κατά 16,2% και τα ψάρια κατά 12,6%. Σημαντικές αυξήσεις σημειώνονται επίσης στη μαργαρίνη και τα φυτικά λίπη με 10,6%, ενώ μικρότερη αλλά σταθερή άνοδος καταγράφεται στον καφέ με 5,2% και στα λαχανικά με 4,1%. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνα του ΟΠΑ, το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν ότι μειώνουν την κατανάλωση κρέατος ανήλθε στο 45% το 2026, από 36% το 2025. Η αύξηση αυτή αποτυπώνει έντονη ανοδική τάση μέσα σε μόλις έναν χρόνο.

«Οι πολίτες κόβουν από το φαγητό, την διασκέδασή, και τις διακοπές τους»

«Υπάρχουν τεράστια προβλήματα. Η ακρίβεια είναι αυτή που δεν αφήνει τον κόσμο να πάρει μία ανάσα. Με εξαγγελίες χωρίς μέτρα, λύση στο πρόβλημα δεν θα δοθεί ποτέ» αναφέρει στο tanea.gr ο κ. Γιώργος Λεχουρίτης, πρόεδρος του ΙΝΚΑ Γενικής Ομοσπονδίας Καταναλωτών Ελλάδος, προσθέτοντας πως «οι καταναλωτές συνεχίζουν να πληρώνουν πανάκριβα τα προϊόντα, ενώ κάποιοι πλουτίζουν, και οι παραγωγοί εγκαταλείπουν την γη τους. Όταν ξέρουμε ότι η τιμή του παραγωγού είναι συγκεκριμένη και πολλαπλασιάζεται όταν φτάνει στον καταναλωτή, πρέπει η Πολιτεία να πάρει θέση. Η κυβέρνηση μας λέει ότι καλεί τα σούπερ μάρκετ να μειώσουν τις τιμές, αλλά η ίδια δεν μειώνει ούτε τον ΦΠΑ, ούτε τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης».

Ο πρόεδρος του ΙΝΚΑ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ανατιμήσεις των βασικών ειδών διατροφής, τονίζοντας πως τα «παραδοσιακά» προϊόντα που αποτελούσαν διαχρονικά οικονομικές λύσεις για τα νοικοκυριά έχουν πλέον καταστεί δυσπρόσιτα. Όπως ανέφερε, η σαρδέλα, ο γαύρος και άλλα είδη που κάποτε βρίσκονταν σταθερά στο τραπέζι των καταναλωτών με χαμηλά εισοδήματα, πωλούνται πλέον σε τιμές που ξεπερνούν τις οικονομικές αντοχές πολλών οικογενειών.

«Ο παραγωγός διαμαρτύρεται γιατί πουλάει το προϊόν του, την α’ ποιότητα ροδάκινου και νεκταρινιού, στο 1 ευρώ, και οι καταναλωτές στο σούπερ μάρκετ βρίσκουν την γ’ ποιότητα στα 3,85-4 ευρώ, ενώ στα νησιά ανεβαίνει ακόμη περισσότερο και φτάνει τα 5,50-6 ευρώ. Αυτή η διαφορά τιμής από το χωράφι στο ράφι, κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει. Επίσης, η τιμή στα κεράσια από τον παραγωγό είναι στο 1,50 ευρώ, ενώ ο καταναλωτής τα αγοράζει 5-5,50 ευρώ, το πεπόνι από τον παραγωγό είναι στα 30-50 λεπτά, και η τιμή στον καταναλωτή ανεβαίνει 1,50 ευρώ. Το ίδιο συμβαίνει και στα κρέατα που έχει φτάσει η τιμή στα 17-18 ευρώ. Δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι, γιατί αυτός που παίρνει χαμηλή σύνταξη ή χαμηλό μισθό, σίγουρα δεν τα βγάζει πέρα».

Το ίδιο συμβαίνει και στα τυροκομικά, όπου οι τιμές, όπως λέει ο κ. Λεχουρίτης, αυξήθηκαν κατά 1 ευρώ σε σχέση με πέρυσι, όπως και στα αναψυκτικά. «Εκεί που παρατηρείται μία σταθερότητα, ή μείωση τιμών είναι στα καθαριστικά και στα είδη περιποίησης. Έχει αλλάξει η καταναλωτική συμπεριφορά, γιατί ο κόσμος αναζητεί την επιβίωσή του και όχι την πολυτέλεια. Τα τελευταία χρόνια οι πολίτες κόβουν τις διακοπές, και συγκεκριμένα μόνο 1 στους 4 θα καταφέρει να πάει κάπου το 2026. Επίσης, κόβουν και από το φαγητό, αλλά και την ποιότητά του, αλλά και την διασκέδασή του».

Επτά στα δέκα νοικοκυριά τα βγάζουν πέρα με το ζόρι

Παρά τη πρόοδο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας, η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Τη διάσταση ανάμεσα στη μείωση των ανισοτήτων που σημειώνεται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα, και την υποκειμενική εμπειρία των νοικοκυριών για την επιδείνωση των ανισοτήτων αναδεικνύει η μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα».

Σύμφωνα με την μελέτη:

– Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.

– Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.

– Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.

– Οι αυτοαπασχολούμενοι αντιστοιχούν ακόμη στο 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.

– Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023, αλλά η παραοικονομία παραμένει υψηλή.

– Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.

– Πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.

– Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.

– Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ.

– Η άτυπη οικογενειακή φροντίδα εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό υποστήριξης.

– Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.

– Η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος.

– Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.

– Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί μετά το 2021.