
Το καλοκαίρι έφτασε και για πολλούς αυτό σημαίνει μπάνια, ξεκούραση, διασκέδαση και ανεμελιά. Οι εικόνες από γεμάτες παραλίες, τα νησιά που σφύζουν από ζωή και τα τραπέζια δίπλα στο κύμα συνθέτουν για ακόμη μία χρονιά το γνώριμο ελληνικό καλοκαιρινό σκηνικό. Για χιλιάδες ανθρώπους, οι επόμενοι μήνες είναι συνδεδεμένοι με την ανάγκη για μια παύση από τη δύσκολη καθημερινότητα, λίγες στιγμές χαλάρωσης και μια αίσθηση ελευθερίας από την πνιγηρή καθημερινότητα.
Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη όψη του καλοκαιριού, λιγότερο φωτεινή και συχνά αόρατη. Σε αυτή μπορούμε να συναντήσουμε τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία, την εστίαση, τον τουρισμό και τις υπηρεσίες διανομής. Ολους αυτούς, δηλαδή, για τους οποίους η θερινή περίοδος δεν συνοδεύεται από ξεκούραση αλλά από εντατικοποίηση της εργασίας, ατελείωτες βάρδιες και αυξημένη ψυχική και σωματική πίεση, εξαντλητικά ωράρια, απαιτήσεις που διαρκώς αυξάνονται και συνθήκες που συχνά ξεπερνούν τα όρια των αντοχών τους.
Σε πολλά νοσοκομεία της χώρας, για παράδειγμα, ειδικά στους δημοφιλείς προορισμούς, το ήδη επιβαρυμένο προσωπικό δουλεύει με ελλείψεις και συνεχείς υπερωρίες, προσπαθώντας να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες των καλοκαιρινών μηνών. Στην εστίαση και τον τουρισμό, η κορύφωση της σεζόν μεταφράζεται σε 10ωρα και 12ωρα χωρίς ρεπό. Αντίστοιχα, οι «ντελιβεράδες» βρίσκονται καθημερινά εκτεθειμένοι σε υψηλές θερμοκρασίες και επικίνδυνες συνθήκες. Γι’ αυτούς, που κρατούν όρθιους κρίσιμους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας το αποκαλούμενο «burnout», η επαγγελματική εξουθένωση – που τα τελευταία χρόνια απασχολεί ολοένα και περισσότερο ειδικούς και εργαζόμενους – μοιάζει πλέον να αποτελεί μια μόνιμη πραγματικότητα.
Νοσοκομεία: Συνεχείς εφημερίες, χωρίς ρεπό και άδειες
Στα δημόσια νοσοκομεία και δομές υγείας, οι καλοκαιρινοί μήνες αποτελούν διαχρονικά μία από τις πιο δύσκολες περιόδους για γιατρούς, νοσηλευτές και λοιπό προσωπικό. Οι αυξημένες ανάγκες, οι ελλείψεις προσωπικού και οι συνεχείς βάρδιες δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον εργασίας, την ώρα που πολλοί εργαζόμενοι καλούνται να αντεπεξέλθουν χωρίς επαρκή ξεκούραση και με συσσωρευμένη κόπωση από ολόκληρη τη χρονιά.
Μιλώντας στα «ΝΕΑ», ο πρόεδρος της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθηνών – Πειραιώς, Γιώργος Σιδέρης, περιγράφει μια κατάσταση που, όπως λέει, γίνεται ακόμη πιο δύσκολη το καλοκαίρι. «Πάνω στις ήδη μεγάλες ελλείψεις προσωπικού έρχονται να προστεθούν οι όποιες ολιγοήμερες άδειες και η κόπωση του προηγούμενου διαστήματος», επισημαίνει, τονίζοντας ότι οι εργαζόμενοι καλούνται να καλύψουν τμήματα με σοβαρά κενά και αυξημένες ανάγκες «με λιγότερους ανθρώπους». Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το καλοκαίρι αποκαλύπτεται ακόμα πιο καθαρά η γύμνια του Εθνικού Συστήματος Υγείας».
Ο ίδιος εξηγεί ότι η πίεση στα νοσοκομεία αυξάνεται αισθητά λόγω της τουριστικής περιόδου, ιδιαίτερα στα νησιά και στις περιοχές με αυξημένη επισκεψιμότητα. «Υπάρχει αυξημένη ανάγκη υγειονομικής κάλυψης λόγω της μετακίνησης πληθυσμού, περισσότερα ατυχήματα αλλά και ελλείψεις στις αιμοδοσίες», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι το πρόβλημα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο χωρίς να λαμβάνονται ουσιαστικά μέτρα αντιμετώπισης.
Σύμφωνα με τον Γ. Σιδέρη, προκειμένου να εξασφαλιστούν ακόμη και οι λιγοστές ημέρες άδειας, όσοι εργαζόμενοι παραμένουν στα νοσοκομεία αναγκάζονται να δουλεύουν σε εξαντλητικούς ρυθμούς. «Κάνουν συνεχόμενες βάρδιες, αλλάζουν ωράρια, κάνουν συνεχόμενες εφημερίες, ρεπό δεν δίνονται», αναφέρει, περιγράφοντας ένα περιβάλλον όπου η επαρκής ανάπαυση μοιάζει σχεδόν αδύνατη. «Δεν είναι φυσιολογικό ένας εργαζόμενος στην υγεία να τελειώνει μια δύσκολη βάρδια και να ξέρει ότι σε λίγες ώρες πρέπει να ξαναγυρίσει στο ίδιο περιβάλλον πίεσης. Αυτό είναι εργασιακή εξουθένωση», τονίζει.
Υπερεργασία
Ο πρόεδρος της ΕΙΝΑΠ μιλάει ακόμη για μια καθημερινότητα όπου η υπερεργασία έχει γίνει κανόνας. «Υπάρχουν στιγμές που λειτουργούμε μόνο από συνήθεια και εξάντληση», λέει, εξηγώντας ότι το σύστημα στηρίζεται στην προσωπική θυσία των υγειονομικών. Παράλληλα, προειδοποιεί πως όταν ένας εργαζόμενος φτάνει να λειτουργεί «μηχανικά», αυξάνεται και η πιθανότητα λάθους, με συνέπειες τόσο για τους ίδιους όσο και για τους ασθενείς.
«Ο υγειονομικός πρέπει να δείχνει ψυχραιμία, ευγένεια, ακρίβεια, προσοχή και ανθρωπιά. Οταν είσαι εξαντλημένος, δεν μπορείς να προσφέρεις αυτό που πραγματικά μπορείς», σημειώνει, επισημαίνοντας ότι η ασφάλεια των ασθενών δεν μπορεί να εξαρτάται «από το πόσο ακόμη αντέχει ένας εξουθενωμένος εργαζόμενος».
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στο ζήτημα των αδειών, υποστηρίζοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να πάρουν ούτε τις προβλεπόμενες ημέρες ξεκούρασης. «Υπάρχουν εργαζόμενοι που τους χρωστάνε πάνω από 100 ημέρες κανονικής άδειας και άλλα τόσα ρεπό», αναφέρει χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι «η άδεια δεν είναι χάρη, αλλά δικαίωμα και βασικός όρος ώστε ένας εργαζόμενος να μπορεί να κάνει τη δουλειά του με ασφάλεια και αξιοπρέπεια».
Τουρισμός: Τα ρεκόρ σπάνε, οι εργαζόμενοι λυγίζουν
Στον χώρο του τουρισμού και της εστίασης, η πίεση κορυφώνεται την περίοδο που η τουριστική κίνηση βρίσκεται στο απόγειό της. Η αυξημένη ζήτηση, οι ελλείψεις προσωπικού και τα απαιτητικά ωράρια συνθέτουν, σύμφωνα με τους εργαζόμενους του κλάδου, ένα περιβάλλον που συχνά οδηγεί σε σωματική και ψυχική εξάντληση.
Μιλώντας στα «ΝΕΑ», ο Δημήτρης Παπαντζίκος, μέλος της Κεντρικής Διοίκησης του Συνδικάτου Επισιτισμού – Τουρισμού – Ξενοδοχοϋπαλλήλων Αττικής, υποστηρίζει ότι οι απαιτήσεις στον κλάδο ήταν ανέκαθεν υψηλές, ωστόσο τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει επιδεινωθεί λόγω των ελλείψεων προσωπικού. Οπως εξηγεί, σε πολλές επιχειρήσεις οι εργαζόμενοι καλούνται να καλύψουν πολλαπλά πόστα ταυτόχρονα. «Οταν καλείσαι στο σέρβις να κάνεις και υποδοχή, να βγάλεις και ποτά, άρα να καλύπτεις δύο πόστα ακόμη, καταλαβαίνουμε πόσο αυξάνεται ο όγκος εργασίας» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος αποδίδει τις ελλείψεις προσωπικού στις χαμηλές αμοιβές και στις συνθήκες εργασίας που επικρατούν στον κλάδο. «Οι μισθοί είναι στα τάρταρα, οι συνθήκες είναι δύσκολες και η προστασία των εργαζομένων όνειρο θερινής νυκτός» υποστηρίζει.
Αναφερόμενος στο ζήτημα της ξεκούρασης, ο Παπαντζίκος σημειώνει ότι η εργασία χωρίς ρεπό εξακολουθεί να αποτελεί συχνό φαινόμενο κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου. Οπως λέει, οι εργαζόμενοι έρχονται αντιμέτωποι με ιδιαίτερα απαιτητικά προγράμματα εργασίας, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, συμβάλλει στην εξουθένωσή τους. Παρά το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει, δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία που να καταγράφουν το φαινόμενο του burnout στον κλάδο, ο ίδιος θεωρεί ότι η πραγματικότητα αποτυπώνεται στην καθημερινή εμπειρία των εργαζομένων. «Οταν έχεις εργαστεί 180 μέρες σερί, το σώμα θέλει αποφόρτιση, ο οργανισμός χαλάρωση και το μυαλό ξεμούδιασμα» τονίζει.
Περιγράφοντας την καθημερινότητα κατά τη διάρκεια της σεζόν, αναφέρει ότι πολλοί εργαζόμενοι φτάνουν να λειτουργούν σχεδόν μηχανικά. «Από ένα σημείο και μετά, απλά πας στον… αυτόματο. Η ζωή γίνεται δουλειά – σπίτι και το αντίστροφο» λέει, σημειώνοντας ότι οι ιδιαιτερότητες του κλάδου δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής.
Καταγγελίες
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις καταγγελίες που φτάνουν στο συνδικάτο μετά το τέλος κάθε τουριστικής περιόδου σχετικά με ζητήματα αδειών και εργασιακών δικαιωμάτων. «Δεν συζητούμε αν δίνονται αργότερα οι άδειες. Η ερώτηση δυστυχώς είναι αν δίνονται γενικώς» αναφέρει.
Κατά τον ίδιο, οι δυσκολίες αυτές εξηγούν εν μέρει και τις χιλιάδες κενές θέσεις που εξακολουθούν να καταγράφονται κάθε χρόνο στον κλάδο. «Τα συχνά κενά σε θέσεις είναι αποτέλεσμα ακριβώς αυτού του προβλήματος» σημειώνει.
Ερωτηθείς, επίσης, αν ο τουριστικός «πυρετός» του καλοκαιριού στηρίζεται στην υπερεργασία των εργαζομένων, ο Παπαντζίκος απαντά καταφατικά, υποστηρίζοντας ότι «ο βασικός τρόπος για να μας ξεζουμίσει το κεφάλαιο είναι το ξεχείλωμα του ωραρίου και οι συνεχόμενες μέρες εργασίας». Οπως τονίζει, πίσω από την εικόνα της τουριστικής ανάπτυξης βρίσκονται χιλιάδες εργαζόμενοι που στηρίζουν καθημερινά τη λειτουργία ξενοδοχείων, εστιατορίων και επιχειρήσεων φιλοξενίας.
Τέλος, αναφερόμενος στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, εκφράζει την άποψη ότι δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας. Παράλληλα, υπογραμμίζει πως η λύση βρίσκεται στη συλλογική διεκδίκηση και στην ενίσχυση της συνδικαλιστικής δράσης, επισημαίνοντας ότι «μέσα από το σωματείο μπορούμε να εξασφαλίζουμε τα δεδουλευμένα μας και τις συνθήκες εργασίας μας».
Διανομές: «Δεν αξίζει να ρισκάρεις τη ζωή σου για ένα μεροκάματο»
Οι εργαζόμενοι στις διανομές αποτελούν μια ακόμη επαγγελματική ομάδα που καλείται να δουλέψει κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, συχνά εκτεθειμένοι σε ακραίες θερμοκρασίες, πολύωρη οδήγηση και συνεχή πίεση χρόνου.
Για τους διανομείς, το καλοκαίρι δεν σημαίνει διακοπές αλλά ατελείωτες ώρες πάνω σε ένα μηχανάκι, κάτω από τον καυτό ήλιο και μέσα σε συνθήκες που, όπως λένε οι ίδιοι, αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο ατυχήματος και σωματικής εξάντλησης. Η αφυδάτωση, η ζαλάδα και η κόπωση αποτελούν, όπως περιγράφουν, σχεδόν καθημερινή εμπειρία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια καυσώνων.
Μιλώντας στα «ΝΕΑ», ο γραμματέας της Ενωσης Εργαζομένων Διανομέων Μιχάλης Ρέντζος τονίζει ότι η πολύωρη οδήγηση σε συνθήκες ακραίας ζέστης επηρεάζει άμεσα τη συγκέντρωση και τα αντανακλαστικά των εργαζομένων. Οπως επισημαίνει, «πάνω από 6 με 8 ώρες οδήγησης, ακόμη και σε φυσιολογικές συνθήκες, έχουν ως συνέπεια να μειώνεται η συγκέντρωση στην οδήγηση. Σε συνθήκες καύσωνα ο κίνδυνος αυξάνεται κατά πολύ». Ο ίδιος προειδοποιεί ότι οι συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρές, «από αφυδάτωση και λιποθυμία μέχρι τροχαίο ατύχημα».
Σύμφωνα με τον Ρέντζο, σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι στον κλάδο έχουν βιώσει στιγμές έντονης εξάντλησης πάνω στο μηχανάκι, ενώ, όπως λέει χαρακτηριστικά, «την εξάντληση τη νιώθουμε όλες τις εποχές του χρόνου». Παράλληλα, εκτιμά ότι ο φόβος ατυχήματος αυξάνεται «τουλάχιστον κατά 50%» όταν η εργασία γίνεται κάτω από υψηλές θερμοκρασίες και με συσσωρευμένη κούραση.
Για το μεροκάματο
Ο ίδιος αναφέρει ότι αρκετοί εργαζόμενοι σκέφτονται συχνά πως δεν αντέχουν άλλο, συνεχίζουν όμως λόγω της ανάγκης για το μεροκάματο. Παρ’ όλα αυτά, όπως υπογραμμίζει, η βασική οδηγία του σωματείου είναι όσοι αισθάνονται δυσφορία να κάνουν άμεσα διάλειμμα ή ακόμη και να σταματούν τη βάρδιά τους. «Δεν έχει νόημα να ρισκάρεις τη ζωή σου για ένα μεροκάματο και να χάσεις πολύ περισσότερα εξαιτίας ενός ατυχήματος ή ενός προβλήματος υγείας» σημειώνει.
Αναφερόμενος στις συνθήκες εργασίας κατά τη διάρκεια καύσωνα, ο Ρέντζος εξηγεί ότι οι παραγγελίες στις πλατφόρμες σταματούν μόνο όταν υπάρχει σχετική απαγόρευση από το υπουργείο Εργασίας. Οπως λέει, το σωματείο έχει ζητήσει να υπάρξει νομοθετική πρόβλεψη για την απαγόρευση εργασίας σε ακραίες καιρικές συνθήκες, με στόχο την προστασία των εργαζομένων. «Πάντα υπάρχει πίεση για γρήγορες παραδόσεις» τονίζει ακόμη, επισημαίνοντας ότι η πραγματική ξεκούραση μέσα στην καλοκαιρινή περίοδο είναι σχεδόν αδύνατη. «Το σημαντικότερο είναι να μη βάζουμε τη ζωή μας σε κίνδυνο για να αυξήσει το κέρδος του ο κάθε εργοδότης» καταλήγει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη συλλογικής διεκδίκησης καλύτερων και ασφαλέστερων συνθηκών εργασίας.
Οι ήρωες που δεν φορούν μπέρτα!
Του Νίκου Συρίγου
Για κάποιους το καλοκαίρι δεν μετριέται με παγωτά και μπάνια. Που δεν είναι διακοπές. Είναι δουλειά. Και μάλιστα σκληρή. Το παιδί που σου φέρνει την παραγγελία με το μηχανάκι, ο σερβιτόρος στην παραλία, το κορίτσι που είναι υπεύθυνο για τις ξαπλώστρες, ο γιατρός και η νοσηλεύτρια στο νησί. Ο κόσμος που δουλεύει μέσα στη ζέστη, που είναι δυο μέτρα από τη θάλασσα και δεν θα μπει μέσα… Ολοι αυτοί οι ήρωες που δεν φορούν μπέρτα. Οι άνθρωποι που όχι απλά αξίζουν αλλά απαιτείται να τους σεβόμαστε. Και να τους βλέπουμε όπως ακριβώς είναι: Ηρωες.
Ούτε υπηρέτες, ούτε παιδιά ενός κατώτερου θεού. Είναι (υπέρ)άνθρωποι που διαθέτουν τον εαυτό τους ώστε η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου να κάνει διακοπές και να μην της λείψει τίποτα. Είναι αυτοί που ουδείς θα βγει στο μπαλκόνι να τους χειροκροτήσει αλλά θα είναι στα… κάγκελα για να τους βρίσει, αν αργήσουν, αν κάνουν λάθος, αν, αν…
Μπες στα παπούτσια τους ή καλύτερα δοκίμασε να κάνεις αυτό που κάνουν έστω για μία ώρα. Και θα πάρεις όλες τις απαντήσεις. Και για το πώς πρέπει να φερθείς και γιατί. Κι αυτό θα κάνει καλό. Πρώτα σε σένα και μετά στην κοινωνία.