Το παρασκήνιο για τη 13η σύνταξη: Η φόρμουλα «μισή – μισή» που συζητά το Μαξίμου

Το μέτρο πηγαινοέρχεται τακτικά στη δημόσια συζήτηση περισσότερο ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης: η κυβέρνηση το έχει χαρακτηρίσει δημοσιονομικά «ακριβό», επιλέγοντας έως σήμερα εναλλακτικές ενισχύσεις που βαραίνουν λιγότερο τον κρατικό προϋπολογισμό ώστε να σπάει τον κουμπαρά και για άλλες κοινωνικές κατηγορίες, ενώ κόμματα της αντιπολίτευσης το τάζουν συνεχώς, υποστηρίζοντας κάθε φορά ότι βγαίνει ο λογαριασμός.

Η 13η σύνταξη απασχολεί, σύμφωνα με πληροφορίες, τις μυστικές συνεννοήσεις μεταξύ οικονομικού επιτελείου και Μεγάρου Μαξίμου και τις κλειστές συσκέψεις που έχουν ξεκινήσει στην κυβερνητική έδρα και στην οδό Νίκης, με σχέδια επί χάρτου, ενόψει των πρωθυπουργικών εξαγγελιών τον Σεπτέμβριο. Την επαναφορά της συζητούν παρασκηνιακά και γαλάζιοι βουλευτές καθώς και κομματικά στελέχη, που επιχειρούν ουσιαστικά να ασκήσουν πίεση στα κεντρικά, μεταφέροντας αιτήματα και ανάγκες από «συνεπή» ακροατήρια της ΝΔ – ένα τέτοιο είναι οι συνταξιούχοι, οι οποίοι άλλωστε είχαν ενταχθεί και στο τελευταίο, μεταπασχαλινό καλάθι 500 εκατ., μαζί με άλλες κρίσιμες εκλογικά ομάδες, όπως οικογενειάρχες, αγρότες, ενοικιαστές, οφειλέτες.

Στη ΝΔ εκτιμούν ότι θα προκύψει τον Σεπτέμβριο ένα «καλό» πακέτο στήριξης – πιο διευρυμένο, όπως εννοούν, από το 1 δισ. ευρώ που είναι σήμερα ο κλειδωμένος δημοσιονομικός χώρος για το 2027. Οι προσπάθειες διεύρυνσής του είναι όντως σε εξέλιξη με ανοιχτό δίαυλο διαπραγματεύσεων ανάμεσα σε Αθήνα και Βρυξέλλες.

Στο μεταξύ οι αρμόδιοι ήδη γράφουν και σβήνουν σενάρια, περιλαμβάνοντας και σχεδιασμό για τη 13η σύνταξη, εκτός από μέτρα ενίσχυσης του «επιχειρείν» και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Στους συνομιλητές του ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαμηνύει με νόημα ότι «πάντα, έγνοια μας είναι οι χαμηλοσυνταξιούχοι» (κάπως έτσι το έλεγε και στην τελευταία Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης), ενώ, χωρίς προφανώς να αποκαλύπτει σκέψεις για την ερχόμενη (προεκλογική) ΔΕΘ, ζήτησε προ ημερών από τα στελέχη του να προβάλλουν ότι οι αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς «επέστρεψαν ύστερα από 14 χρόνια» και ειδικά ότι «οι χαμηλοσυνταξιούχοι έχουν πλέον ετήσια ενίσχυση». Στο κυβερνητικό παρασκήνιο υπάρχει παραδοχή ότι ο πληθωρισμός και η ακρίβεια με ανατιμήσεις στην καθημερινότητα χτυπούν επίμονα, προκαλώντας πολιτικό κόστος, αφού ροκανίζονται οι όποιες ενισχύσεις δίνονται. «Κορυφαία προτεραιότητα προς το 2030», λέει ο Μητσοτάκης, χαράσσοντας την προεκλογική γραμμή, είναι οι προϋπολογισμοί των νοικοκυριών.

ΦΑΣΕΙΣ

Κατά πληροφορίες, στο τραπέζι βρίσκεται ένα σενάριο με κωδικό «μισή + μισή» σύνταξη: η παροχή μισής ενίσχυσης λίγους μήνες μετά τη ΔΕΘ και η υπόσχεση για άλλη μισή τον επόμενο χρόνο. Εξού και η οδηγία του Μητσοτάκη στους γαλάζιους να προβάλλουν την «αξιοπιστία» της κυβέρνησης, με το σύνθημα «το είπαμε, το κάνουμε, όχι το κάναμε». Αρμόδιες πηγές διευκρινίζουν ότι το δίμηνο Ιουνίου – Ιουλίου θα δείξει το κατά πόσο οι σχεδιασμοί θα προχωρήσουν και το ποιος μηχανισμός θα προχωρήσει. Διότι το καλοκαίρι είναι καθοριστικό για την πορεία εσόδων του κράτους. Με ένα δισ. αυτή τη στιγμή στον κουμπαρά για παροχές του 2027, στο οικονομικό επιτελείο κρατάνε χαμηλούς τους τόνους, αλλά είναι πιθανόν το πακέτο εξαγγελιών να μεγαλώσει για να χωρέσουν περισσότερες μόνιμες φοροελαφρύνσεις και εισοδηματικές ενισχύσεις. Εξού και ο φάκελος «13η σύνταξη» δεν μπαίνει στο συρτάρι.

Επειδή η πλήρης επαναφορά της παραμένει «ακριβή» δημοσιονομικά, καθώς ο αριθμός των συνταξιούχων έχει ξεπεράσει τα 2,5 εκατομμύρια και κάθε μήνα καταβάλλονται 2,8 δισ. ευρώ για τις συντάξεις (παρότι το μέσο εισόδημα των συνταξιούχων παραμένει χαμηλά), το οικονομικό επιτελείο αναζητά ενδιάμεση λύση για πρόσθετη στήριξη χωρίς διατάραξη της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Στο σενάριο της καταβολής της μισής 13ης σύνταξης τον φετινό Δεκέμβριο με τη σύνταξη του Ιανουαρίου και ολόκληρου του ποσού τον Δεκέμβριο του 2027, εφόσον το επιτρέψουν οι δημοσιονομικές συνθήκες, εξετάζεται κάτι ακόμα: το ποσό να είναι είτε οριζόντιο ανεξαρτήτως του ύψους της κύριας σύνταξης, είτε κλιμακωτό ανάλογα με το ύψος της σύνταξης.

Το μέτρο μελετάται σε συνδυασμό με τη μόνιμη εισοδηματική ενίσχυση που καταβάλλεται στους συνταξιούχους άνω των 65 ετών κάθε Νοέμβριο – ένα επίδομα που θα είναι φέτος αυξημένο στα 300 ευρώ από 250 ευρώ και με μεγαλύτερο περίμετρο δικαιούχων λόγω διεύρυνσης των εισοδηματικών κριτηρίων. Το εισοδηματικό όριο για τον άγαμο αυξάνεται από 14.000 σε 25.000 ευρώ και για τον έγγαμο από 26.000 σε 35.000 ευρώ, ενώ αυξάνονται και τα όρια ακίνητης περιουσίας τα οποία  διαμορφώνονται πλέον στις 300.000 ευρώ για τους άγαμους (από 200.000 ευρώ) και στις 400.000 ευρώ για τους έγγαμους (από 300.000 ευρώ). Εκτιμάται ότι επιπλέον 400.000 συνταξιούχοι θα λάβουν το επίδομα των 300 ευρώ που αποτελεί ένα κομμάτι της 13ης σύνταξης με τον αριθμό των δικαιούχων να αυξάνεται σε 1,66 εκατ. άτομα, δηλαδή σχεδόν στο 80% των συνταξιούχων. Η αύξηση του αριθμού δικαιούχων των 300 ευρώ ανεβάζει τον λογαριασμό της συνταξιοδοτικής δαπάνης περίπου 500 εκατ. ευρώ ετησίως. Κι αν δοθεί και η μισή 13η σύνταξη ο λογαριασμός αναμένεται να «φουσκώσει» κατά τουλάχιστον 400 εκατ. ευρώ.

Μεγαλύτερη αύξηση

Ταυτόχρονα, οι εξελίξεις στο μέτωπο του πληθωρισμού επηρεάζουν και τις αυξήσεις των συντάξεων. Η αναθεώρηση των προβλέψεων μετά τις διεθνείς αναταράξεις και την άνοδο των τιμών οδηγεί σε υψηλότερη αύξηση για το 2027. Με βάση τον ισχύοντα μηχανισμό, οι συντάξεις αυξάνονται κατά το ήμισυ του αθροίσματος ανάπτυξης και πληθωρισμού. Ενώ αρχικά η αύξηση υπολογιζόταν στο 2,3%, τα νεότερα δεδομένα οδηγούν σε περίπου 2,6%. Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε επιπλέον ετήσια δαπάνη άνω των 100 εκατ., ανεβάζοντας το συνολικό κόστος των αυξήσεων κοντά στα 700 εκατομμύρια. Επιπλέον με την πλήρη κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, περίπου 670.000 συνταξιούχοι θα λαμβάνουν πλέον ολόκληρες τις αυξήσεις στις αποδοχές τους.