Ο Αργύρης Καμπούρης στο tanea.gr: «Δεν υπήρχε φόβος απέναντι σε Γιουγκοσλάβους και Σοβιετικούς – Έκανα το χατίρι στον Γιαννάκη και έβαλα τις βολές»

Τα χρόνια περνούν, αλλά η ιστορία παραμένει αναλλοίωτη. Σαν σήμερα, (14/6/1987), οι παίκτες του Κώστα Πολίτη κάθονται στον θρόνο του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Το παραμύθι της κατάκτησης του Ευρωμπάσκετ της Εθνικής Ελλάδας το ’87, στην αφήγησή του, προκαλεί ενθουσιασμό και ρίγη συγκίνησης.

Εικόνες τόσο δυνατές, που δεν ξεθώριασαν ποτέ, ανά τα χρόνια. Οι νέες γενιές δεν το έζησαν, αλλά οι διηγήσεις των μεγαλύτερων, ούσες τόσο γλαφυρές, τις ενθουσίασαν. Το πρώτο μεγάλο επίτευγμα του ελληνικού ομαδικού αθλητισμού. Η χώρα μας στην κορυφή της Ευρώπης.

Η αρμάδα των Γκάλη, Γιαννάκη, Φασούλα, και όλων των υπολοίπων μαχητών, άφησε άναυδη όλη τη Γηραιά Ήπειρο. Στον ημιτελικό οι Γιουγκοσλάβοι τα… έχασαν, στον τελικό οι Σοβιετικοί… πάγωσαν.

Οι δύο βολές του Καμπούρη, τέσσερα δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη του τελικού, διαμορφώνουν το 103-101. Ο Γιοβάισα αστοχεί σε σουτ τριών πόντων στο φινάλε. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Αυτό, που έμοιαζε άπιαστο όνειρο, έγινε πραγματικότητα.

Ο Αργύρης Καμπούρης, ο ήρωας της τελευταίας στιγμής, μιλά στο tanea.gr για τις στιγμές του τότε. Τονίζει το κλίμα και τη χημεία του συνόλου. Εκφράζει τον σεβασμό και τη συγκίνησή του προς τους φιλάθλους. Αναφέρεται στο δίδυμο των ψηλών που συνέθεσαν ο ίδιος και ο Φασούλας, καθώς και στην επίδραση του Νίκου Γκάλη και του Παναγιώτη Γιαννάκη στην ομάδα.

YouTube thumbnail

Την προηγούμενη χρονιά η Εθνική είχε καταλάβει τη 10η θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ στο προηγούμενο Ευρωμπάσκετ δεν είχε καταφέρει να προκριθεί. Με αυτά τα δεδομένα και σε συνάρτηση με το ότι το Ευρωμπάσκετ του 1987 διεξαγόταν στην Ελλάδα, ποιους στόχους είχατε θέσει ως ομάδα πριν από την έναρξη της διοργάνωσης;

«Εγώ βρέθηκα στην Εθνική το 1984. Ο κ. Πολίτης έκανε την ανανέωση που έπρεπε, δίνοντας χώρο σε νέα παιδιά που ξεχώριζαν μέσα από το πρωτάθλημα. Παλιά, οι κλήσεις γίνονταν με διαφορετικά κριτήρια. Έπρεπε να είσαι πολύ καλός στο σωματείο σου για να σου δοθεί η δυνατότητα να αγωνιστείς στην Εθνική Ομάδα.

Κάπως έτσι ξεκίνησε όλο αυτό το ταξίδι. Το 1984 δημιουργήθηκε ο βασικός κορμός της ομάδας με τους Νίκο Γκάλη, Παναγιώτη Γιαννάκη και Παναγιώτη Φασούλα.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον Νίκο Κουβουλάκη, ο οποίος, εκτός από τη σπουδαία του καριέρα, συνέβαλε τα μέγιστα στο δέσιμο της ομάδας.

Στη συνέχεια, πήραμε τη σκυτάλη και συνεχίσαμε τον διαρκή αγώνα της Εθνικής».

Στο δεύτερο παιχνίδι απέναντι στην παντοδύναμη Γιουγκοσλαβία, η οποία απαρτιζόταν από σπουδαίους παίκτες, ήσασταν εξ αρχής αποφασισμένοι ότι θα την κερδίσετε;

«Παίζαμε ενάντια σε υπερδυνάμεις. Η Γιουγκοσλαβία και η Σοβιετική Ένωση διέθεταν την αφρόκρεμα του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Ωστόσο, όσο προχωρούσε η διοργάνωση, η όρεξή μας σιγά-σιγά άνοιγε.

Σίγουρα, είχαμε απέναντί μας έναν αντίπαλο με τεράστια εμπειρία. Υπήρχε δέος και σεβασμός προς αυτούς, αλλά σε καμία περίπτωση φόβος. Είπαμε ότι θα μπούμε στο γήπεδο, θα παίξουμε το παιχνίδι μας και ο καλύτερος θα κερδίσει».

Παρά τη μεγαλειώδη νίκη, το ματς σημαδεύτηκε από τον τραυματισμό του Νίκου Φιλίππου. Πώς το διαχειριστήκατε και κατά πόσο επηρέασε αυτό τη λειτουργία και τους ρόλους της ομάδας;

«Ήταν τεράστια απώλεια ο Νίκος, γιατί αποτελούσε έναν πολύ σημαντικό κρίκο της αλυσίδας. Ήταν έμπειρος, αγωνιζόταν στη θέση “4”, ήταν γρήγορος και ιδιαίτερα αλτικός. Σίγουρα ο τραυματισμός του μάς επηρέασε, όμως έπρεπε να το ξεπεράσουμε γρήγορα και να αναπληρώσουμε το κενό που άφησε.

Η προσπάθεια των γιατρών και των φυσικοθεραπευτών ήταν τεράστια, προκειμένου να επανέλθει ο Νίκος. Κάθε μέρα μάς έλεγαν ότι η κατάστασή του βελτιώνεται και πως σύντομα θα βρεθεί ξανά κοντά μας.

Παράλληλα, και ο ίδιος μάς έδινε μεγάλη δύναμη από έξω. Μας εμψύχωνε και μας βοηθούσε με κάθε τρόπο, παρότι δεν μπορούσε να  αγωνιστεί.

Βέβαια, οι ρόλοι μέσα στην ομάδα άλλαξαν. Εγώ έπρεπε να μπω πιο ενεργά στο παιχνίδι και να βοηθήσω τον Παναγιώτη Φασούλα, ο οποίος ήταν εξαιρετικός συμπαίκτης. Παιχνίδι με το παιχνίδι χτίσαμε ένα πολύ δυνατό δίδυμο ψηλών, ακριβώς αυτό που χρειαζόταν τότε η Εθνική ομάδα».

Ο Νίκος Γκάλης και ο Παναγιώτης Γιαννάκης ήταν οι ηγέτες εκείνης της ομάδας. Πόσο καθοριστικό ρόλο έπαιξαν στο δέσιμο των παικτών και στη δημιουργία της νοοτροπίας που οδήγησε στην κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ;

«Ο Γιαννάκης ήταν ο αρχηγός μας. Το λέω με βεβαιότητα.Δεν υπάρχουν τέτοιοι παίκτες σαν εκείνον. Εξέπεμπε ηρεμία στο σύνολο και έδινε λύσεις σε όλα τα προβλήματα. Υπήρχαν στεγανά. Δεν έβγαινε τίποτα προς τα έξω από τον κύκλο της ομάδας. Μαζευόμασταν σε ένα δωμάτιο και τα λύναμε όλα μεταξύ μας και αυτό ήταν έργο του Γιαννάκη.

Όσο για τον Γκάλη ξέραμε ποιος ήταν ο Νίκος. Προσπαθούσαμε να προσαρμοστούμε δίπλα του γιατί ήταν ο ηγέτης μας. Θέλαμε να είναι ο ηγέτης μας και πάντα προσπαθούσαμε να τον βοηθάμε να βγαίνει μπροστά διότι είχε να αντιμετωπίσει αξιόλογους αντιπάλους. Ήταν σημαντική η καλή ψυχολογία του Νίκου για να πάμε όσο πιο μακριά γινόταν».

Στη συνέχεια ήρθαν οι ήττες από την Ισπανία και τη Σοβιετική Ένωση. Η τελευταία ήττα ήρθε στο… νήμα από τους Σοβιετικούς. Η ανταγωνιστικότητά σας απέναντι στο φαβορί του τίτλου, σας έδωσε την ώθηση ότι μπορείτε να κερδίσετε και τη Γαλλία για να πάρετε την πρόκριση;

«Ήταν ένα εκπληκτικό παιχνίδι με τη Σοβιετική Ένωση. Όντως μας έδωσε την ώθηση να ελπίζουμε και να πιστεύουμε για κάτι πιο δυνατό, από τη στιγμή που μπορέσαμε και σταθήκαμε ίσος προς ίσο με τους Σοβιετικούς και όλα αυτά τα τρανταχτά ονόματα που είχε. Όταν βάζαμε έναν στόχο τον πετυχαίναμε.

Αυτή η εθνική ομάδα είχε ένα καλό. Σε κάθε παιχνίδι έβγαινε μπροστά και ένας διαφορετικός παίκτης. Ο Φάνης Χριστοδούλου, τι να πεις για τον Φάνη ήταν το Α και το Ω. Ο Λιβέρης Ανδρίτσος επίσης.Όποιος έμπαινε μέσα έδινε και την ψυχή του για την ομάδα. Γι αυτό έρχονταν και τα αποτελέσματα».

Στα προημιτελικά απέναντι στην Ιταλία, η κακή παράδοσή μας απέναντί της έλαβε τέλος. Εσείς, σε εκείνο το αγώνα ήσασταν εκ των διακριθέντων, κάνοντας τρομερό παιχνίδι, ενώ απέναντί σας είχατε τον πολύ καλό Μανίφικο. Ποιο ήταν το «κλειδί» της απόδοσής σας;

«Η καλή άμυνα. Ο Μανίφικο ήταν πολύ μεγάλο όνομα στην Ευρώπη και βασικό στέλεχος της Ιταλίας. Όταν μαρκάρεις έναν τέτοιο παίκτη, είναι σημαντικό να μπορείς να ανταπεξέλθεις αμυντικά. Είναι αυτό που προείπα. Είχαμε φτιάξει ένα καταπληκτικό δίδυμο με τον Παναγιώτη. Ό,τι κυκλοφορούσε ψηλά, το σκέπαζε εκείνος, χαμηλά μπορούσα να το καλύψω εγώ, γιατί το στοιχείο που με ξεχώριζε ήταν η άμυνά μου. Είχαμε τρομερή επικοινωνία, μιλούσαμε πάρα πολύ, πράγμα που δεν είναι σύνηθες.

Από εκεί και πέρα έρχονταν τα καλάθια, από τα επιθετικά ριμπάουντ, τα «σκουπίδια» που λέμε. Το βασικότερο ήταν ότι κάθε φορά έβγαινε ένας διαφορετικός παίκτης και ως εκ τούτου ήταν δύσκολο να μας διαβάσει ο εκάστοτε αντίπαλος. Όλοι ήξεραν τι μπορεί να κάνει ο Γκάλης και ο Γιαννάκης, αλλά δεν γνώριζαν τις ικανότητες των υπολοίπων».

Το ντελίριο ενθουσιασμού του κόσμου, όσο προχωρούσατε στη διοργάνωση, πώς το διαχειριστήκατε και πώς καταφέρατε να παραμείνετε προσηλωμένοι στον στόχο;

«Μας σεβόταν ο κόσμος, ήταν τεράστια η βοήθειά του. Για να σου δώσω να καταλάβεις, για να φύγουμε από το ΣΕΦ και να φτάσουμε στο ξενοδοχείο το Τζόουνς στη Γλυφάδα, υπήρχε τόσος πολύς κόσμος, που χρειαζόταν σχεδόν μια ολόκληρη μέρα ή διαφορετικά ένα ελικόπτερο για να μπορέσεις να φύγεις.

Ωστόσο, όταν έβγαιναν οι παίκτες της Εθνικής ομάδας και τους έλεγαν ότι έπρεπε να ξεκουραστεί η αποστολή γιατί την επόμενη μέρα θα έδινε δύσκολο παιχνίδι, ο κόσμος το σεβόταν και απομακρυνόταν από το ξενοδοχείο. Το βασικότερο ήταν πως βρισκόταν από πολύ νωρίς στο γήπεδο. Όταν πλησιάζαμε στο ΣΕΦ και τον ακούγαμε απ’ έξω, γινόμασταν πιο δυνατοί. Ήταν ανεπανάληπτο».

Στα ημιτελικά απέναντι στη Γιουγκοσλαβία, λίγο πριν από τη λήξη του ημιχρόνου υπήρξε σιγή στις εξέδρες, λόγω της διαφοράς των 10 πόντων με την οποία υπολειπόσασταν από τον αντίπαλό σας. Τι μεσολάβησε στην ανάπαυλα και φτάσατε στην επική ανατροπή και τη μεγάλη πρόκριση στον τελικό;

«Η ηρεμία που είχε η ομάδα. Το παιχνίδι τελειώνει μόνο όταν συμπληρωθούν 40 αγωνιστικά λεπτά. Όσο χρόνο είχαμε μέσα στο γήπεδο έπρεπε να τον εκμεταλλευτούμε με τον καλύτερο τρόπο. Ό,τι αποθέματα είχε ο καθένας αθλητής και συμπαίκτης μου, τα κατέθετε μέσα στο γήπεδο.

Όταν βλέπεις τον Παναγιώτη Γιαννάκη, μια τεράστια φυσιογνωμία, μια μεγάλη προσωπικότητα, να δείχνει τέτοιο ζήλο και να τρέχει παντού, εμείς έπρεπε να κατεβάσουμε τον ουρανό κάτω. Η ενέργεια και το πάθος του, ακόμη και όταν ήταν στον πάγκο, μας φανάτιζε, με την καλή έννοια,ώστε να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό και να πιστέψουμε ότι δεν έχει τελειώσει τίποτα ακόμη».

YouTube thumbnail

Άρα οι εμφανίσεις του Γκάλη και του Γιαννάκη σας έδιναν επιπλέον πίστη, κίνητρο;

«Σε κάθε παιχνίδι έδινε κίνητρο ένας διαφορετικός παίκτης. Ο Φασούλας έγινε φόβητρο. Έκοβε τον αντίπαλο ακόμη και από απόσταση τριών μέτρων, γι’ αυτό τον έβγαλαν και «Αράχνη». Ο Λιβέρης Ανδρίτσος ήταν ένα παιδί που έπαιζε καταπληκτικά και ως τριάρι και ως τεσσάρι, ελαστικός, φοβερός.

Ο Φάνης Χριστοδούλου έπαιζε από το 1 μέχρι το 5, ο Νίκος Σταυρόπουλος εκπληκτικός άσος, όπως και ο Μέμος Ιωάννου. Παιδιά που μπορεί να είχαν λιγότερο ταλέντο από τους υπόλοιπους, είχαν όμως τεράστια ψυχή. Και αυτό ήταν το μυστικό, ότι όλοι μαζί βγάζαμε τον καλύτερο μας εαυτό. Ήμασταν ανίκητοι».

Το δέσιμο ήταν το συστατικό της επιτυχίας…

«Το δέσιμο και οι ρόλοι που είχε μοιράσει ο προπονητής μας, ο Κώστας Πολίτης. Όσον αφορά εμένα, ο κόουτς ερχόταν και μου έλεγε ότι ξέρει πως είμαι πρωτοκλασάτος στον Ολυμπιακό, ότι μπορώ να βάλω την μπάλα στο καλάθι και ότι με βλέπει ως σκόρερ, όμως δεν με ήθελε σε αυτόν τον ρόλο. Ήθελε την καλή μου άμυνα και γνώριζε ότι τα «σκουπίδια» που θα έπαιρνα, θα τα έκανα καλάθια.

Είχε μοιράσει ρόλους, τους οποίους τους αποδεχτήκαμε όλοι. Βάλαμε τον εγωισμό μας κάτω από την ομάδα, τη στηρίξαμε και στα δύσκολα και στα εύκολα και έτσι ήρθε αυτή η μεγάλη επιτυχία».

Πριν την έναρξη του τελικού ενάντια στη Σοβιετική Ένωση τι κλίμα επικρατούσε στα αποδυτήρια;

«Πριν την έναρξη του τελικού απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, επικρατούσε στα αποδυτήρια το ίδιο κλίμα συγκέντρωσης και ρουτίνας που είχαμε σε κάθε παιχνίδι. Ακολουθούσαμε κανονικά το πρόγραμμά μας, την προθέρμανση και την αποθεραπεία, όπως κάναμε πάντα μετά από κάθε αγώνα.

Ο γυμναστής μας, ο Νίκος Σισμανίδης, ήταν εξαιρετικός και πολύ μπροστά για την εποχή του. Μπορεί να ήταν αυστηρός ως άνθρωπος, αλλά μας «έχτιζε» και μας ενδυνάμωνε περισσότερο απ’ όσο νομίζαμε ότι χρειαζόταν. Σημαντικό ρόλο είχε και  ο κ. Σαργιαννίδης, ο φυσικοθεραπευτής μας. Όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω από την ομάδα· ήταν κομμάτι αυτής της επιτυχίας.

Ξέραμε πολύ καλά ότι αντιμετωπίζαμε τη Σοβιετική Ένωση, μια ομάδα με τεράστια ποιότητα. Είχαμε εικόνα και από το προηγούμενο παιχνίδι, όπου είχαμε κοντραριστεί και χάσει στο τέλος.

Γι’ αυτό και γνωρίζαμε ότι δεν έπρεπε να τους αφήσουμε να ξεφύγουν στο σκορ, γιατί ήταν δύσκολο να τους ακολουθήσεις. Στόχος μας ήταν να μείνουμε κοντά στο αποτέλεσμα σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, και αυτό τελικά το καταφέραμε».

Κατά τη διάρκεια του ομολογουμένως αμφίρροπου τελικού, σας είπε κάτι ο κ. Πολίτης για να τονώσει το ηθικό σας, που να σας έχει αποτυπωθεί στη μνήμη;

«Ήταν πράος. Σε κοιτούσε στα μάτια και κοίταγες τα πόδια σου… Ήταν πολύ σοβαρός άνθρωπος. Απλώς μας έλεγε ότι πηγαίνει καλά το παιχνίδι, είμαστε κοντά και ότι στο χέρι μας είναι να το εκμεταλλευτούμε».

Την ώρα που κερδίσατε τις βολές και λίγο πριν τις εκτελέσετε τι ήταν το πρώτο πράγμα που σας ήρθε στο μυαλό;

«Τίποτα απολύτως, τίποτα. Το μόνο που άκουγα ήταν τα λόγια του Γιαννάκη. Προτού όμως φτάσουμε στις βολές, θέλω να πω ότι καταπληκτικό παιχνίδι έκανε και ο Λιβέρης που μας έστειλε στην παράταση με τις δικές του βολές, στο τέλος της κανονικής διάρκειας.

Ωστόσο δεν ήταν μόνο αυτό. Όταν κολλήσαμε στην επίθεση βγήκε μπροστά με δύο-τρία καλάθια και μας κράτησε ζωντανούς στον αγώνα. Ήμασταν ομάδα και το λέω με πλήρη σεβασμό και αφοσίωση.

Ο κάθε αθλητής έδινε όλο του το «είναι». Το ότι έφτασα εγώ στην τελευταία φάση για να μπορέσουμε να πάρουμε το τρόπαιο, ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Πραγματικά είχαμε κάνει άψογο παιχνίδι και θα ήταν μεγάλη αδικία να μην ευστοχήσω στις βολές.

 Ήμουν συγκεντρωμένος, δεν είχα άγχος, κούνησα ευγενικά το κεφάλι μου στον αρχηγό μου που μπήκε μέσα. Γύρισα σε μια στιγμή και είδα τον κόουτς Πολίτη να τον τραβάει έξω.

Την ώρα που εκείνος με τη χαρακτηριστική βροντερή φωνή του μου φώναζε: «Πήγαινε να τις βάλεις γρήγορα». Του έκανα το χατίρι και τις έβαλα. Έτσι συζητάμε μετά από 39 χρόνια αυτήν την επιτυχία».

Ο Γιοβάισα χάνει το τρίποντο στην εκπνοή και η Ελλάδα κατακτά το τρόπαιο. Σύσσωμο το έθνος βγαίνει στους δρόμους να γιορτάσει. Όντας κάτι πρωτόγνωρο τότε, πώς το βιώσατε εσείς όλο αυτό;

«Ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Καταφέραμε να βγάλουμε τον κόσμο στους δρόμους παρά τη ζέστη που είχε τότε. Πανηγύριζε μαζί μας. Ήταν νομίζω το καλύτερο δώρο που μπορούσαμε να του κάνουμε για την τεράστια στήριξή του σε εμάς.

Παρ’ όλο τον καύσωνα, αυτοί οι άνθρωποι, και όσοι ήταν μέσα στο ΣΕΦ και όσοι ήταν απ’ έξω, μας εμψύχωναν με τον δικό τους τρόπο. Τους ανήκει μεγάλο μερίδιο σε αυτή την επιτυχία μας.

Από εκεί και έπειτα έγινε χαμός. Το γνωρίζουν όλοι, είτε το έχουν ζήσει, είτε τους τα έχουν διηγηθεί οι γονείς τους που έβγαιναν στους δρόμους. Ακόμη και τώρα, κάθε φορά που πλησιάζει ο Ιούνιος είναι η γιορτή μας, όπως λέμε.

Δώσαμε ώθηση στο μπάσκετ. Το σημαντικότερο αυτό είναι. Δεν ήμασταν μια «φούσκα» που κάποιοι πήγαν να μας παρομοιάσουν, ότι είναι μια επιτυχία που θα μείνει εκεί. Η επιτυχία συνεχίστηκε. 

Το ’89 πάλι αποκλείσαμε τη Σοβιετική και βρεθήκαμε στον τελικό με τη Γιουγκοσλαβία και εν συνεχεία η εθνική Ελλάδας βρισκόταν στις 4-5 καλύτερες ομάδες στην Ευρώπη, μέχρι να πάρουν τη σκυτάλη τα νέα παιδιά που ήρθαν από πίσω, που είχαν ως στόχο και όνειρο να γίνουν σαν αυτούς τους παίκτες που έφεραν την επιτυχία».

Τέλος, η επιτυχία σας αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ανάπτυξης του μπάσκετ και εν γένει του αθλητισμού στην χώρα μας. Πως μεταφράζεται τώρα σε συναισθήματα, αυτό σας το κατόρθωμα;

«Τα συναισθήματα είναι τεράστια. Μέσω αυτού του κατορθώματός μας, ασχολήθηκαν παιδιά με το μπάσκετ, το αγάπησαν και έφεραν περισσότερες και μεγαλύτερες επιτυχίες. Η χαρά μας για αυτό είναι απερίγραπτη.

Μπήκαν νεότεροι αθλητές στον χώρο μας, οι οποίοι απέκτησαν πολύ καλή χημεία μεταξύ τους. Είχαν καθοδηγητή και δάσκαλο τον Παναγιώτη Γιαννάκη, ο οποίος μάζεψε όλους και σιγά σιγά έφτιαξε μια πολύ δυνατή ομάδα, η οποία έφερε τεράστια αποτελέσματα. Οπότε είμαστε χαρούμενοι. Διπλά χαρούμενοι». 

Νικόλας Παναγόπουλος