
Ο Σωκράτης Φάμελλος ζήτησε εμμέσως πλην σαφώς στις 6 Ιουνίου από τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ να αποφασίσουν την αυτοδιάλυση του κόμματος και την υποστήριξη της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Το να είσαι αρχηγός κόμματος και να ζητάς από τα μέλη του την υποστήριξη ενός άλλου κόμματος είναι από τα σπάνια, πλην όμως ο Φάμελλος προχώρησε σε μια πράξη που έχει λογική. Μετά την εμφάνιση του κόμματος του Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις έχει πέσει κάτω από το 3%: το μέλλον του είναι αμφίβολο.
Η στάση του Φάμελλου ωστόσο προκάλεσε εντός του κόμματος και αντιδράσεις. Οποιοι δεν έχουν υποκύψει στη γοητεία του πρώην πρωθυπουργού δεν έχουν σκοπό να παραδώσουν τα κλειδιά: ισχύει για τον Παύλο Πολάκη, τη Ρένα Δούρου, τον Νίκο Παππά – ίσως και για άλλους. Ολοι θα προσπαθήσουν να κρατήσουν το κόμμα ζωντανό στοχεύοντας στην είσοδο στη Βουλή όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη Νέα Αριστερά. Κι εκεί υπάρχουν αυτοί που περιμένουν ένα νεύμα του Τσίπρα για να ενταχθούν στον νέο φορέα και αυτοί που θέλουν να κρατήσουν το κόμμα ζωντανό και να δώσουν μια δύσκολη μάχη επιβίωσης: ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης νομίζω πως είναι ο πιο αποφασισμένος. Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως ξεκινούσε κάποιου είδους διαλόγους μεταξύ όλων αυτών και προέκυπτε ένα νέο πολιτικό μόρφωμα, μου μοιάζει και πάλι δύσκολο ένας τέτοιος συνασπισμός κομμάτων να έφτανε σε ένα σημαντικό ποσοστό: το πολύ πολύ να έπαινε το 3% και να έμπαινε στη Βουλή όπως η Πλεύση της Ζωής Κωνσταντοπούλου που επίσης προέρχεται από τον παλιό κραταιό ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε η ερώτηση είναι τι νόημα έχουν όλα αυτά.
Η απάντηση προφανώς δεν είναι απλή. Αυτού του τύπου οι αποφάσεις κουβαλάνε κάμποσο πολιτικό εγωισμό, ίσως και άρνηση να αποδεχτείς ότι η πολιτική σου καριέρα ολοκληρώθηκε. Μπορεί επίσης να έχουμε να κάνουμε πραγματικά με ιδεολόγους που δεν βρίσκουν εκπροσώπηση και δημιουργούν πολιτικά θερμοκήπια αυτοστέγασης στην ελπίδα αυτά να γεμίσουν κι από άλλους πολιτικά άστεγους που αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται από τον Τσίπρα, τον Βαρουφάκη, την Κωνσταντοπούλου, τον Κασσελάκη, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΚΚΕ κ.λπ.
Κυρίως όμως εγώ σε όλα αυτά διακρίνω μια παράξενη ασθένεια της συγκεκριμένης Αριστεράς που μου αρέσει να ονομάζω «Σύνδρομο του ΚΚΕ Εσωτερικού». Ολοι αυτοί που δημιουργούν κόμματα, αρνούνται συμπορεύσεις και νιώθουν ανένταχτοι της Αριστεράς κι άλλα ανάλογα, είναι στην πλειοψηφία τους μεγαλωμένοι με ιστορίες που αφορούν το ιστορικό και ηρωικό αυτό πολιτικό μόρφωμα που κυρίως τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 με όλες τις μεταμορφώσεις του (ΕΑΡ, Συνασπισμός κ.λπ.) ήταν ένα είδος δεύτερου κόμματος μιας μεγάλης πλειοψηφίας που το αγαπούσε χωρίς να το ψηφίζει, αλλά ήθελε την πολιτική του ύπαρξη και το πριμοδοτούσε με ψήφους όταν έφτανε κοντά στην εξαφάνισή του.
Εχω την εντύπωση ότι όλοι όσοι σήμερα ονειρεύονται να ηγηθούν μικρών αριστερών κομμάτων έχουν μεγαλώσει με αυτό τον ωραίο αριστερό μύθο: ότι δηλαδή υπήρχε κάποτε ένα κόμμα λίγο δεξιότερα του ΚΚΕ, με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και αριστερό πρόσημο, που κέρδιζε την προσοχή και την εκτίμηση όλων για τις θέσεις του – ένα κόμμα που ειδικά στις τάξεις της διανόησης, της Τέχνης, των Πανεπιστημίων και γιατί όχι και του Τύπου είχε μεγαλύτερα ποσοστά από τα εθνικά του. Τι νόημα είχε η ύπαρξή του; Το αποκαλούσαν «φυτώριο του ΠΑΣΟΚ» διότι έβγαζε από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης στελέχη που στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έκαναν καριέρα. Τώρα διάφορες εκδοχές του μπορεί απλά να ικανοποιήσουν υπαρξιακά αδιέξοδα.
Ολο αυτό ομολογώ ότι μου ξυπνά μνήμες των νιάτων μου. Οπότε το εγκρίνω: φτιάξτε τρία ή τέσσερα ΚΚΕ Εσωτερικού. Δύσκολα θα βρουν ψήφους. Ομως θα συγκινήσουν τους ομήρους της πολιτικής νοσταλγίας. Και δεν θα λέμε μόνο «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», αλλά και «ΚΚΕ Εσωτερικού, ωραία χρόνια». Κι αν κυβερνάει ο Μητσοτάκης, τι πειράζει;