Εξ αποστάσεως υπέγραψαν οι πρόεδροι των ΗΠΑ και του Ιράν τη συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή, βάσει της οποίας η Τεχεράνη δεσμεύεται να προχωρήσει σε αραίωση του εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει, με αντάλλαγμα την άρση αμερικανικών κυρώσεων.
Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη κατέληξαν στη συμφωνία αυτή την εβδομάδα, περίπου δύο μήνες μετά την εκεχειρία του Απριλίου και σχεδόν τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της σύρραξης, η οποία ξεκίνησε με στρατιωτική εμπλοκή ΗΠΑ και Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου και συνοδεύτηκε από εκτεταμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς σε ιρανικούς και περιφερειακούς στόχους. Οι επιχειρήσεις άφησαν πίσω τους χιλιάδες νεκρούς, κυρίως στο Ιράν και στον Λίβανο, και προκάλεσαν ευρύτερη αποσταθεροποίηση σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Το κείμενο της συμφωνίας, που παρουσιάζεται ως «μνημόνιο κατανόησης», υπογράφηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Γαλλία, στις Βερσαλλίες, όπου παρέστη σε επίσημο δείπνο. Ο ίδιος δήλωσε σε δημοσιογράφους πως «μόλις το υπέγραψα», ενώ ο Λευκός Οίκος έδωσε στη δημοσιότητα βίντεο της διαδικασίας, στο οποίο φαίνεται να υπογράφει το έγγραφο παρουσία του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Από την ιρανική πλευρά, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαεΐ επιβεβαίωσε ότι το κείμενο υπεγράφη επίσης από τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν. Το πρακτορείο IRNA δημοσίευσε φωτογραφίες που τον δείχνουν να υπογράφει το έγγραφο, ενώ το Press TV σημείωσε ότι η επιλογή υπογραφής από τους αρχηγούς των δύο κρατών είχε σαφή πολιτική στόχευση: να αυξήσει το κόστος οποιασδήποτε μελλοντικής παραβίασης.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη απέφυγε συνειδητά μια δημόσια τελετή με απευθείας επαφή Ιρανών και Αμερικανών αξιωματούχων, καθώς το εσωτερικό πολιτικό κόστος τέτοιων εικόνων θα ήταν υψηλό. Η ιρανική ηγεσία εξακολουθεί να κατηγορεί την Ουάσιγκτον για τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ στις 28 Φεβρουαρίου, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητες οποιεσδήποτε δημόσιες χειραψίες ή συμβολικές σκηνές συμφιλίωσης.
Στο μεταξύ, σύμφωνα με πακιστανικές και περιφερειακές πηγές, η συμφωνία προβλέπει επαναφορά της πλήρους ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και άμεση άρση του αποκλεισμού ιρανικών λιμανιών από τις αμερικανικές δυνάμεις. Παράλληλα, ανακοινώθηκε ότι θα οργανωθεί στην Ελβετία διεθνής τελετή για την επικύρωση της συμφωνίας και την έναρξη τεχνικών συνομιλιών μεταξύ των δύο πλευρών.
Η συμφωνία προκάλεσε έντονες και αντικρουόμενες αντιδράσεις στην περιοχή. Ιρανοί αξιωματούχοι τη χαρακτήρισαν ένδειξη αποτυχίας της αμερικανικής στρατηγικής, ενώ πολιτικοί σύμμαχοι της Τεχεράνης στον Λίβανο την παρουσίασαν ως διπλωματική νίκη. Ο γενικός γραμματέας της Χεζμπολάχ, Ναΐμ Κάσεμ, μίλησε για «μεγάλη επιτυχία» του Ιράν και κάλεσε τη λιβανέζικη κυβέρνηση να αξιοποιήσει τη νέα ισορροπία δυνάμεων ώστε να περιορίσει την ισραηλινή παρουσία στη χώρα.
Αντίθετα, πολιτικοί αντίπαλοι της Χεζμπολάχ υποστηρίζουν ότι η σύρραξη στον Λίβανο κλιμακώθηκε λόγω της εμπλοκής της οργάνωσης, η οποία εκτόξευσε ρουκέτες προς το Ισραήλ ως απάντηση στην ευρύτερη σύγκρουση. Η νέα συμφωνία περιλαμβάνει, σύμφωνα με διαρροές, αναφορά και στο λιβανικό μέτωπο, γεγονός που προκαλεί ανησυχία στο Τελ Αβίβ, καθώς ενδέχεται να επηρεάσει την επιχειρησιακή ευχέρεια του ισραηλινού στρατού.
Στο διπλωματικό επίπεδο, το μνημόνιο προβλέπει γενική δέσμευση μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των δύο κρατών και σεβασμού της κυριαρχίας τους. Παρότι η διατύπωση θεωρείται τυπική, αποκτά ιδιαίτερο βάρος μετά από χρόνια εχθρικών ενεργειών, επιχειρήσεων επιρροής και αμοιβαίων κατηγοριών για αποσταθεροποίηση. Για την Τεχεράνη, η πρόβλεψη αυτή λειτουργεί ως μορφή πολιτικής ασφάλειας· για την Ουάσιγκτον, σηματοδοτεί μετάβαση από τη ρητορική ανατροπής καθεστώτος σε μια πιο πραγματιστική διαχείριση ισχύος.
Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει το πιο σύνθετο και αμφίσημο σκέλος της συμφωνίας. Το Ιράν επαναλαμβάνει τη δέσμευσή του ότι δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ενώ προβλέπεται διαδικασία αραίωσης και ελέγχου του εμπλουτισμένου ουρανίου υπό την εποπτεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Ωστόσο, το υλικό δεν απομακρύνεται από το ιρανικό έδαφος, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της πραγματικής αποτελεσματικότητας των μέτρων.
Μέχρι την επίτευξη τελικής συμφωνίας, οι δύο πλευρές συμφωνούν να διατηρήσουν το υπάρχον status quo: το Ιράν παγώνει την περαιτέρω πρόοδο του πυρηνικού του προγράμματος και οι ΗΠΑ δεν επιβάλλουν νέες κυρώσεις ούτε προχωρούν σε πρόσθετη στρατιωτική κλιμάκωση στην περιοχή. Η ισορροπία αυτή, ωστόσο, θεωρείται εύθραυστη, καθώς δεν επιλύει οριστικά τις διαφωνίες αλλά τις μεταφέρει στο πεδίο της διπλωματίας.
Σημαντικό μέρος της συμφωνίας αφορά και την οικονομική αποσυμπίεση του Ιράν. Η Ουάσιγκτον δεσμεύεται να προχωρήσει σε εξαιρέσεις που θα επιτρέπουν την εξαγωγή ιρανικού πετρελαίου και συναλλαγές που μέχρι σήμερα υπόκεινταν σε κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων τραπεζικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών. Παράλληλα, προβλέπεται σταδιακή αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, τα οποία θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για οικονομικές ανάγκες της χώρας μέσω της κεντρικής της τράπεζας.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα, καθώς θεωρείται από επικριτές ως υπερβολικά γενναιόδωρη παραχώρηση πριν υπάρξει οριστική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα. Ωστόσο, η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι η οικονομική χαλάρωση λειτουργεί ως κίνητρο συμμόρφωσης.
Η συμφωνία προβλέπει επίσης ότι, εφόσον επιτευχθεί τελική συμφωνία μέσα σε εξήντα ημέρες διαπραγματεύσεων, θα ακολουθήσει πλήρης άρση των κυρώσεων και επικύρωση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, γεγονός που θα της προσδώσει διεθνή νομική ισχύ.
Στο γεωπολιτικό επίπεδο, οι διεθνείς αντιδράσεις είναι ανάμεικτες. Οι χώρες της G7 χαιρέτισαν την εξέλιξη ως ευκαιρία αποτροπής μιας ιρανικής πυρηνικής απειλής και σταθεροποίησης της περιοχής, ενώ η Κίνα κάλεσε όλα τα μέρη να εφαρμόσουν πλήρως τη συμφωνία και να αποφευχθούν εξωτερικές παρεμβάσεις, τονίζοντας τη σημασία της ενεργειακής σταθερότητας και της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν με συγκρατημένη άνοδο, αντανακλώντας την αβεβαιότητα για την εφαρμογή της συμφωνίας και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, τα οποία αποτελούν κρίσιμο ενεργειακό κόμβο για την παγκόσμια οικονομία.
Παρά τη διπλωματική αισιοδοξία, η συμφωνία παραμένει εύθραυστη. Στα χαρτιά θέτει τέλος στις εχθροπραξίες και ανοίγει τον δρόμο για μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Στην πράξη, όμως, μεταφέρει τη σύγκρουση από το πεδίο των όπλων στο πεδίο της διαπραγμάτευσης, όπου κάθε πρόβλεψη θα δοκιμαστεί στην εφαρμογή της.
Η επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων θα δείξει αν πρόκειται για την απαρχή μιας σταθερής ισορροπίας ή για μια ακόμη προσωρινή ανακωχή σε μια περιοχή που παραμένει βαθιά ασταθής και γεωπολιτικά εκρηκτική.
The post Η «ακτινογραφία» της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν που υπέγραψε ο Τραμπ appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.